Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009


ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΠΙΛΕΚΤΑ XIII

Τι γλώσσα μιλούσαν οι αγωνιστές του 1821;

Από το 1821, παράλληλα με την περιπέτεια της συγκρότησης του κράτους, ο νέος ελληνισμός βρέθηκε αντιμέτωπος με το πολυπλοκότερο, ουσιαστικότερο και βαθύτερο ζήτημα που κλήθηκε ιστορικά να αντιμετωπίσει: την ίδια του τη γλώσσα. Με ποια γλώσσα δηλαδή θα μιλά και θα γράφει, θα διδάσκει στα σχολεία, θα σκέφτεται, θα νομοθετεί, θα συνεννοείται, θα αισθάνεται και θα δημιουργεί. Ώς τότε η γλώσσα παράδερνε στην προφορική εκδοχή της, όπως αυτή αποτυπωνόταν σε διάφορες διαλέκτους που μιλιούνταν σε επιμέρους περιοχές του ελληνόφωνου κόσμου. Από την κρητική έως την ποντιακή διάλεκτο, τα κερκυραϊκά και τα κυπριακά, τα μανιάτικα και τα μακεδονίτικα, τα πελαγίσια και τα βουνίσια, η γλώσσα ήταν σκόρπια στους πέντε ανέμους, όπως και ο διάσπαρτος στον κόσμο ελληνισμός.

Στην ουσία, ακόμα και στις μέρες μας το περίφημο όσο και περιφρονημένο γλωσσικό μας ζήτημα παραμένει ανοιχτό σαν χαίνουσα πληγή, παραγκωνισμένο από τον καταναλωτικό εφησυχασμό μας που επιμένει να χαρίζει την επιλεκτική του προσοχή, κοινώς να σκοτίζεται, κατά βάση για τις ζάντες αλουμινίου των πολυτελών αυτοκινήτων μας!

Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι η νεοελληνική γλώσσα από την εποχή του 1821 έως και τις μέρες μας έχει υποστεί τις μεγαλύτερες μεταβολές από οποιαδήποτε άλλη εθνική γλώσσα της δυτικής Ευρώπης στο ίδιο διάστημα. Με δυο λόγια, οι απόφοιτοι του ελληνικού σχολείου δυσκολεύονται να αναγνώσουν ένα κείμενο ελάχιστων δεκαετιών πιο πίσω, μένοντας αποκομμένοι ουσιαστικά από την πνευματική παράδοση του τόπου μας. Δηλαδή είναι πιθανότερο να διαβάσει ένας σημερινός Έλληνας τον Μπαλζάκ στο πρωτότυπο παρά τον Παπαδιαμάντη.

Ταυτόχρονα είναι γνωστό ότι τη γραμματεία της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας την εισάγουμε από την αλλοδαπή μαζί με τις ηλεκτρικές κουζίνες και τα κελαριστά κινητά μας.

Εις αναζήτηση γλώσσας...

Καθώς γράφει ο Φίνλεϊ, στην υπό εξέταση περίοδο του 1821, την Ελλάδα την κατοικούσαν δυο φυλές, οι Έλληνες και οι Αρβανίτες, που λαλούσαν, φυσικά, τα ελληνικά και τ’ αρβανίτικα. Ωστόσο, πέραση είχαν και οι προφορικές ντοπιολαλιές, αυτές που με άνεση και γνήσιο αίσθημα ομιλούνταν από τους τοπικούς πληθυσμούς, δηλαδή τους Μανιάτες και τους Λαλαίους, τους Υδραίους και τους Ψαριανούς, τους Βραχωρίτες και τους Σουλιώτες.

Το 1821 όλοι λαλούσαν, αλλά ελάχιστοι έγραφαν. Η γραφή και η ανάγνωση ανήκε αποκλειστικά στους (μορφωμένους) ιερείς, στους λεγόμενους γραμματικούς, στους σπουδαγμένους και στους εμπόρους. Ανάμεσα στον πληθυσμό κάποιοι είχαν μάθει και μερικά κολλυβογράμματα στα αλληλοδιδακτικά σχολεία, ίσα όμως που να καταφέρνουν να ορνιθοσκαλίζουν τις σκέψεις τους, δίχως καν να έχουν τη δυνατότητα να αντεπεξέλθουν, για παράδειγμα, στις απαιτήσεις του πολεμικού ταχυδρομείου.

Οι διαφορές μεταξύ της προφορικής παράδοσης, όπως αυτή εκφραζόταν από τα ελάχιστα δείγματα που έχουν διασωθεί στη γραπτή μεταφορά της, και της γραφής των λογίων και των γραμματικών ήταν αγεφύρωτες. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του Μιαούλη, ο οποίος μιλούσε τ’ αρβανίτικα φαρσί και μπέρδευε τα άρθρα – «...ο γυναίκας μου» έλεγε, όταν προσπαθούσε να μιλήσει ελληνικά –, και του γραμματικού του Σαλτέρη, ο οποίος έγραψε κατεβατά από ακατάληπτες ελληνικούρες.

«Τότε δε τότε και αυτός ο σοβαρότατος Πλούτων μετά του αγριωτάτου Κερβέρου ήθελον μειδιάσει, βλέποντες εξ ενός μέρους τον έχθρόν απηλπισμένως κατά των ελληνικών πλοίων ορμώντα ως άγριος αίλουρος και από το άλλο τους Ελληνας, πότε μεν αντικρούοντας την ορμήν των και εις μηδέν αυτήν λογιζομένους, ως άλλοι μεγαλόφρονες και των μικρών άξιοι καταφρονηταί λέοντες, πότε εφορμόντας κατ’ αυτών, ως υψιπετείς αετοί και δρυμείς σαρκοφάγοι ιέρακες, πότε πάλιν τον Δίαν μιμουμένους και ως εξ ύψους του ουρανού μακρόθεν τους εχθρούς κεραυνοβολούντας, και άλλοτε τον νεκρόν προσποιουμένους, ως ο γέρων της οικείας αίλουρος τους όνυχάς του προς τους μύας, υπό την όρασιν των εχθρών αποκρύπτοντας...».

Φανταστείτε τον Μιαούλη να περιγράφει ο ίδιος τη ναυμαχία! Με τι χυμώδη λαλιά θα απέδιδε τα γεγονότα και τη διάθεσή του! Η απώλεια αυτή είναι ανυπολόγιστη, καθώς αφηνόμαστε στο ανούσιο παραλήρημα μιας απερίγραπτης αρχαΐζουσας, η οποία ρεκάζει σε βάρος του πραγματικού, αφανίζοντας κυριολεκτικά τόσο τον ναυμάχο όσο και την ίδια τη ναυμαχία.

Έτσι, αυτή η αδυναμία στη γραφή αφάνισε κυριολεκτικά τους τρόπους και το σκέπτεσθαι των αγωνιστών. Όλα μεταφέρονται μέσα από την πεπαιδευμένη γραφή των λογίων, αλλοιωμένα από την απονευρωμένη αρχαΐζουσα, η οποία κόπτεται διά το γλαφυρόν του ύφους, το συναρμολογημένο των λέξεων και τη ρητορική ευφράδεια. Με δυο λόγια, μαθαίνουμε για τις μάχες από αυτούς που δεν πάτησαν το ποδάρι τους σε πεδίο μάχης...

Αυτό που ακολούθησε ήταν αναμενόμενο: όλοι αυτοί οι άξεστοι αναλφάβητοι, αυτοί που έγραψαν την Iστορία του τόπου με το αίμα τους, έπρεπε να παραδώσουν την πολιτική διακυβέρνηση στα χέρια εγγράμματων. Όσοι τίμησαν τα όπλα, όφειλαν να τηρήσουν τώρα και υπακοή· θα μιλούσαν και θα έγραφαν οι φρακοφορεμένοι για λόγου τους. Το νέο κράτος έπρεπε να βρει μιαν ελεύθερη γλώσσα που να μην είναι «μολυσμένη» από τους τουρκισμούς και τους αρβανιστισμούς.

Έτσι όλα τα Απομνημονεύματα μάς παραδόθηκαν στην καθαρεύουσα, απονευρωμένα, στυφά, άοσμα. Η ζωντανή, χυμώδης λαϊκή λαλιά πέρασε εκτός νόμου και μαζί της οι αληθινές γνώμες των αγωνιστών, οι καθαρές εντυπώσεις τους, τα ήθη τους, ο τρόπος σκέψης τους, τα αισθήματά τους. Η ευπρεπής και καλλιεπής γλώσσα των λογίων μίλησε για λογαριασμό πολεμιστών που αγνοούσαν παντελώς την ευπρέπεια και την καλλιέπεια, αποτινάζοντας, ωστόσο, το δουλικό παρελθόν όπως αυτό αποτυπωνόταν στη φτωχή και αγενή λαϊκή γλώσσα.

Οι γραμματικοί, με άλλα λόγια, προσέφεραν ευεργεσία στον Αγώνα, καθώς έγιναν το δεξί καλλίγραφο χέρι και το επίσημο συγκροτημένο μυαλό της επικοινωνίας μεταξύ του μετώπου και της κυβερνήσεως. Απώλεια ωστόσο παραμένει το γεγονός ότι φίμωσαν τη χοντροκομμένη λαϊκή άποψη που είχε κάθε δικαίωμα να εκφραστεί.

Όσο κι αν ακούγεται άδικο, αποτελεί πικρή αλήθεια ότι η δουλειά των πολέμαρχων του Αγώνα τελείωνε αποκλειστικά στα πεδία των μαχών. Κάθε άλλη ανάμειξή τους απέβαινε σε βάρος της συνέχειας που χρειαζόταν την κάστα των επαναστατών διανοουμένων, οι οποίοι είχαν χρέος να μεταρρυθμίσουν εκ θεμελίων την επίσημη γλώσσα, έργο εξίσου δύσκολο με μια πολεμική σύγκρουση. Ενώ οι τοπικοί οπλαρχηγοί προσπαθούσαν να επιβάλουν το στενό συμφέρον των κοινωνιών τους με όρους περιφερειακών συμμαχιών, οι εκσυγχρονιστές διανοούμενοι προσπαθούσαν να θέσουν σε λειτουργία την αφηρημένη ιδέα του Έθνους, παραβλέποντας αυτές τις τοπικιστικές, ωστόσο, κυρίαρχες τάσεις.

Είναι αλήθεια, λοιπόν, ότι ο Κολοκοτρώνης, για παράδειγμα, είχε τοπικιστικές βλέψεις και αντιμετώπιζε τους Έλληνες διαφωτιστές του εξωτερικού ως επικίνδυνα όργανα ξένων δυνάμεων. Όπως γίνεται φανερό, ο αγώνας κατά των Οθωμανών κατακτητών ανέδειξε με την ολοκλήρωσή του μια μη αναμενόμενη πραγματικότητα, αυτή των δυο εγχώριων εθνών. Συστρατεύτηκαν οι άνθρωποι του παρελθόντος, απέναντι στους ανθρώπους του μέλλοντος.

Εδώ εδράζεται και το διαχρονικό πρόβλημα του νεότερου ελληνισμού: στη διαμάχη ανάμεσα στους αυτόχθονες πρωτόγονους που σήκωσαν το βάρος των όπλων εναντίον των ετερόχθονων φιλοδυτικών που θεώρησαν επαναστατικό τους καθήκον να συγκροτήσουν μια σύγχρονη κοινωνία δυτικού τύπου. Αυτή η διαμάχη για την «κλοπή» της Επανάστασης από τους λόγιους μεταφράζεται σε μια άγρια διαμάχη μεταξύ κοινωνίας και κράτους που επιβιώνει ώς τις μέρες μας με διαφορετική μορφή. Οι δυτικές καινοτομίες, όπου επιχειρήθηκαν, αντιμετώπισαν τη λυσσαλέα αντίδραση των ντόπιων, τις περισσότερες φορές με ανυπολόγιστο κόστος.

Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, η έλλειψη γραπτών άμεσων μαρτυριών από μέρους των άγριων μαχητών του 1821 θα μας αφήνει αναπάντητο το ερώτημα για το τι είδους άνθρωποι ήταν. Αποτελούσαν απόβλητα της νέας ιστορικής πραγματικότητας και αντικειμενικοί λόγοι τους έθεσαν στο περιθώριο ή μήπως υπερτερούσαν σε ψυχική βαθύτητα από τους φραγκοαναθρεμμένους καλαμαράδες;

Από τους πλέον χαρακτηριστικούς τύπους από τη μεριά των εκσυγχρονιστών ήταν ο Σπυρίδων Τρικούπης, με σπουδές στην Αγγλία, ένθερμος υποστηρικτής του Μαυροκορδάτου. Ο Σ. Τρικούπης ήταν σαφής ως προς το γλωσσικό ζήτημα: «Σφάλλει όστις φρονεί ότι αρκεί μόνον να καταλαμβάνει ο λαός ό,τι λαλεί και ό,τι γράφει ο πεπαιδευμένος . Ο λαός ανάγκη πάσα να λαλεί και να γράφη όπως γράφει ο πεπαιδευμένος».

Μαρτυρίες ωστόσο πεπαιδευμένων δεν έχουμε, ούτε ο Μαυροκορδάτος άφησε μια γραμμή ούτε ο Πραΐδης που έγραφε γαλλιστί το ημερολόγιό του ούτε καν ο Νέγρης, ο Κωλέττης, ο Ομηρίδης, ο Σκυλίτσης. Κανένας τους δεν άφησε γραπτό τεκμήριο, κι έτσι όλος ο Αγώνας πέρασε στον εικοστό αιώνα χάρη σ’ έναν αγράμματο, όχι τόσο για τις ιστορικές του πληροφορίες, οι οποίες δεν είναι – σκοπίμως – ακριβείς, ούτε για τη σύνεσή του, μια και ο Μακρυγιάννης, όπως σωστά μαντέψατε, ήταν παράφορος, αλλά μόνο και μόνο γιατί μέσα σε αυτό διασώζεται η παθιασμένη ψυχή του χωριάτη που προσπάθησαν να διαγράψουν οι αυτόκλητοι σωτήρες του έθνους. Από αυτή την ανεκτίμητη για τη μοναδικότητά της μαρτυρία μαθαίνουμε ότι οι αγράμματοι υπόδουλοι πληθυσμοί είχαν κι αυτοί «μερίδιο εις αυτήν την πατρίδα και κοινωνία».

Το να μάθουμε πώς μιλούσαν μέσα στα καράβια οι Υδραίοι, τι έλεγαν μεταξύ τους οι Σουλιώτες, πώς έκοβαν και έραβαν οι γλώσσες στα διάφορα μέρη, δεν είναι απλή περιέργεια και υπερτίμηση της γραφικότητας. Πρόκειται πολύ απλά για την ίδια την ταυτότητα της χώρας και των ανθρώπων της, για την ίδια την ψυχή τους, που έμεινε ανερμήνευτη, ερμητικά κλειστή.

Τι φρονούσαν οι άνθρωποι αυτοί, τι ένιωθαν, πώς αισθάνθηκαν, πώς βίωσαν τον τρομερό τους παραμερισμό από τους άκαπνους κονδυλοφόρους ευγενείς; Αυτό το κουρελίδικο πλήθος που σερνόταν παραμερισμένο και περιφρονημένο στους σκονισμένους χωματόδρομους του νεοσύστατου κράτους, έβλεπε σαν ξένους τους πάντες: τους πρόθυμους ιστορικούς που κατέγραψαν την Iστορία του ενώ δεν ήταν δίπλα του, τους φιλέλληνες και τους μισέλληνες που ήλθαν, άκουσαν και κατέγραψαν τις εντυπώσεις τους, τους καλαμαράδες που άκουγαν τη γλώσσα του και απέστρεφαν το κεφάλι με αηδία, άδοντας τη νεκρή επίσημη γλώσσα, τους ντόπιους εγγράμματους που δεν μπήκαν στον κόπο να περισώσουν μια δική του φράση από τις γλώσσες που βούιζαν σαν μελίσσι γύρω τους, μεταφέροντας τις σκέψεις και εκφράζοντας τα εσώψυχά του.Ξένοι ήταν όλοι όσοι πήραν τον δικό του αγώνα και τον έκαναν λόγια δικά τους, σαν ο λαός να μην είχε τις δικές του λαλιές, τη δικιά του γνώμη, τα δικά του σεκλέτια.

Έτσι, η συγκρότηση του νέου κράτους άφηνε τους αγωνιστές απελπιστικά έξω από τις ζωές τους, τους έσπρωξε με περιφρόνηση στο περιθώριο, έκλεψε την ίδια τους τη φωνή, τη δική τους εκδοχή, αυτή που δεν ακούστηκε ποτέ! Τους θυσίασε με το πάντα πετυχημένο πρόσχημα της εθνικής ανάγκης στην αλαλία, κατά συνέπεια στην ανυπαρξία, με όπλο μια γλώσσα άκαμπτη , που δολοφόνησε άκαρδα όλες εκείνες τις ζωντανές ντοπιολαλιές με την απαραίτητη δόση «χοντροκοπιάς» που προστατεύει το αλάνθαστο λαϊκό αισθητήριο. Είναι ντροπή σήμερα να διαβάζουμε ιστορίες των Υδραίων, των Μανιατών και να μην περισώζεται ούτε μια φράση στραβή που να σχετίζεται με τη ζωή και τα συναπαντήματά της


26 Μαρτίου 1946: Ο εμφύλιος πόλεμος

Σήμερα, ξέρουμε πως όλα ήταν ένα λάθος. Αλλά σήμερα μιλάμε με γνωστό το αποτέλεσμα των εκλογών της 31ης Μαρτίου 1946. Στο κλίμα της εποχής, το σύνθημα της αποχής από τις εκλογές του 1946 φάνταζε ως η σωστή λύση για την Αριστερά και η βολική για τη Δεξιά. Αποδείχτηκε το δεύτερο. Αν υποτεθεί πως το ποσοστό της αποχής του Μαρτίου είναι ίσο με τις επιπλέον ψήφους στο δημοψήφισμα της 1ης Σεπτεμβρίου, η σύνθεση θα ήταν πολύ διαφορετική. Αντί για παντοκρατορία του Λαϊκού κόμματος στη Βουλή, θα είχαμε μια κεντροδεξιά ή και κεντροαριστερή κυβέρνηση με μια πιο ήρεμη πορεία προς την ομαλότητα. Θα είχαμε 140 αντί τις 205 έδρες του Λαϊκού κόμματος, 40 αντί τις 68 της ΕΠΕ, 35 αντί τις 48 των Φιλελευθέρων, 15 αντί τις 20 του Ζέρβα και 105 αντί το μηδέν της Αριστεράς.

Η αποχή ήταν και η απαρχή του εμφύλιου πολέμου 1946-1949, το δεύτερο αντάρτικο, όπως αποκλήθηκε. Σημείο εκκίνησης η επίθεση στο Λιτόχωρο, στις 30 Μαρτίου 1946. Όταν πραγματοποιήθηκε η επίθεση, πέρασε μάλλον απαρατήρητη. Τη θυμήθηκαν, στη συνέχεια.

Ενάμιση χρόνο αργότερα, η εφημερίδα «Εξόρμηση» έγραφε:

«Άνοιξη του 1946. Ο μοναρχοφασισμός που άρπαξε την εξουσία από τα χέρια του ελληνικού λαού, οργιάζει. Συλλαμβάνει, φυλακίζει, δολοφονεί τους αγωνιστές της εθνικής αντίστασης, τους ελασίτες. Για να δικαιώσει τα εγκλήματά του και να νομιμοποιήσει το καθεστώς που επέβαλε στην Ελλάδα ο αγγλοαμερικάνικος ιμπεριαλισμός, ο μοναρχοφασισμός ετοιμάζεται να κάνει τις εκλογές της 31ης του Μάρτη. Το όργιο κορυφώνεται. Λίγοι ελασίτες που ξέφυγαν το μαχαίρι των μοναρχοφασιστών είναι κρυμμένοι στον Όλυμπο. Οι περισσότεροι είναι από το Λιτόχωρο. Στις 26 του Μάρτη, σε μια σπηλιά, οι καταδιωκόμενοι αγωνιστές του Ολύμπου αποφασίζουν πως, από δω και πέρα, πρέπει να υπερασπίσουν τη ζωή τους και τη ζωή του δημοκρατικού λαού, πιο ενεργητικά. Αποφάσισαν να γίνει μια ενέργεια που θα είχε την έννοια της προειδοποίησης προς το μοναρχοφασισμό από μέρους του λαού. Στόχος της ένοπλης ενέργειας διαλέχτηκε το Λιτόχωρο, όπου οι τρομοκράτες έχουν σακατέψει το λαό με βασανιστήρια και πολλούς αγωνιστές έχουν δολοφονήσει...».

Οχτώ μέρες μετά την επίθεση, οι εφημερίδες δημοσίευσαν μιαν ανακοίνωση, στις μέσα σελίδες:

«Κατά τηλεγράφημα του διοικητού χωροφυλακής Κατερίνης, την 20.30’ του Σαββάτου, 30ής Μαρτίου, συμμορία εξ εκατό και πλέον κομμουνιστών, ωπλισμένων δι’ αυτομάτων όπλων και όλμων, προσέβαλον δολοφονικώς τους εις τον σταθμόν χωροφυλακής Λιτοχώρου στρατωνιζομένους άνδρας της χωροφυλακής και εθνοφυλακής, οι οποίοι προωρίζοντο δια την τήρησιν της τάξεως κατά τας εκλογάς. Επηκολούθησε συμπλοκή διαρκέσασα πλέον της ώρας, καθ’ ην το οίκημα του σταθμού χωροφυλακής ανεφλέγη εκ των βλημάτων όλμων και εμπρηστικών χειροβομβίδων. Η συμμορία, μετά την πραγματοποίησιν του εγκληματικού σχεδίου της, ετράπη προς την ορεινήν δασώδη περιοχήν του Ολύμπου...».

Η «Εξόρμηση» μιλούσε για 23 νεκρούς κι από τις δυο πλευρές. Η ανακοίνωση για οχτώ νεκρούς από την πλευρά των αμυνομένων. Ο εμφύλιος είχε αρχίσει. Κράτησε γεμάτα τρία χρόνια.

19 Μαρτίου 1970: Ο Βίλι Μπραντ

Ο Βίλι Μπραντ γεννήθηκε στις 18 Δεκεμβρίου 1913 και, μεγαλώνοντας, ασχολήθηκε με την πολιτική. Ήταν 21 Οκτωβρίου 1969, όταν εκλέχτηκε καγκελάριος της Δυτικής Γερμανίας ως ηγέτης του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (FDP). Διακήρυξε και εφάρμοσε την «οστπόλιτικ» («ανατολική πολιτική») με σκοπό την προσέγγιση των δύο κόσμων (Δύσης και Ανατολής). Μόλις πέντε μήνες μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, στις 19 Μαρτίου 1970, ως ηγέτης της τότε Δυτικής Γερμανίας, συναντήθηκε επίσημα με τον Βίλι Στοφ, ηγέτη της τότε Ανατολικής Γερμανίας. Ήταν η πρώτη φορά που συνέβαινε κάτι τέτοιο. Ως εισηγητής της «οστπόλιτικ», στις 20 Οκτωβρίου 1971, βραβεύτηκε με το βραβείο Νόμπελ. Δυο χρόνια αργότερα, στις 7 Ιουνίου 1973, επισκέφτηκε το Ισραήλ (πρώτη επίσκεψη στη χώρα από Δυτικογερμανό ηγέτη). Έξι μήνες αργότερα, στις 11 Δεκεμβρίου 1973, ο καγκελάριος και ο πρωθυπουργός της Τσεχοσλοβακίας, Λουμπομίρ Στρούγκαλ, υπέγραψαν επίσημα συμφωνία που ακύρωνε τη Συνθήκη του Μονάχου του 1938, η οποία επικύρωνε την από τον Χίτλερ κατάληψη της Σουδητίας. Όμως, ο Βίλι Μπραντ οδηγήθηκε σε παραίτηση, στις 6 Μαΐου 1974, μετά τη σύλληψη στενού συνεργάτη του με την κατηγορία της κατασκοπίας υπέρ της Ανατολικής Γερμανίας. Τον διαδέχτηκε ο Χέλμουτ Σμιθ. Ο Βίλι Μπραντ πέθανε στις 9 Οκτωβρίου 1992.

Δυστυχώς επτωχεύσαμεν: Μια διαχρονική αλήθεια της ελληνικής πολιτικής

Θα αποτολμούσε κανείς να ισχυριστεί ότι η ελληνική οικονομία χαρακτηριζόταν διαχρονικά, εκτός από την έλλειψη χρημάτων, και από έλλειψη στρατηγικής. Όλες οι κυβερνήσεις στην ουσία διαχειρίζονταν θαλασσοδάνεια με τη γνωστή ρωμαίικη καπατσοσύνη προσθέτοντας στην οικονομική πολιτική δόσεις αχαλίνωτης φαντασίας. Ο Έλληνας από τις απαρχές της ανεξαρτησίας του εξασκήθηκε στη δημιουργική λογιστική και ουδόλως στην παραγωγικότητα, καλλιεργώντας μιαν εθνική ψυχολογία φτώχειας και μιζέριας. Υιοθετώντας ως βασική αρχή το «όποιος κλέβει το κράτος, δεν κλέβει κανέναν», δημιούργησε μιαν ιδιότυπη αντίληψη περί οικονομίας, ανάπτυξης και προόδου. (Η πρόσφατη περιπέτεια του Χρηματιστηρίου αποτελεί ένα λαμπρό παράδειγμα μιας καινοφανούς μεθόδου ριζικής αφαίμαξης των οικονομιών του λαού, αντάξιας της μεταμοντέρνας άσκησης της οικονομικής μας πολιτικής).

Στις δύσκολες περιόδους, βασικός στόχος κάθε κυβερνήσεως ήταν και είναι η τσέπη του λαού και η προστασία των εχόντων και κατεχόντων. Με αυτόν τον παραπαίοντα βηματισμό πορεύτηκε η οικονομική πολιτική της χώρας ώς τις μέρες μας. Το μόνο σημαντικό προσθετικό στοιχείο κατά εποχές ήταν οι, όντως με ποιητικές αξιώσεις, ονομασίες που ελάμβαναν διάφορα φιλόδοξα προγράμματα. Η ελληνική οικονομία, ακολουθώντας την πορεία του ελληνικού κράτους, έπραττε αποσπασματικά, σπασμωδικά, ανοργάνωτα , υστερόβουλα, με γνώμονα τα μικροκομματικά και ατομικά συμφέροντα, πάντα και σταθερά σε βάρος της υγιούς με κανόνες και πρόγραμμα κοινωνικής ανάπτυξης.

Το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» που εκστόμισε ο Χαρίλαος Τρικούπης τη 10η Δεκεμβρίου του 1893 στο ελληνικό Kοινοβούλιο, στοιχειώνει την πολιτική - οικονομική ιστορία της χώρας, είτε εν γνώσει μας είτε εν αγνοία μας. Έκτοτε, κανένας και ουδέποτε τόλμησε ούτε θέλησε να αλλάξει έμπρακτα νοοτροπία σ’ αυτή τη φτωχομπινεδιάρικη άσκηση της οικονομικής μας πολιτικής, οικοδομώντας μια κοινωνία της άρπαχτής, της ρεμούλας, των μεταπρατών, των εργολάβων του δημοσίου τομέα, της μικρόνοης, αήθους και ιταμής συναλλαγής.

Η μεγαλύτερη απάτη των πολιτικών και της πολιτικής είναι η επίκληση στο μέλλον, ένα μέλλον άφαντο πάντα και από παντού από τη ζωή μας, ένα μέλλον που αφανίζει συστηματικά το παρόν μας. Αυτός ο τόπος, με τις κυβερνήσεις που επέλεγε, δεν κατάφερε ποτέ να ζήσει ή τέλος πάντων να ανταμωθεί με το παρόν του, ωστόσο, διέθετε πάντα λαμπρό μέλλον. Όλα θα γίνουν, όλα θα υπάρξουν, όλα θα μας περιμένουν.

Εγκαταλείψαμε όμως τον Χαρίλαο Τρικούπη στα έδρανα της Βουλής στη δύσκολη εκείνη στιγμή που εκστόμιζε το ιστορικό «δυστυχώς επτωχεύσαμεν», το οποίο ήταν αποτέλεσμα μιας εσφαλμένης πολιτικής συνεχών δανεισμών.

Κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες πριν από την ηχηρή πτώχευση

Η προσάρτηση της Θεσσαλίας το 1881 ήρθε ως αποτέλεσμα επέκτασης των συνόρων του ελεύθερου ελληνισμού σε βάρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επίσης θα μπορούσε να θεωρηθεί και ως ένα πρώτο βήμα της «Μεγάλης Ιδέας», όπως και μια οικονομικής σημασίας επιτυχία με την προσθήκη του μεγαλύτερου στον ελλαδικό χώρο σιτοβολώνα.

Την εποχή αυτή παρατηρείται παράλληλα μια σειρά διαφοροποιήσεων στις βασικές ταξικές ισορροπίες και στον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας. Πρώτη φορά από τη σύσταση του κράτους εμφανίζεται μια μορφή αναπτυξιακής πολιτικής από τη μεριά του που στοχεύει στην αναδιοργάνωση των θεσμικών του λειτουργιών στην κοινωνία, την οικονομία και την άσκηση της πολιτικής.

Μέσα σ’ αυτό το νέο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο, η προσωπικότητα του Χαρίλαου Τρικούπη παίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του γενικότερου μεταβατικού πολιτικοκοινωνικού σκηνικού. Έχουμε την παρουσία μιας ισχνής βιομηχανικής αστικής τάξης που στηρίζεται στην ντόπια παραγωγική εργασία. Ενδεικτικά, το 1867 υπήρχαν 22 αλευρόμυλοι και νηματουργεία, τα οποία αυξήθηκαν σε μια δεκαετία σε 108. Ταυτόχρονα ο αστικός πληθυσμός της Αθήνας και του Πειραιά από 36.000 το 1853, έφτασε το 1889 σε 150.000 χιλιάδες κατοίκους.

Η εκβιομηχάνιση συντελείται με όρους που ξεπερνούν τα στενά βιομηχανικά - καπιταλιστικά συμφέροντα και επηρεάζουν ευρύτερες κοινωνικές ομάδες των μεσαίων στρωμάτων. Πέρα από τους παραδοσιακούς αγροτικούς πληθυσμούς στους οποίους στηρίζεται η ανάπτυξη του κράτους τα πρώτα 50 χρόνια, έρχονται να προστεθούν νέοι και σύγχρονοι τομείς απασχόλησης, όπως έμποροι, δικηγόροι, γιατροί, δάσκαλοι, καλλιτέχνες κ.λπ. Ταυτόχρονα σημειώνεται μια αύξηση της νομισματικής ρευστότητας με την κυκλοφορία χαρτονομισμάτων.

Σημαντικό ρόλο στην οικονομία αυτής της περιόδου παίζει η εξαγωγή της σταφίδας – από την Πελοπόννησο κυρίως όπου καλλιεργείται κατ’ αποκλειστικότητα. Ο ρόλος των σταφιδοπαραγωγών θα ενισχυθεί περισσότερο, καθώς και η οικονομική τους επιρροή, με την παρακμή του ναυτιλιακού διαμετακομιστικού εμπορίου. Την ίδια εποχή, δίπλα στο μονοπώλιο της Εθνικής Τράπεζας, εμφανίζεται μια σειρά από πιστωτικά, ασφαλιστικά και τραπεζικά ιδρύματα. Τέλος, στην Ελλάδα της τελευταίας εικοσαετίας του 19ου αιώνα, εμφανίζεται μια ισχυρότατη ολιγαρχία, η οποία αποτελείται από κεφαλαιούχους της διασποράς.

Κοντολογίς, με την προσάρτηση της Θεσσαλίας και της Άρτας επεκτείνεται εδαφικά αλλά και οικονομικά – με τη διεύρυνση των αγορών – το ελληνικό κράτος και παρατηρούνται σοβαρές κοινωνικές και ταξικές ανακατατάξεις, με την αλλαγή των παραδοσιακών μορφών εργασίας και την προσθήκη νέων σύγχρονων συνθηκών παραγωγής.

«Από το 1875 - 1880 και πέρα, η βαθμιαία τάση μείωσης του ρόλου του κράτους στη διαδικασία αντλήσεως του πλεονάσματος ανακάμπτεται. Η σχέση κρατικών δαπανών και εθνικού εισοδήματος ανέρχεται πάλι στο 20% περίπου, και οι κατά κεφαλή κρατικές δαπάνες, που ανέβαιναν με συγκρατημένους ρυθμούς, παρουσιάζουν μετά το 1880 θεαματική άνοδο.

»Η αναστροφή όμως αυτή στην τάση μειώσεως των κρατικών εξόδων σαν ποσοστού του εθνικού εισοδήματος δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν ενίσχυση της κρατικής αστικής τάξεως. Πρόκειται αντίθετα για σύμπτωμα εξασθενίσεώς της.

»Πραγματικά, ενώ ώς το 1875 η διόγκωση του κρατικού προϋπολογισμού ήταν αποκλειστική σχεδόν συνάρτηση της διογκώσεως του κρατικού μηχανισμού, από το 1875 - 1880 και πέρα αρχίζει βαθμιαία να εκφράζει την επέκταση των τομέων όπου το κράτος ασκεί πολιτική. Η αλλαγή των δεδομένων της διπλωματικής ισορροπίας στα Βαλκάνια, που εξαναγκάζει το κράτος να ενισχύσει τον στρατό, δεν είναι παρά μόνο μια από τις νέες εκφάνσεις της βαθιάς μεταβολής».

Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΔ’, σελ. 14

Πολιτικοί σταθμοί προς την πτώχευση

1886. «Χρηματιστήριο της Ανατολής» φιλοδοξούσε να καταστήσει την πτωχή πλην τίμια Ελλάδα ο Χαρίλαος Τρικούπης στην κοινοβουλευτική του θητεία, που άρχισε στις 6 Μαΐου 1886 και ολοκληρώθηκε στις 24 Οκτωβρίου 1890. Πρόκειται για μιαν από τις μακροβιότερες κοινοβουλευτικές θητείες ελληνικής κυβέρνησης. Σ’ αυτό το διάστημα, ο Τρικούπης κατάφερε να θεμελιώσει το σιδηροδρομικό δίκτυο της χώρας και να επαναφέρει σε ισχύ νόμους και φόρους που είχε καταργήσει προηγουμένως ο μισητός του πολιτικός αντίπαλος Θ. Δηληγιάννης. Αξιοσημείωτο αυτής της περιόδου είναι ότι ο Τρικούπης φρόντισε εκτός από τον άρτο και για τα θεάματα του λαού...

1890. Το 1890, στις 14 Οκτωβρίου, ο Τρικούπης χάνει τις εκλογές από τον μόνιμο αντίπαλό του, τον Θ. Δηληγιάννη. Είναι η εποχή που στην Αθήνα κυριαρχούν τα Κρητικά γεγονότα. Κάθε ενέργεια της ελληνικής κυβέρνησης υπέρ των Κρητικών ξεσηκώνει θύελλα διπλωματικών διαμαρτυριών από την τούρκικη πλευρά. Επίσης, εκείνη την περίοδο, ένα άλλο εθνικό ζήτημα πονοκεφαλιάζει την κυβέρνηση. Οι διωγμοί των Ελλήνων και της Ορθόδοξης Εκκλησίας από το ενοποιημένο κράτος της Βουλγαρίας. Στα οικονομικά κυριαρχεί ο μόνιμος πονοκέφαλος της εξεύρεσης του απαιτούμενου εξωτερικού συναλλάγματος για την ετήσια πληρωμή των τοκομεριδίων στους αλλοδαπούς δανειστές του ελληνικού δημοσίου τομέα.

Ο πρωθυπουργός εξαγγέλλει δρακόντεια μέτρα λιτότητας. Μέσα σ’ αυτή την ασφυκτική οικονομική πραγματικότητα όπου κυριαρχεί η μικροπολιτική και οι αβυσσαλέες αντιπαραθέσεις εσωτερικών συμφερόντων βρίσκει την ευκαιρία το διεθνές κερδοσκοπικό κεφάλαιο να παίξει άσχημα παιχνίδια σε βάρος της δραχμής, με αποτέλεσμα, μέσα σε ελάχιστο διάστημα, κατά τον χειμώνα του 1891 - 1892, η αξία των ελληνικών χρεογράφων στα χρηματιστήρια του εξωτερικού να μειωθεί από 10% έως 12%.

1892. Παύεται η κυβέρνηση Δηληγιάννη, με συνέπεια να ξεσπάσουν αναταραχές στην Αθήνα από του οπαδούς του. Το αδιέξοδο θα προκαλέσει εκλογές τον Μάιο του 1892 και το εκλογικό σώμα επαναφέρει τον Τρικούπη στην κυβέρνηση. Αντιμέτωπος με τα τραγικά οικονομικά αδιέξοδα, θα επιχειρήσει τη σύναψη νέων δανείων προς εξυπηρέτηση των παλιών. Οι όροι δανεισμού αποδεικνύονται δυσβάστακτοι. Η διαφορά ανάμεσα στην ονομαστική τιμή των δανείων και στην τιμή έκδοσης έφτανε το 30%.

Ακολούθησε μια νέα και άγρια περίοδος λιτότητας φτάνοντας στο σημείο να φορολογηθεί ανηλεώς ακόμα και η εκπαίδευση. Ο Τρικούπης, αντιλαμβανόμενος το αδιέξοδο του δημοσιονομικού προβλήματος, ύστερα από μια σειρά ανεπιτυχών προσπαθειών, κυρίως με τον αγγλικό παράγοντα, προτίμησε να αποσυρθεί εγκαίρως από την εξουσία για να μην υποστεί αυτός την επερχόμενη καταστροφή.

1893. Στις 3 Μαΐου 1893 τη διακυβέρνηση αναλαμβάνει ο Σωτηρόπουλος με υπουργό Εξωτερικών τον Δ. Ράλλη. Όλοι περιμένουν από τον Σωτηρόπουλο απλώς να επισημοποιήσει την πτώχευση. Ο ίδιος ωστόσο προσβλέποντας στην προσωπική του φήμη, όπως είχε πράξει και ο Τρικούπης νωρίτερα, αντί να προβεί στην επίσημη διαπίστωση της πλήρους χρεοκοπίας, στράφηκε στον οίκο «Χάμπρο» του Λονδίνου. Από εκεί ο Σωτηρόπουλος εξασφάλισε το απαιτούμενο κεφάλαιο που χρειαζόταν για την κεφαλαιοποίηση των καθυστερούμενων τόκων. Το δάνειο «Χάμπρο» ήταν εξαιρετικά τοκογλυφικό και στην ουσία δεν ήταν παρά μια έμμεση αναγνώριση της πτώχευσης, μια «δόλια χρεοκοπία», όπως χαρακτηρίστηκε.

Στις 30 Οκτωβρίου του ιδίου έτους, ο Σωτηρόπουλος παραιτήθηκε για να δοθεί η εντολή στον Τρικούπη να σχηματίσει κυβέρνηση. Πρώτη κίνηση, να ακυρώσει το «δάνειο κεφαλαιοποίησης» του Σωτηρόπουλου γιατί θεωρούσε πως είχε καταντήσει κουρέλι την αξιοπιστία της χώρας στο εξωτερικό. Προσπάθησε, σύμφωνα με την προσφιλή του τακτική, να συνάψει νέα δάνεια που θα εξυπηρετούσαν τα παλιά. Ωστόσο, δεν συνάντησε πρόθυμους δανειστές και αναγκάστηκε στις 10 Δεκεμβρίου να εκφωνήσει το παροιμιώδες για την ελληνική οικονομία «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν».

Η είδηση της πτώχευσης, πέρα από τα ειρωνικά και άκρως επιτιμητικά σχόλια που προκάλεσε στο εξωτερικό, ερέθισε ιδιαίτερα τους δανειστές μας, οι οποίοι αξίωσαν την επιβολή διεθνούς ελέγχου πάνω στις εισπράξεις του Δημοσίου.

ΥΓ.: Κάθε συσχετισμός με τη σημερινή (αλλά και διαχρονική) οικονομική πραγματικότητα αφήνεται αποκλειστικά στην κρίση του αναγνώστη...


12 Μαρτίου 1792: Ο Λάμπρος Κατσώνης

Ο Λάμπρος Κατσώνης γεννήθηκε το 1752, στη Λιβαδειά. Νεαρός, έζησε την τραγωδία των ορλοφικών και της εγκατάλειψης των Ελλήνων από την Αικατερίνη Β’ της Ρωσίας (1769). Στα 35 του, ήταν πια χιλίαρχος του ρωσικού στρατού, όταν η Αικατερίνη συμμάχησε με τον Ιωσήφ Β’ της Αυστρίας και κήρυξε τον πόλεμο κατά της Τουρκίας (1787). Σκοπός τους ήταν ο διαμελισμός της οθωμανικής αυτοκρατορίας κατά το πρότυπο της Πολωνίας, το 1772. Ο πόλεμος συνεχιζόταν, όταν ο Λάμπρος Κατσώνης ξεκίνησε από την Τεργέστη με ένα μικρό στόλο που δημιουργήθηκε από συνεισφορές Ελλήνων. Πλέοντας προς το Αιγαίο, συνελάμβανε όποιο τουρκικό πλοίο συναντούσε. Έφτασε να διαθέτει 16 πλοία, παρέλαβε και τον οπλαρχηγό Γεώργιο Αντρούτσο με 500 άντρες και καταναυμάχησε τον τουρκικό στόλο αρκετές φορές.

Η μεγάλη ναυμαχία έγινε το 1790, ανάμεσα στην Άνδρο και την Εύβοια. Τσάκισε τον τουρκικό στόλο αλλά έμεινε με επτά μόνο πλοία. Την επομένη, βρέθηκε ανάμεσα σε δυο στόλους και νικήθηκε. Κατάφερε, όμως, να σωθεί και να συνεχίσει τον αγώνα, ώσπου, στις 9 Ιανουαρίου 1792, η Αικατερίνη σταμάτησε τον πόλεμο με τη συνθήκη του Ιασίου κι έστρεψε, ξανά, τις βλέψεις της προς την Πολωνία. Κάλεσε τον Λάμπρο Κατσώνη να καταθέσει τα όπλα. Εκείνος αρνήθηκε.

Στις 12 Μαρτίου 1792, εξέδωσε την «φανέρωσιν του εξοχωτάτου χιλιάρχου και ιππέως Λάμπρου Κατσώνη», με την οποία κατάγγειλε τη στάση της Αικατερίνης και διακήρυξε πως μόνο με τις δικές τους δυνάμεις θα κατακτήσουν οι Έλληνες την ελευθερία τους. Βγήκε με τον Ανδρούτσο στη Μάνη και προσπάθησε να την επαναστατήσει. Νικήθηκε στο Ταίναρο. Ο Ανδρούτσος, με τους 500 του, ξεκίνησε μια τρομερή πορεία, πολεμώντας σαράντα μερόνυχτα με 6.000 Τούρκους. Έχασε εκατό άντρες αλλά έφτασε στην Πρέβεζα, ενώ οι διώκτες του είχαν 1500 νεκρούς.

Ο Λάμπρος Κατσώνης πέρασε στην Ιθάκη κι από εκεί στην Κριμαία, όπου έζησε ως το θάνατό του, το 1804. Δέκα χρόνια αργότερα, δημιουργήθηκε η Φιλική Εταιρεία που έκανε πράξη το περιεχόμενο της φανέρωσης.

Αιτήματα και αγώνες γένους θηλυκού!

Στις 8 Μαρτίου 1857, οι εργάτριες στα υφαντουργεία και τα ραφτάδικα της Νέας Υόρκης κατεβαίνουν σε απεργία. Ζητούν μείωση των ωρών εργασίας στις 10, από τις 16 ώρες που δούλευαν τότε, αλλά και την εξίσωση των μισθών ανδρών και γυναικών. Η απεργία και οι μεγάλες μαχητικές διαδηλώσεις αντιμετωπίζονται από την αστυνομία με τα όπλα και βάφονται με το αίμα των εργατριών. Η Β’ Διεθνής Συνδιάσκεψη των Σοσιαλιστριών Γυναικών, που συνήλθε στην Κοπεγχάγη το 1910, καθιέρωσε, έπειτα από πρόταση της Κλάρας Τσέτκιν, τη μέρα της 8ης Μαρτίου ως Διεθνή Μέρα της Γυναίκας.

Παρά το γεγονός ότι οι σύγχρονες συνθήκες ζωής έχουν επιβάλει έναν αφομοιωμένο πλέον τρόπο κοινής αντιμετώπισης των δυο φύλων, η ιδέα της ισότητας ανάμεσα σε άντρες και γυναίκες δεν έχει γίνει αποδεκτή, τόσο σε ηθικό όσο και σε θεσμικό - νομικό επίπεδο, σ’ όλες τις κοινωνίες. Στον δυτικό κόσμο, το θέμα της ισότητας των δύο φύλων έχει ολοκληρωθεί με τη νομική κατοχύρωση που δικαιώνει «γυναικεία» αιτήματα αιώνων. Ωστόσο, ακόμα και στις πιο προηγμένες κοινωνίες, παραμένουν εν ισχύι παρωχημένες νοοτροπίες που σε κάθε ευκαιρία ανακαλούν τις «παλιές καλές εποχές». Παρά το γεγονός ότι πολλές φορές χρειάστηκε να «κυλήσουν» αιώνες ολόκληροι, με συνεχείς αγώνες και θυσίες, προκειμένου ένα αίτημα να γίνει νόμος, η αφομοίωσή του απαιτεί ακόμα περισσότερη υπομονή, ώστε να αλλάξει και η νοοτροπία.

Κακή αρχή εν τη Γενέσει

Την πρώτη εδραιωμένη αντίληψη στην Iστορία του δυτικού κόσμου που θέτει ξεκάθαρα τη θέση της γυναίκας σε δεύτερη μοίρα, τη συναντούμε στην Παλαιά Διαθήκη. Πρόκειται για μια διάκριση προερχόμενη εκ Θεού: «Γένεσις», Κεφάλαιο Δεύτερο, § 18: «Και είπε Κύριος ο Θεός· ου καλόν είναι τον άνθρωπον μόνον ποιήσωμεν αυτώ βοηθόν κατ’ αυτόν. § 20 και εκάλεσε Αδάμ ονόματα πάσι τοις κτήνεσι και πάσι τοις πετεινοίς του ουρανού και πάσι τοις θηρίοις του αγρού· τω δε Αδάμ ουχ εβρέθη βοηθός όμοιος αυτώ. § 21 και επέβαλεν ο Θεός έκστασιν επί τον Αδάμ, και υπνωσε· και έλαβε μιαν τον πλευρών αυτού και ανεπλήρωσε σάρκα αντ’ αυτής. § 22 και ωκοδόμησεν ο Θεός την πλευράν, ην έλαβεν από του Αδάμ εις γυναίκα και ήγαγεν αυτήν προς τον Αδάμ».

Καθώς γίνεται φανερό, ο Θεός έφτιαξε τη γυναίκα, όχι ως ετερότητα, αλλά ως βοηθό του άνδρα, μόνο όταν διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε κάποιο κατάλληλο ζώο γι' αυτή τη δουλειά ανάμεσα στα «θηρία του αγρού και όλα τα πτηνά του ουρανού».

Το γυναικείο ζήτημα τελικά φαίνεται πως ατύχησε ιστορικά, αφού δεν βρήκε σύμμαχο ούτε στα μεγάλα μυαλά της ανθρωπότητας· και χρειάστηκε να περιμένει υπομονετικά την πάροδο τον αιώνων για να δικαιωθεί από έναν τομέα της επιστήμης, τη βιολογία, η οποία ξεκαθάρισε τα πράγματα μια και καλή. Παρά την ανυπολόγιστη συνεισφορά τους στην ανθρωπότητα, τόσο ο Πλάτων όσο και ο Αριστοτέλης δεν φέρθηκαν με... το γάντι στις γυναίκες.

Γράφει ο Πλάτων στον «Τίμαιο»: «…η ανθρώπινη φύση είναι διπλή και το καλύτερο είδος της είναι αυτό που αργότερα θα ονομαστεί “άνδρας”».

Τα πράγματα χειροτερεύουν στα «Πολιτικά» του Αριστοτέλη: «Είναι αναγκαίο πρώτα να συνδυάζονται όσα δεν μπορούν να υπάρξουν χωριστά, όπως το αρσενικό με το θηλυκό για την αναπαραγωγή… και το εκ φύσεως άρχον με το εκ φύσεως αρχόμενο για την από κοινού επιβίωσή τους… Η φύση τώρα έχει ξεχωρίσει το θηλυκό από το υπόδουλο… αλλά στους βαρβάρους δεν γίνεται διάκριση μεταξύ δούλου και γυναίκας. Ο λόγος είναι ότι σ’ αυτούς απουσιάζει το φύσει άρχον και επομένως οι μεταξύ τους επαφές είναι επαφές δούλης και δούλου».

Η δε γυνή να φοβείται τον άντρα

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον αποκτούν, ωστόσο, οι απόψεις του Αποστόλου Παύλου, μια και αυτές στην ουσία καθόρισαν τη θέση της γυναίκας στον μετά Χριστόν κόσμο. «κεφαλή δε γυναικός ο ανήρ… γυνή δε δόξα ανδρός εστίν. Ου γαρ εστίν ανήρ εκ γυναικός, αλλά γυνή εξ ανδρός· και γαρ ουκ εκτίσθη ανήρ διά την γυναίκα, αλλά γυνή διά τον άνδρα… πλην ούτε ανήρ χωρίς γυναικός ούτε γυνή χωρίς ανδρός εν Κυρίω». Α’ Προς Κορινθίους, ΙΑ’ 3, 7.

«Αι γυναίκες τοις ιδίοις ανδράσιν υποτάσσεσθε ως τω Κυρίω, ότι ο ανήρ εστί κεφαλή της γυναικός, ως και ο Χριστός κεφαλή της εκκλησίας, και αυτός εστί σωτήρ του σώματος. Αλλ’ ώσπερ η εκκλησία υποτάσσεται τω Χριστώ, ούτω και αι γυναίκες τοις ιδίοις ανδράσιν εν παντί». Προς Εφεσίους Ε’, 22-24.

Στο ίδιο μήκος κύματος με τον Παύλο κινήθηκαν οι διάδοχοι και κληρονόμοι του λόγου του: από τον Κλήμη τον Αλεξανδρέα που γεννήθηκε γύρω στο 150 μ.Χ. και πέθανε μεταξύ του 211 και 216 μ.Χ., ο οποίος διακήρυττε πως η γυναίκα οφείλει να πεθάνει από την ντροπή της και με τη σκέψη και μόνο ότι γεννήθηκε γυναίκα, έως τον Ιερό Αυγουστίνο (13 Νοεμβρίου 354 - 28 Αυγούστου 430), που υποστήριζε ότι οι γυναίκες δεν έχουν ψυχή.

«Ρέστα δίνει» και η άποψη που είχε για τις γυναίκες ο Θωμάς ο Ακινάτης: «Η γυναίκα είναι υπόδουλη από αυτούς τους ίδιους τους απαράβατους νόμους της φύσης, ενώ οι σκλάβοι είναι υπόδουλοι από έναν και μόνο νόμο, εκείνον των περιστάσεων της ζωής». Είναι περισσότερο από προφανές ότι ο Χριστιανισμός δεν διατηρεί την καλύτερη άποψη για τις γυναίκες, πράγμα που εμπεδώθηκε στο Βυζάντιο, μια και θεωρούσαν τη γυναίκα, ούτε λίγο ούτε πολύ, πηγή κάθε κακού.

Υπό το φως του Διαφωτισμού

Η χριστιανική Ευρώπη απ’ ό,τι φαίνεται χρειάστηκε αιώνες ολόκληρους για να αλλάξει μυαλά. Μέσα από τις αρχές του Διαφωτισμού άλλαξε ριζικά την αντίληψή της για τον άνθρωπο. Η ισχύουσα έως τότε μεσαιωνική αντίληψη που αξιολογούσε με ηθικούς όρους, αμαρτίας ή αρετής, είχε αντικατασταθεί με το επιτακτικό αίτημα των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Είχαν τεθεί οι βάσεις των ιδεωδών της ισότητας, της ελευθερίας και της δικαιοσύνης. Ένας νέος κόσμος πρόβαλλε, και μέσα απ’ αυτόν η γυναικεία μοίρα άλλαζε σελίδα. Κύριο όχημα αυτής της αλλαγής ήταν η εκπαίδευση. Βασικό αίτημα της ισότητας ήταν ότι κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει πρόσβαση στις διαθέσιμες γνώσεις της εποχής.

Στόχος του Διαφωτισμού υπήρξε η απαλλαγή της ανθρωπότητας από τις δεισιδαιμονίες και τις προλήψεις, από τη μισαλλοδοξία των θρησκευτικών ιερατείων, την εξουσία των ευγενών και τον θρησκευτικό σκοταδισμό, που παρεμπόδιζαν τη γνώση και την ελευθερία.

Η αλματώδης εξέλιξη των επιστημών, η οποία άρχισε τον 17ο αιώνα, αποτέλεσε την κινητήρια δύναμη που ανέτρεψε θεμελιωμένες αντιλήψεις αιώνων στο πολιτικοκοινωνικό σύστημα της εποχής. Η κλιμάκωση επιστημονικών και κοινωνικών αλλαγών, που έλαβε εκρηκτικές διαστάσεις στα τέλη του 18ου αιώνα, είχε ως συνέπεια μια σειρά ραγδαίων εξελίξεων πάνω στο γυναικείο ζήτημα και την εκ θεμελίων αλλαγή στα πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα. Μια σειρά νομοθετικών ρυθμίσεων ικανοποιούσαν σταδιακά, αλλά σταθερά γυναικεία αιτήματα αιώνων.

Απ’ τον γυναικωνίτη στην γκιλοτίνα

Αντίθετα με αυτό που θα περίμενε κανείς, η Γαλλική Επανάσταση μόνο την άνοιξη δεν έφερε για τις γυναίκες και για τις υποθέσεις τους. Το λαϊκό ξεσήκωμα που άρχισε σαν αστική μεταρρύθμιση κι εκτροχιάστηκε σε γενικευμένη εξέγερση και τρομοκρατία, δεν δίστασε να στήσει μια πλειάδα λεπτών γυναικείων λαιμών στις δημοφιλείς λαιμητόμους: από τη Σαρλότ που δολοφόνησε τον Μαρά στο μπάνιο του, έως την Ολυμπία ντε Γκουζ η οποία απαιτούσε, μεταξύ άλλων, τη συμμετοχή της γυναίκας στις δημόσιες και ιδιωτικές θέσεις εργασίας.

Στις εκλογές των Γενικών Τάξεων, τον Φεβρουάριο του 1789, οι γυναίκες, αν και διεκδίκησαν το δικαίωμα ψήφου, είδαν το αίτημά τους να απορρίπτεται ως εξωφρενικό. Ωστόσο, ενώ απουσίαζαν από τους εκλογικούς καταλόγους, τα ονόματά τους φιγουράριζαν πεντακάθαρα στους φορολογικούς καταλόγους, «απολαμβάνοντας» ισότιμη φορολόγηση με τους άντρες...

Παρά το αρνητικό κλίμα απέναντι στα δικαιώματα των γυναικών, μέχρι τα τέλη του Αυγούστου του1789 κυκλοφορούσαν 69 εφημερίδες προσκείμενες στο φεμινιστικό κίνημα· σημαντικότερη ήταν «Η εφημερίς του Κράτους και του Πολίτη», αυτή που αργότερα υπό τη διεύθυνση της Λουίζας ντε Καρέλλιο θα μετονομαζόταν σε « Εθνικό Ερμή». Συμπαραστάτης του φεμινιστικού κινήματος της εποχής υπήρξε ο μαρκήσιος ντε Κοντορσέ, του οποίου οι απόψεις για την καταδίκη της θανατικής ποινής (όταν οι γκιλοτίνες δούλευαν ασταμάτητα) και οι θέσεις για τα γυναικεία ζητήματα τον οδήγησαν στη φυλακή και στον θάνατο.

Η Μαρί - Ζαν Φλιππόν, γνωστή ως Μανόν, καταδικάστηκε σε θάνατο γιατί ως γυναίκα δεν είχε το δικαίωμα να αναμειχθεί στις πολιτικές εξελίξεις της χώρας της. «Επιτέλους μέσα σε λίγο χρόνο, το επαναστατικό δικαστήριο έδωσε ένα καλό μάθημα στις γυναίκες» έγραψε ο Tύπος της εποχής βάζοντας τις γυναίκες... στη θέση τους!

Μαρξισμός - φεμινισμός

Το καθοριστικό για την ανισότιμη κοινωνική θέση της γυναίκας είναι ο τρόπος παραγωγής κι όχι οι φυσικές - βιολογικές διαφορές με τον άντρα, υποστηρίζουν οι κλασικοί του μαρξισμού και κατηγορούν τον φεμινισμό ως αστικό στη θεωρία και την πρακτική. Διαφωνούν ριζικά με την ανάλυση της κοινωνίας με βάση το φύλο, η οποία αγνοεί τις ταξικές διαφορές μεταξύ των γυναικών και διαιρεί το προλεταριάτο.

Από τη μεριά τους οι φεμινίστριες κατηγορούν τον μαρξισμό ότι έχει προσδιοριστεί από τους άνδρες στη θεωρία του και στην πρακτική και κινείται μέσα στην αντρική θεώρηση του κόσμου και προς το συμφέρον των αντρών.

Από τις σουφραζέτες ώς τη δικαίωση

Στη βιομηχανική Αγγλία το 1866 παρουσιάζεται για πρώτη φορά στο Κοινοβούλιο το Υπόμνημα Γυναικών για δικαίωμα ψήφου Ο John Stuart Mill, γνωστός πολιτικός φιλόσοφος, το 1896 στο βιβλίο του με τίτλο «Η υποδούλωση των Γυναικών» τάσσεται υπέρ της ισότητας στις αμοιβές, της ελεύθερης πρόσβασης των γυναικών σε όλα τα επαγγέλματα, της νομικής και πολιτικής ισότητας.

Λίγα χρόνια αργότερα, στην αυγή του 20ού αιώνα, το 1903,σχηματίστηκε η πρώτη γυναικεία οργάνωση διεκδικήσεων «Women's Social and Political Union», (WSPU). Η καινοφανής για την εποχή οργάνωση υιοθετεί δυναμικές μεθόδους διεκδίκησης των αιτημάτων της. Έτσι έχουμε μια σειρά από μαχητικές διαδηλώσεις, εισβολές στο Kοινοβούλιο, μέχρι και εμπρησμούς δημόσιων κτιρίων. Οι φλεγματικοί Βρετανοί ονόμασαν τα μέλη αυτής της οργάνωσης σουφραζέτες.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το 1918 με τη νικηφόρα λήξη του A’ Παγκοσμίου Πολέμου, ύστερα από 2.584 (!) υπομνήματα, οι Βρετανοί αξιώθηκαν να παραχωρήσουν το δικαίωμα ψήφου στις Βρετανίδες! Ο 20ός αιώνας υπήρξε, ωστόσο, ο αιώνας που σε ολόκληρη τη διάρκειά του εξαλείφονταν κοινωνικές και πολιτικές ανισότητες που εκκρεμούσαν αιώνες τώρα!

5 Μαρτίου 1913: Η δολοφονία του Γεωργίου Α

Η βουλή των Ελλήνων ψήφισε την κατάσταση πολιορκίας και το δικαιοστάσιο (αναβολή της εκδίκασης υποθέσεων) εξαιτίας του πολέμου και διέκοψε τις εργασίες της, στις 10 Οκτωβρίου 1912. Στις 26, ο ελληνικός στρατός έμπαινε στη Θεσσαλονίκη. Στις 29, έφτασε εκεί κι εγκαταστάθηκε ο βασιλιάς Γεώργιος. Ο γιος του, πρίγκιπας Νικόλαος, διορίστηκε γενικός διοικητής της πόλης. Η βουλή ξανάρχισε τις εργασίες της, στις 20 Φεβρουαρίου 1913. Αυτή τη φορά, συμμετείχαν και βουλευτές από την Κρήτη. Ο Γεώργιος παρέμεινε στη Θεσσαλονίκη. Εκεί, έμαθε ότι ο ελληνικός στρατός πήρε τα Γιάννενα, στις 21 Φεβρουαρίου. Κάθε βράδυ, με τη συντροφιά του υπασπιστή του ταγματάρχη Φραγκούδη, ο Γεώργιος έβγαινε περίπατο στους δρόμους της πόλης. Κανένας δεν είχε σκεφτεί πως η ζωή του θα μπορούσε να κινδυνεύσει. Και κανένας δεν είχε προσέξει πως κάποιος τους παρακολουθούσε κάθε μέρα από μακριά.

Στις 5 Μαρτίου 1913, ο άγνωστος που τους παρακολουθούσε, επιτάχυνε το βήμα του και τους πλησίασε. Στην οδό Αγ. Τριάδας, ο άγνωστος έβγαλε ένα πιστόλι και πυροβόλησε. Ο Γεώργιος έπεσε νεκρός. Ο άγνωστος προσπάθησε να το σκάσει αλλ’ ο ταγματάρχης Φραγκούδης τον πρόλαβε και τον έπιασε. Η πρώτη ανακοίνωση έλεγε πως ο βασιλιάς είχε πέσει θύμα «του ανισόρροπου σοσιαλιστή Αλέξανδρου Σχινά, από τον Βόλο». Η δεύτερη ανακοίνωση έλεγε ότι «ο ανισόρροπος αναρχικός Αλέξανδρος Σχινάς, από τις Σέρρες, αυτοκτόνησε, πέφτοντας από το παράθυρο» του Διοικητηρίου, όπου είχε μεταφερθεί για ανάκριση.

Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, ο Σχινάς ούτε σοσιαλιστής ούτε αναρχικός ήταν. Δεινός σκοπευτής ήταν. Στην αρχή, κρατούσε το στόμα του κλειστό. Έπειτα, άρχισε να μιλά. Τι είπε, κανένας δεν ξέρει. Η δικογραφία εξαφανίστηκε. Το βέβαιο είναι πως, από την ώρα που άρχισε να μιλά, η γυναίκα του Γεωργίου, βασίλισσα Όλγα, τον επισκεπτόταν συχνά στο υπόγειο όπου τον κρατούσαν κι έμενε ώρες μαζί του. Ποτέ της δεν είπε, τι κουβέντιαζε με τον δολοφόνο του άντρα της, τον οποίο η ίδια υπεραγαπούσε. Κάποια στιγμή, ανέβασαν τον Σχινά στον πρώτο όροφο του κτιρίου. Είπαν ότι ξέφυγε από τους φρουρούς του κι έπεσε από το παράθυρο. Άλλοι είπαν πως κάποιοι τον σκότωσαν. Η δικογραφία, πάντως, εξαφανίστηκε και κανένας δε θυμόταν, τι περιείχε.

Σε ένα βιβλίο του, ο αντιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος γράφει ότι επισκέφτηκε τον πρίγκιπα Νικόλαο για να τον συλλυπηθεί κι, ανίδεος, αναφέρθηκε στον «ανισόρροπο αναρχικό δολοφόνο». Ο Νικόλαος δάκρυσε και του είπε: «Δεν είναι έργο αναρχικών αλλά πολιτικών εξωτερικών συμφερόντων». Γράφτηκε πως ο Σχινάς ήταν όργανο των γερμανικών μυστικών υπηρεσιών, επειδή ο Γεώργιος μισούσε τον κάιζερ και συμπαθούσε τους Άγγλους, ενώ ο διάδοχος Κωνσταντίνος ήταν γερμανόφιλος (αργότερα, τον ονόμασαν και στρατηγό του γερμανικού στρατού). Ο στρατηγός Θεόδωρος Πάγκαλος έγραψε απερίφραστα πως ο Γεώργιος ήταν «θύμα των γερμανικών βλέψεων επί της Βαλκανικής» και συνδύασε τη δολοφονία του με τη, μετά από περίπου 16 μήνες, δολοφονία στο Σεράγεβο που ήταν και η αφορμή να ξεσπάσει ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος.

Από την παρανομία στη νομιμότητα

Μέσα από μια σειρά συνεδρίων, το ΚΚΕ αντιμετώπισε τις κατά καιρούς προκλήσεις, μένοντας πάντα σταθερό στις μαρξιστικές - λενινιστικές αρχές του. Σταθμοί στην πορεία και τη διαμόρφωση της φυσιογνωμίας του Κόμματος υπήρξαν: ο εμφύλιος, οι διώξεις, οι φυλακίσεις και οι εξορίες, η διάσπαση του 1968, η νομιμοποίηση του Κόμματος, η εμφάνιση του ΠΑΣΟΚ στο πολιτικό σκηνικό της χώρας με συνθήματα της Αριστεράς, οι προσπάθειες συνασπισμού των κομμάτων της Αριστεράς και, τέλος, το καταλυτικό γεγονός της κατάρρευσης του σοσιαλιστικού οικοδομήματος.

Μετά την ήττα

Το 8ο Συνέδριο του ΚΚΕ 1961

Τον Αύγουστο του 1961 διεξήχθησαν στην Τσεχοσλοβακία οι εργασίες του 8ου Συνεδρίου του ΚΚΕ. Από το 7ο Συνέδριο που είχε πραγματοποιηθεί τον Οκτώβρη του 1945, είχαν περάσει 16 ολόκληρα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων είχαν συμβεί κορυφαία ιστορικά γεγονότα στην Ελλάδα και τον κόσμο, χρόνια πέτρινα για το Κόμμα και τον ελληνικό λαό, που βίωνε στο πετσί του την ταξική βαρβαρότητα των νικητών του εμφυλίου πολέμου, της ντόπιας δηλαδή οικονομικής ολιγαρχίας και του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, χρόνια κατά τα οποία μεγάλες ανατροπές είχαν συντελεστεί στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα γενικά, και στο ΚΚΕ ειδικότερα.

«...Τότε που έγινε το 7ο Συνέδριο του ΚΚΕ η Ελλάδα βίωνε τη “λευκή” τρομοκρατία των μοναρχοφασιστικών συμμοριών και το κίνημα της Εθνικής Αντίστασης βρισκόταν υπό το καθεστώς συνεχούς δίωξης.

»Η 3η Συνδιάσκεψη που έγινε τον Οκτώβρη του 1950, εξέτασε όλη την πορεία του ΚΚΕ στη δεκαετία του ’40, ενέκρινε την πολιτική γραμμή που είχε ακολουθηθεί στις γενικές της κατευθύνσεις, καταδίκασε τη Συμφωνία της Βάρκιζας και κατέληξε σε εκτιμήσεις για τις αιτίες της ήττας του ΔΣΕ.

»Ο θάνατος του Στάλιν το 1953, οι εσωτερικές εξελίξεις στο ΚΚΣΕ και στην ΕΣΣΔ και κυρίως η λεγόμενη αποσταλινοποίηση, δημιούργησαν μεγάλα προβλήματα στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα.

»Yπήρξε απομάκρυνση από τις γραμμές του Κόμματος των παρακάτω πρώην ηγετικών στελεχών: Ν. Ζαχαριάδη, Μάρκου Βαφειάδη, Βασίλη Μπαρτζιώτα, Γιώργη Βοντίτσιο (Γούσια), Μήτσου Βλαντά, Θανάση Χατζή, Βαγγέλη Βασβανά, Θύμιου Μπράτσιο, Νίκου Ρουμελιώτη και Αχιλλέα Μπλάνα.

»Άσκησε δριμεία κριτική, χαρακτηρίζοντας λαθεμένη την πολιτική γραμμής της προηγούμενης καθοδήγησης υπό τον Ν. Ζαχαριάδη, θεωρώντας ότι δημιουργούσε τεράστιες δυσκολίες στη δουλειά του Κόμματος και την ανάπτυξη των δημοκρατικών δυνάμεων και οδήγησε στην ήττα του λαϊκού κινήματος και στην εσωκομματική κρίση».

Στη σκιά της διάσπασης

Η 12η Ολομέλεια του 1968 και το 9ο Συνέδριο (1973)

Το 9ο Συνέδριο του ΚΚΕ συνήλθε τον Δεκέμβρη του 1973, έναν χρόνο πριν από την πτώση της εφτάχρονης Δικτατορίας και έναν μήνα μετά τα γεγονότα του Πολυτεχνείου τον Νοέμβρη του 1973.

Στο συνέδριο εξετάστηκαν τα κυριότερα γεγονότα που κυριάρχησαν στην πολιτική Iστορία του τόπου από το 8ο Συνέδριο (1961) και μετά, αλλά και οι καθοριστικές για την ιστορική φυσιογνωμία του Κόμματος εξελίξεις. Ιδιαίτερη στιγμή στην ιστορία του ΚΚΕ υπήρξε η 12η Ολομέλεια του 1968, όπου επήλθε η διάσπαση του Κόμματος.

«...Εκδηλώθηκε, επίσης, οργανωμένη δεξιά οπορτουνιστική παρέκκλιση, που δρούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, η οποία, στην ουσία, αρνούνταν τον ρόλο και τον επαναστατικό χαρακτήρα του ΚΚΕ.

»Το Κόμμα, στη 12η Ολομέλεια του 1968, αντιμετώπισε τη φραξιονιστική δράση της δεξιάς οπορτουνιστικής ομάδας, ξεκαθάρισε τις γραμμές του και αποφάσισε την οικοδόμηση ΚΟΒ (Κομματικών Οργανώσεων Βάσης) στην Ελλάδα».

Το συνέδριο στάθηκε αναλυτικά στις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, στα γεγονότα και τις αιτίες που οδήγησαν στη στρατιωτικοφασιστική δικτατορία, στην πείρα από την αντιδικτατορική πάλη, στην οργάνωση και τη δράση των αντιδικτατορικών δυνάμεων για την ανατροπή του καθεστώτος από τον λαό.

Το πρώτο νόμιμο συνέδριο

10ο Συνέδριο (1978)

Ύστερα από 27 χρόνια παρανομίας και 25 χρόνια αναγκαστικής προσφυγιάς, το ΚΚΕ πραγματοποίησε το 1978 το πρώτο νόμιμο συνέδριο της ιστορίας του.

Με την πτώση της δικτατορίας στις 23 Ιουλίου του 1974, στην Ελλάδα της λεγόμενης μεταπολίτευσης δρομολογήθηκε μια σειρά ραγδαίων πολιτικών εξελίξεων.

«...Από τις πιο χαρακτηριστικές περιόδους, που αναδείχνεται η συμβολή του σ. Χαρίλαου Φλωράκη, είναι η νομιμοποίηση του ΚΚΕ το 1974, ύστερα από 27 χρόνια παρανομίας και πολλά χρόνια απουσίας των Κομματικών Οργανώσεων από την Ελλάδα. Τότε ο σ. Χαρίλαος Φλωράκης ηγήθηκε του ΚΚΕ, του Κόμματος που ήρθε στη νομιμότητα έχοντας στερηθεί τη φυσιολογική διαδοχικότητα δύο γενεών στην ανάπτυξή του. Τη μια, από τα δολοφονικά κτυπήματα του πολέμου και των κατοπινών διωγμών, την άλλη λόγω της διάλυσης των Κομματικών Οργανώσεων.»

(Από την ανακοίνωση της Κ.Ε. ΤΟΥ ΚΚΕ στις 23.05.2005 με αφορμή τον θάνατο του Χαρίλαου Φλωράκη)

Το 10ο Συνέδριο, στο πλαίσιο των νέων συνθηκών που δημιουργήθηκαν, προέβη σε τροποποιήσεις στο Πρόγραμμα που ψήφισε το 9ο Συνέδριο. Το πρόγραμμα της «δημοκρατίας του λαού» ήταν στόχος πάλης για τη συσπείρωση όλων των δυνάμεων που είχαν συμφέρον από την εφαρμογή του, αφού αυτό το καθεστώς «θα στρέφεται ενάντια στον διεθνή ιμπεριαλισμό και την ντόπια μονοπωλιακή ολιγαρχία και στους εκφραστές των συμφερόντων τους σ' όλους τους τομείς της ζωής της χώρας μας».

Υπέρ της «Πραγματικής Αλλαγής»

11ο Συνέδριο (1982)

Από τις 14 ώς τις 19 Δεκέμβρη του 1982, στην αίθουσα Συνεδρίων του Κόμματος στον Περισσό, πραγματοποιήθηκε το 11ο Συνέδριο. Ήταν η πρώτη φορά που το κόμμα πραγματοποιούσε συνέδριο σε δικό του χώρο, υλοποιώντας έτσι μια ευχή που είχε διατυπωθεί 64 χρόνια πριν, στο ιδρυτικό του συνέδριο του 1918! Το 11ο Συνέδριο υιοθέτησε την πολιτική της «Πραγματικής Αλλαγής». Η πρωτοφανής νίκη του ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του Οκτώβρη το 1981 διαμορφώνει μία νέα πολιτική κατάσταση στη χώρα που δεν αφήνει... καθόλου αδιάφορο το ΚΚΕ. Για πρώτη φορά στην Iστορία της χώρας, ένα κόμμα με διακριτικό στον τίτλο του τη λέξη «σοσιαλισμός» γίνεται κυβέρνηση με συντριπτική πλειοψηφία.

Ως βασικούς στόχους της «πραγματικής αλλαγής» το11ο Συνέδριο έθετε την αποφασιστική αντιμετώπιση των προβλημάτων προς όφελος του λαού και τον ουσιαστικό εκδημοκρατισμό, και με βάση αυτούς καθόριζε τη στάση του απέναντι στην κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ. Για την πραγματοποίηση αυτών των στόχων, το ΚΚΕ υιοθέτησε την ιδέα της δημοκρατικής κυβέρνησης που «θα εκφράζει όλες τις δυνάμεις που, στον έναν ή άλλο βαθμό, τάσσονται υπέρ της πραγματικής αλλαγής, θα στηρίζεται στο μαζικό λαϊκό κίνημα και θα εφαρμόσει Πρόγραμμα αντιμονοπωλιακής, αντιιμπεριαλιστικής κατεύθυνσης».

«Αλλαγή με κατεύθυνση τον Σοσιαλισμό»

Το 12ο Συνέδριο

Το 12ο Συνέδριο του ΚΚΕ επεξεργάστηκε την πολιτική των δύο δρόμων για την ελληνική κοινωνία και τη νέου τύπου ανάπτυξη. Στην Πολιτική Απόφαση αναφέρεται: «Μπροστά μας βρίσκονται δύο δρόμοι. Ο ένας είναι ο δρόμος του δικομματισμού, που καθηλώνει την κοινωνικοπολιτική ζωή στις επιλογές της άρχουσας τάξης και υποτάσσει τις τύχες του λαού και της χώρας μας στις δυνάμεις του μεγάλου κεφαλαίου της εξάρτησης και των υπερεθνικών οργάνων της ΕΟΚ. Ο άλλος είναι ο δρόμος της Αριστεράς, για μια ανάπτυξη νέου τύπου, για αλλαγή, με κατεύθυνση τον σοσιαλισμό, που θα προχωρά με ρήξεις προς το σύστημα της εξάρτησης και της μονοπωλιακής κυριαρχίας». Ταυτόχρονα, το συνέδριο επεξεργάστηκε την πολιτική «του κοινωνικοπολιτικού συνασπισμού των δυνάμεων της αλλαγής που αποτελεί στρατηγικής σημασίας προϋπόθεση για την αλλαγή με κατεύθυνση τον σοσιαλισμό και οργανικό στοιχείο της». Η νέου τύπου ανάπτυξη θα προωθείτο από μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Με βάση τις αποφάσεις του 12ου Συνεδρίου, το ΚΚΕ προχώρησε στη δημιουργία του «Συνασπισμού των δυνάμεων της Αριστεράς και της Προόδου».

Η πτώση

Το 13ο Συνέδριο (1991)

Το 13ο Συνέδριο του ΚΚΕ διεξήχθη στην Αθήνα, στην κλειστή αίθουσα του Ολυμπιακού Σταδίου, από τις 19 ώς τις 24 Φλεβάρη 1991.

Από το 1989 στη διεθνή σκηνή αρχίζει το αναπάντεχο ντόμινο της κατάρρευσης των σοσιαλιστικών χωρών της Ανατολικής Ευρώπης με αποκορύφωμα το 1991, οπότε η πτώση της κραταιάς ΕΣΣΔ άφηνε άφωνο (και αμήχανο) ολόκληρο τον πλανήτη.

Την ίδια περίοδο το ΚΚΕ προετοιμάζει το 13ο Συνέδριό του, μέσα σε ένα κλίμα έντονου προβληματισμού αλλά και εσωκομματικών εντάσεων. Μια ομάδα στελεχών αμφισβητούν την επαναστατικότητα του κόμματος, επιδιώκοντας τη διάχυσή του μέσα στον ευρύτερο Συνασπισμό των κομμάτων της Αριστεράς. Ήδη έχει προηγηθεί η αποχώρηση μιας ομάδας στελεχών της Κ.Ε. και η διάσπαση της ΚΝΕ.

Το 13ο Συνέδριο ανέδειξε στην πλειοψηφία της Κ.Ε. στελέχη που τάσσονταν υπέρ της διατήρησης του κομμουνιστικού χαρακτήρα του Κόμματος, αλλά δεν έβαλε τέρμα στην εσωκομματική αναταραχή.

«Το Κόμμα μέσα σε δύσκολες συνθήκες κατασυκοφάντησής του από τα πρώην στελέχη του που έγιναν η αιχμή του δόρατος του αντικομμουνισμού της αστικής προπαγάνδας, αλλά και σε αρνητικό διεθνές κλίμα, λόγω των ανατροπών, σε συνθήκες υποχώρησης του κομμουνιστικού κινήματος, καταπιάνεται με την ανασυγκρότησή του».

14ο και 15ο Συνέδριο

Το 14ο Συνέδριο συνήλθε στις 18 -21 Δεκέμβρη του 1991 στην Αθήνα, στην αίθουσα Συνεδρίων του Κόμματος στον Περισσό. Το συνέδριο έβαλε το καθήκον της ανασυγκρότησης και ανάπτυξης του Κόμματος, εξέτασε τις αιτίες της δημιουργίας της δεξιάς σοσιαλδημοκρατικής παρέκκλισης των στελεχών που αποχώρησαν από το Κόμμα και εντάχθηκαν στον ΣΥΝ και επεξεργάστηκε πολιτική ανάπτυξης και στόχους πάλης προς όφελος των λαϊκών μαζών.

Το 15ο Συνέδριο του ΚΚΕ συνήλθε στις 22-26 Μάη 1996, στην αίθουσα Συνεδρίων του ΚΚΕ. Τις εργασίες του συνεδρίου παρακολούθησαν δεκάδες αντιπρόσωποι Κομμουνιστικών Κομμάτων και κινημάτων 47 χωρών όλων των ηπείρων. Ήταν συνέδριο που ψήφισε Πρόγραμμα και Καταστατικό. Εξετάζοντας τις νέες συνθήκες μετά την ανατροπή του σοσιαλισμού στην Ευρώπη, αλλά και τις ποιοτικές αλλαγές που επήλθαν μετά τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, επεξεργάστηκε τη στρατηγική και τακτική του κόμματος και τον χαρακτήρα της επανάστασης, καθώς και την πολιτική γραμμή συγκέντρωσης των δυνάμεων της επανάστασης.


26 Φεβρουαρίου 1916: Η μάχη του Βερντέν

Ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος ξέσπασε φονικός, στις 28 Ιουλίου 1914. Οι στρατιές της γερμανικής αυτοκρατορίας προχωρούσαν ακάθεκτες, αναγκάζοντας τον στρατάρχη Ζοφρ να διατάξει την υποχώρηση των γαλλικών δυνάμεων, στις 24 Αυγούστου. Ανασυντάχθηκαν στην κοιλάδα του Μάρνη, όπου σταμάτησαν τη γερμανική προέλαση, νίκησαν αλλά δεν απώθησαν τον εχθρό, επειδή δεν υπήρχαν εφεδρείες. Σε ακτίνα 700 χλμ., στο δυτικό μέτωπο, οι μάχες μεταβλήθηκαν σε πόλεμο χαρακωμάτων. Ενάμιση χρόνο αργότερα, στις 21 Φεβρουαρίου 1916, οι αντίπαλοι κρατούσαν τις ίδιες θέσεις.

Την ημέρα εκείνη, ο διάδοχος του αυτοκρατορικού θρόνου, Φρειδερίκος Γουλιέλμος, έδωσε το σύνθημα. Πενήντα γερμανικές μεραρχίες ξεκίνησαν φοβερή επίθεση αλλά συνάντησαν λυσσαλέα αντίσταση. Τρομακτικός κανονιοβολισμός σφυροκοπούσε τις γαλλικές θέσεις που οι Γερμανοί κέρδιζαν πόντο με πόντο. Στις 26 Φεβρουαρίου, το οχυρό Ντουαγιαμόντ είχε μεταβληθεί σε σωρό από πέτρες. Οι Γάλλοι το εγκατέλειψαν κι οχυρώθηκαν στα 18 φρούρια του Βερντέν.

Επί εξήμισι μήνες, το άνθος της ευρωπαϊκής νεολαίας σφαζόταν αλύπητα στη μάχη του Βερντέν που ανέδειξε τη στρατηγική φυσιογνωμία του υπερασπιστή της πόλης, Ερρίκου Πετέν. Τρομακτική γαλλική αντεπίθεση απώθησε τους Γερμανούς λίγες εκατοντάδες μέτρα. Επανήλθαν και ξανακέρδισαν το χαμένο έδαφος, για να το ξαναχάσουν και να το ξανακερδίσουν αρκετές φορές. Έπειτα από απερίγραπτη αιματοχυσία στις μάχες, στις οποίες είχαν εμπλακεί πάνω από 100 μεραρχίες, στις 9 Σεπτεμβρίου 1916, οι αντιμαχόμενοι βρίσκονταν στις θέσεις που κρατούσαν τον Φεβρουάριο. Οι Γερμανοί εγκατέλειψαν την προσπάθεια να πάρουν το Βερντέν καθώς ένα άλλο σφαγείο είχε ανοίξει κι απαιτούσε την προσοχή τους: Η μάχη του Σομ.

Από την 1η του Ιουλίου του 1916, οι αγγλογαλλικές δυνάμεις προσπάθησαν να διασπάσουν το γερμανικό μέτωπο στην περιοχή του ποταμού Σομ, στη Βόρεια Γαλλία. Οι μάχες τέλειωσαν στις 18 Νοεμβρίου με κέρδη για την Αντάντ μόλις,15 χλμ. Τόσο είχαν υποχωρήσει οι Γερμανοί. Τα 15 αυτά χλμ. είχαν στοιχίσει, σε νεκρούς και τραυματίες, 350.000 Γάλλους, 400.000 Άγγλους και 500.000 Γερμανούς. Το δυτικό μέτωπο μπόρεσε να ανακουφιστεί, όταν άρχισαν να φαίνονται τα αποτελέσματα της «επίθεσης Μπρουσίλοφ», όπως αποκλήθηκε. Ο Ρώσος στρατηγός Αλέξι Αλεξέγιεβιτς Μπρουσίλοφ ξεκίνησε το καλοκαίρι μεγάλη επίθεση στο ανατολικό μέτωπο, νικώντας τον στρατό της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας κι αναγκάζοντας τους Γερμανούς να σπεύσουν να τους στηρίξουν. Όμως, ο πόλεμος είχε μπροστά του ακόμα δύο χρόνων σφαγές.

Εμπρός της γης οι κολασμένοι

Εν όψει του 18ου Συνεδρίου του ΚΚΕ επιχειρούμε ένα σύντομο αφιέρωμα στα ιστορικά συνέδρια του Κόμματος. Συνέδρια που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο, τόσο στην πορεία και εξέλιξη του ΚΚΕ όσο και στη διαμόρφωση της πολιτικής ιστορίας της χώρας. Μέσα από αυτή τη σύντομη ιστορική ανασκόπηση θα αναδειχτούν οι σημαντικότεροι σταθμοί στη διαδρομή του μακροβιότερου κόμματος του ελληνικού Κοινοβουλίου. Τα συνέδρια, σύμφωνα με το ΚΚΕ, αποτελούν σταθμούς για το εργατικό κίνημα και αφετηρίες νέων ταξικών αγώνων, με βάση την επεξεργασμένη στρατηγική και τακτική τους, που αποβλέπει στην ανατροπή του καπιταλισμού και την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Ένα κόμμα γεννιέται...

Τα πλήρη πρακτικά του ιδρυτικού συνεδρίου του ΣΕΚΕ βρέθηκαν και εκδόθηκαν από την Κ.Ε. του ΚΚΕ το 1982 σαν μια πολύτιμη και αναντικατάστατη πηγή για τη μελέτη των πρώτων χρόνων της ιστορίας του Κόμματος. Τα «Άπαντα» των πρακτικών μάς δίνουν τη δυνατότητα μιας απ’ ευθείας εκτίμησης του ιστορικού εκείνου συνεδρίου και του ρόλου που έπαιξαν τα πρόσωπα που συμμετείχαν σ’ αυτό. Κυρίως όμως φωτίζουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ιδρύθηκε το Κόμμα. Στις 4 - 10 (17 - 23 σύμφωνα με το Γρηγοριανό ημερολόγιο, που δεν είχε ακόμα υιοθετηθεί) Νοεμβρίου 1918 συνήλθε στον Πειραιά το ιδρυτικό 1ο Συνέδριο του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος (ΣΕΚΕ), στο ξενοδοχείο «Πειραιεύς», στα γραφεία του Συνδέσμου Μηχανικών Ατμοπλοίων. Τις προετοιμασίες και τη διοργάνωση του 1ου Πανελλαδικού Σοσιαλιστικού Συνεδρίου ανέλαβε η Οργανωτική Επιτροπή, η οποία εκλέχτηκε από τη Σοσιαλιστική Συνδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλη του 1918. Τα μέλη της ήταν οι: Άριστος Αρβανίτης, Νίκος Δημητράτος, Σταμάτης Κόκκινος, Αβραάμ Μπεναρόγια και Δημοσθένης Λιγδόπουλος.

Οι εργασίες του 1ου Συνεδρίου του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος διήρκεσαν συνολικά εφτά μέρες.

Από τα πρακτικά γίνεται φανερή η (φυσιολογική) επίδραση στο συνέδριο των ιδεών της Οκτωβριανής Επανάστασης. Οι αναφορές στο πρωτόγνωρο αυτό ιστορικό γεγονός ήταν συνεχείς και εκτός αυτού ψηφίστηκαν δυο κείμενα σχετικά, πρώτα το «Χαιρετιστήριο ψήφισμα επί της πρώτης επετείου της Ρωσικής Δημοκρατίας των Σοβιέτ» και κατόπιν η «Διαμαρτυρία για την μελετωμένην επέμβασιν των ιμπεριαλιστών της Αντάντ και του ελληνικού στρατού στο νεαρό Σοβιετικό κράτος».

Επίσης, από τα πρακτικά γίνεται γνωστή η ιδεολογική τοποθέτηση των συνέδρων. Χαρακτηριστικά, στο ιδρυτικό συνέδριο επικράτησαν τρεις τάσεις. Η αριστερή τάση που είχε σαν βασικό εκφραστή τον Δημοσθένη Λιγδόπουλο, η κεντρώα με τον Αβραάμ Μπεναρόγια και η δεξιά με κυριότερους εκπροσώπους τους Ν. Γιαννιό και Αρ. Σιδέρη.

Οι σημαντικότερες συγκρούσεις ιδεολογικών τοποθετήσεων έγιναν πάνω σε θέματα για τη στάση των σοσιαλιστών απέναντι σε ζητήματα του πολέμου και της ειρήνης, απέναντι στο Πρόγραμμα και το Καταστατικό του Κόμματος, στα ζητήματα τακτικής και στη στάση απέναντι στα αστικά κόμματα της χώρας. Στο 1ο Συνέδριο του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος της Ελλάδος διατυπώθηκαν επιγραμματικά οι αρχές του Κόμματος (21 πολιτικές απαιτήσεις, εν είδει προγράμματος, όπως και αναλυτικά οι απαιτήσεις υπέρ των εργατών). Ακόμα, συντάχτηκε σχετικό υπόμνημα με τις θέσεις του κόμματος πάνω σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, μεταξύ των οποίων και ένα χαρακτηριστικό ψήφισμα υπέρ της ιδρύσεως βαλκανικής δημοκρατικής ομοσπονδίας. Στη συνέχεια συντάχτηκε μια διαμαρτυρία εκ μέρους του κόμματος για «τις πιέσεις και τις φυλακίσεις», μια προκήρυξη με αποδέκτη την εργατική τάξη της Ελλάδας. Τέλος, οι βασικές προγραμματικές θέσεις που υιοθέτησε το συνέδριο του νεοϊδρυμένου κόμματος το οδήγησαν στην προσχώρησή του στην Κομμουνιστική Διεθνή (1920), κατοχυρώνοντας τον επαναστατικό προσανατολισμό του.

... και το όνομα αυτού ΚΚΕ!

ΤΟ 3ο ΕΚΤΑΚΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΟΥ ΚΚΕ

«Από τις 26 Νοεμβρίου μέχρι τις 3 Δεκεμβρίου (1924) συνήλθε στην Αθήνα το 3ο έκτακτο συνέδριο του ΚΚΕ.

»...το συνέδριο ομόφωνα κηρύχτηκε όχι ως τρίτο τακτικό παρά ως έκτακτο.

»...Παρ’ όλη την ανεπάρκεια της προπαρασκευής του, το συνέδριο μπόρεσε με την πολύτιμη συμβολή των αντιπροσώπων ...

»...να εξετάσει όλα τα ζητήματα αρχών και τακτικής, να δώσει στο κόμμα σαφείς γραμμές κατευθύνσεως στα διάφορα πεδία του αγώνος και να θέση τις γερές βάσεις της μπολσεβικοποιήσεως του Κόμματος.

»Το συνέδριο αποδέχθηκε ομόφωνα όλες τις αποφάσεις των παγκοσμίων συνεδρίων της Κ.Δ. (Κομμουνιστικής Διεθνούς) και των Βαλκανικών κομμουνιστικών Συνδιασκέψεων και ειδικά τις αποφάσεις του 2ου Παγκοσμίου Συνεδρίου με τους εικοσιένα όρους για την παραδοχή νέων κομμάτων στην Κ.Δ. Σύμφωνα με τους όρους αυτούς το συνέδριο άλλαξε και το όνομα του Κόμματος από Σοσιαλιστικό Εργατικό (Κομμουνιστικό) σε Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδος (ελληνικό τμήμα της κομμουνιστικής Διεθνούς).

»...Νέος Γραμματεύς του Κόμματος εξελέγη ο σύντροφος Π. Πουλιόπουλος.

Αθήναι, 4 Δεκεμβρίου 1924

Η Κεντρική Επιτροπή».

Αντιγραφή αποσπασμάτων από τον «Ριζοσπάστη» της 12ης Δεκέμβρη 1924.

Οι θέσεις του 3ου έκτακτου Συνεδρίου για το Μακεδονικό

«...Το ενιαίο μέτωπο εργατών, χωρικών και καταπιεζομένων εθνοτήτων στον αγώνα εναντίον της καταπιεζούσης μπουρζουαζίας υπέρ του δικαιώματος του πραγματικού αυτοκαθορισμού των εθνοτήτων, υπέρ της συνενώσεως όλων των βαλκανικών λαών σε μια Βαλκανική ομοσπονδία, αυτό είναι το θεμελιώδες σύνθημα του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος. Την άποψη αυτή το ΚΚΕ την εφαρμόζει πλήρως για το ζήτημα της Μακεδονίας και της Θράκης.

»...Τέλος, η ελληνική μπουρζουαζία κατώρθωσε με την τυχοδιωχτική της ιμπεριαλιστική πολιτική στη Μικρασία και την αισχρή ανταλλαγή των πληθυσμών να ξερριζώση απ’ το πάτριο έδαφος πλέον του ενός εκατομμυρίου και επιζητά τώρα να εγκαταστήση βεβιασμένα και σπασμωδικά τους περισσότερους από τους δυστυχείς αυτούς πληθυσμούς στη Μακεδονία και Θράκη και να τους χρησιμοποιήση για τον βίαιο εξελληνισμό της χώρας, για τη στερέωση της κυριαρχίας της και για να τους έχη αύριο ως κρέας για κανόνια στον πόλεμο τον οποίον προετοιμάζει εναντίον των αντιπάλων της».

Το 5ο Συνέδριο του ΚKE

Το 5ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος συνήλθε στην Αθήνα τον Μάρτη του 1934. Η προετοιμασία του συνεδρίου αυτού και οι εργασίες του διεξήχθησαν με αυστηρή μυστικότητα για λόγους ασφαλείας. Το συνέδριο ενέκρινε τις αποφάσεις της 6ης Ολομέλειας και συγκέντρωσε την προσοχή του Κόμματος στην πάλη κατά του φασισμού και του πολέμου, που η απειλή του πρόβαλε όλο και πιο έντονη.

«Στο Πολιτικό Γραφείο εκλέχθηκαν οι: Ν. Ζαχαριάδης, Β. Νεφελούδης, Σ. Σκλάβαινας, Γ. Μιχαηλίδης, Γ. Ιωαννίδης, Δ. Παρτσαλίδης, Γ. Σιάντος (αναπληρωματικό μέλος), Μ. Σινάκος (αναπληρωματικό μέλος).

»Τα θέματα που απασχόλησαν το συνέδριο ήταν:

1. Έκθεση δράσης της Κεντρικής Επιτροπής (πολιτική και οικονομική κατάσταση της χώρας, δράση και καθήκοντα του Κόμματος), με συνεισήγηση για τα σημερινά οργανωτικά ζητήματα του ΚΚΕ.

2. Η δουλειά των κομμουνιστών στα κόκκινα και στα ρεφορμιστικά συνδικάτα.

3. Η κατάσταση και τα καθήκοντα του ΚΚΕ στο χωριό.

4. Εκλογή Κεντρικής Επιτροπής.

»Το συνέδριο ανέθεσε στην Κ.Ε. την επεξεργασία και δημοσίευση του προσωρινού καταστατικού του ΚΚΕ, που θα εγκριθεί τελειωτικά από το 6ο Συνέδριο, καθώς και να επεξεργασθεί μαζί με όλο το Κόμμα και να φέρει υπό έγκριση στο 6ο Συνέδριο το πρόγραμμα του ΚΚΕ.

»Το συνέδριο έστειλε χαιρετιστήρια στην Εκτελεστική Επιτροπή της Κομμουνιστικής Διεθνούς, στην Κεντρική Επιτροπή του Μπολσεβίκικου Κόμματος και στον σ. Στάλιν, στα αδελφά Κομμουνιστικά Κόμματα της Γερμανίας και Βουλγαρίας και στους σ.σ. Τέλμαν και Ντιμιτρώφ και στους φυλακισμένους και εξορίστους αγωνιστές της εργατικής τάξης και των εργαζομένων της χώρας μας».

Αντιγραφή αποσπασμάτων από τον «Ριζοσπάστη» της 22ης Απριλίου 1934.

6ο Συνέδριο, Δεκέμβρης 1935

Ένα αντιφασιστικό συνέδριο

Το 6ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος συνήλθε στην Αθήνα στο τελευταίο 10ήμερο του Δεκέμβρη 1935. Οι εργασίες του κράτησαν 4 μέρες.

Η σύγκληση του 6ου Συνεδρίου έγινε σε μια περίοδο έντασης της επίθεσης των δυνάμεων του φασισμού και του πολέμου σε διεθνή κλίμακα και στην Ελλάδα. Σ’ αυτές τις συνθήκες, μεγάλη σημασία είχε η σύγκληση του 7ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς, που συνήλθε στη Μόσχα τον Ιούλη με Αύγουστο του 1935 και στο οποίο πήρε ενεργό μέρος αντιπροσωπεία του ΚΚΕ.

Το 6ο Συνέδριο, στηριζόμενο και στις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της Κ.Δ., συγκέντρωσε την κύρια προσοχή του στην απόκρουση του κινδύνου εγκαθίδρυσης φασιστικής δικτατορίας, που έγινε πιο άμεσος μετά την παλινόρθωση της μοναρχίας με το νόθο δημοψήφισμα του Νοέμβρη 1935. Το ΚΚΕ με το 6ο Συνέδριό του κάλεσε όλες τις αντιφασιστικές δυνάμεις να ενωθούν για να υπερασπίσουν τη δημοκρατία και την ειρήνη. Το συνέδριο ενέκρινε την αλλαγή που έκανε η Κεντρική Επιτροπή με την απόφασή της στις 23 Μάρτη 1935. Αντικατέστησε το σύνθημα: «Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη», που είχε χαράξει το Έκτακτο Συνέδριο του Κόμματος τον Δεκέμβρη του 1924, με το σύνθημα: «Πλήρης εθνική και πολιτική ισοτιμία σ’ όλες τις εθνικές μειονότητες που ζουν στην Ελλάδα».

Αλλαγή πλεύσης στο Μακεδονικό

«...Την αντικατάσταση του παλιού συνθήματος “Ενιαία και Ανεξάρτητη Μακεδονία και Θράκη” επιβάλλει αυτή η ίδια η αλλαγή της εθνολογικής σύνθεσης στο ελληνικό κομμάτι της Μακεδονίας, σε στενή σύνδεση με την αλλαγή των συνθηκών μέσα στις οποίες αναπτύσσεται σήμερα το επαναστατικό κίνημα γενικά στα Βαλκάνια και ειδικότερα στη χώρα μας, με βασικό καθήκον την αντιφασιστική και αντιπολεμική πάλη.

»...Στο κομμάτι της Μακεδονίας που κατέχει η Ελλάδα εγκαταστάθηκε ελληνικός προσφυγικός πληθυσμός. Ο πληθυσμός στο ελληνικό κομμάτι της Μακεδονίας είναι σήμερα στην πλειοψηφία του ελληνικός. Και η λενινιστική - σταλινική αρχή της αυτοδιάθεσης απαιτεί στις σημερινές συνθήκες την αλλαγή του παλιού συνθήματος».

Ανακοίνωση του Προεδρείου

«Μέσα στο Δεκέμβρη, στην Αθήνα, συνήλθε το συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ελλάδος. Οι δουλειές του συνεδρίου βάσταξαν 4 μέρες.

Τα θέματα που απασχόλησαν το Συνέδριο ήταν τα παρακάτω:

1. Έκθεση δράσης της Κεντρικής Επιτροπής. Με εισηγητή το σ. Ν. Ζαχαριάδη.

Έκθεση της αντιπροσωπείας του ΚΚΕ στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Με εισηγητή τον σ. Πεταλίδη1.

2. Η κατάχτηση των συμμάχων. Με εισηγητή τον σ. Γ. Σαρρή2.

3. Τα καθήκοντα των κομμουνιστών στην πάλη κατά του πολέμου. Με εισηγητή τον σ. Γ. Αντωνίου3.

4. Καταστατικό του ΚΚΕ.

5. Εκλογές Κεντρικής Επιτροπής.

Το συνέδριο ψήφισε μανιφέστο προς την εργατική τάξη και τον ελληνικό λαό και έστειλε χαιρετιστήρια στον αρχηγό της εργαζόμενης ανθρωπότητας σύντροφο Στάλιν, στο σύντροφο Ντιμιτρώφ, τιμονιέρη της Κ.Δ., στον αρχηγό του γερμανικού προλεταριάτου σύντροφο Τέλμαν και στους ηρωικούς απεργούς πείνας, φυλακισμένους και εξόριστους αγωνιστές του εργαζόμενου ελληνικού λαού».


19 Φεβρουαρίου 1909: Η παραίτηση του Δημήτριου Γούναρη

Κλεισμένος στο γραφείο του, βυθισμένος στις μαύρες σκέψεις και ταπεινωμένος, προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει, πώς την είχε πάθει έτσι, σαν πρωτόπειρος. Φανταζόταν κιόλας τους χορούς και τα πανηγύρια που είχαν στήσει οι πλουτοκράτες. Και σκεφτόταν, πώς θα αντίκριζε όλους εκείνους που τον εμπιστεύτηκαν κι έπιναν νερό στ’ όνομά του. Μόνον ένας δρόμος του απέμενε, αν ήθελε να σώσει την αξιοπρέπειά του. Υπέγραψε την παραίτηση και την έστειλε στον πρωθυπουργό.

Ήταν 19 Φεβρουαρίου 1909, όταν ο Δημήτριος Γούναρης παραιτήθηκε από υπουργός Οικονομικών. Το κατεστημένο είχε νικήσει για μια ακόμα φορά, έχοντας ακολουθήσει την ίδια γνωστή και δοκιμασμένη συνταγή: Το δέλεαρ της εξουσίας. Οι «Ιάπωνες» είχαν οριστικά διαλυθεί. Κάθε αντίσταση είχε καμφθεί. Θα κυλούσαν ακόμη έξι μήνες ως τη μεγάλη ανατροπή με την επανάσταση στου Γουδή, αλλά τον Φλεβάρη του 1909 όλα ακόμα έδειχναν ζοφερά.

Ήταν Οκτώβρης του 1906, όταν τους κόλλησαν την ετικέτα «οι Ιάπωνες». Μια ομάδα ανεξάρτητων βουλευτών με άτυπο αρχηγό τον Στέφανο Δραγούμη και μέλη τους Δ. Γούναρη, Πέτρο Πρωτοπαπαδάκη, Χαρ. Βοζίκη, Ανδρ. Παναγιωτόπουλο, Απ. Αλεξανδρή και Εμμ. Ρέπουλη.

Ονομάστηκαν Ιάπωνες, επειδή τότε φυσούσε ανανεωτικός άνεμος στην Ιαπωνία, που προόδευε με εκπληκτικούς ρυθμούς. Η ομάδα σφυροκοπούσε ανελέητα την κυβέρνηση, ο Γούναρης αποκάλυψε κρυμμένο σε νομοσχέδιο σκάνδαλο υπέρ κάποιας εταιρείας, ο υπουργός Οικονομικών αναγκάστηκε να παραιτηθεί, ένας νέος άνεμος ελπίδας άρχισε να φυσά στο κοινοβούλιο.

Τον Ιούλιο του 1908, μετά από μια ακόμα σκληρή αγόρευση του Γούναρη εναντίον της αντιλαϊκής οικονομικής πολιτικής, ο πρωθυπουργός Γεώργιος Θεοτόκης του πέταξε το γάντι:

«Έμπα στην κυβέρνηση, ανάλαβε το υπουργείο Οικονομικών κι εφάρμοσε την πολιτική σου».

Η πρόκληση ήταν μεγάλη. Άδικα οι υπόλοιποι, πλην του Πρωτοπαπαδάκη, «Ιάπωνες» προσπαθούσαν να του εξηγήσουν ότι το ζήτημα ήταν θέμα δομών κι όχι προσώπων. Γούναρης και Πρωτοπαπαδάκης μπήκαν στην κυβέρνηση. Οι «Ιάπωνες» διαλύθηκαν. Ως υπουργός Οικονομικών, ο Γούναρης έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Το φθινόπωρο, παρουσίασε το φορολογικό του νομοσχέδιο: Ελαφρύνσεις στις ασθενέστερες τάξεις με αντιστάθμισμα την επιβολή φορολογίας στο κεφάλαιο και στο οινόπνευμα. Έγινε χαμός. Το κατεστημένο χίμηξε να τον κατασπαράξει. Ο Γούναρης, όμως, ήταν ήσυχος. Ο πρωθυπουργός το έβρισκε καλό το νομοσχέδιό του. Απλά, έριχνε λίγο πίσω την ψήφισή του, ώσπου να καταλαγιάσει λίγο ο θόρυβος. Μετά, άρχισαν οι φιλικές συστάσεις για τροποποιήσεις:

«Να απαλύνουμε λιγάκι αυτό, να κόψουμε εκείνο, να αντικαταστήσουμε το άλλο».

Μέσα Φεβρουαρίου 1909, το νομοσχέδιο δεν είχε ακόμα εισαχθεί για συζήτηση. Κι από το αρχικό κείμενο μόνον ο τίτλος έμενε ίδιος. Στις 19 του μήνα, ο Γούναρης παραιτήθηκε.


1 Ιανουαρίου 1863: Η χειραφέτηση των μαύρων

Ήταν η τρίτη ματωμένη πρωτοχρονιά και κανένας δεν είχε διάθεση για γιορτές. Ο αδυσώπητος πόλεμος Βορείων και Νοτίων συμπλήρωνε είκοσι μήνες και το τέλος του δε φαινόταν ακόμα. Κλεισμένος στο γραφείο του, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Αβραάμ Λίνκολν, υπέγραψε το διάταγμα για τη χειραφέτηση των μαύρων: Από εκείνη τη στιγμή, κανένας δεν μπορούσε να έχει δούλους! Ήταν η 1η του Γενάρη του 1863. Θα περνούσαν δυο ακόμη σκληρά χρόνια, ώσπου, με το τέλος του πολέμου, το διάταγμα θα γινόταν πράξη σ’ όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Θα περνούσαν άλλα 65 χρόνια, ώσπου η Σιέρα Λεόνε - τελευταία από τα δουλοκτητικά κράτη - θα καταργούσε με νόμο τη δουλεία, μιαν άλλη πρωτοχρονιά: Αυτήν του 1928. Ελευθερώθηκαν τότε 215.000 δούλοι.

Το δουλεμπόριο των μαύρων αναπτύχθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με τη δημιουργία των ευρωπαϊκών αποικιών στις νέες χώρες, που οι εξερευνητές ανακάλυπταν. Οι απέραντες φυτείες που δημιουργήθηκαν, χρειάζονταν πολλά και φτηνά χέρια, ώστε η εκμετάλλευση των προϊόντων να είναι εμπορικά συμφέρουσα. Έτσι κι αλλιώς, τα ταξίδια από τις μακρινές αποικίες ως τα ευρωπαϊκά κράτη και επικίνδυνα ήταν και πολυδάπανα. Οι δούλοι έλυσαν το πρόβλημα. Κι όταν οι ντόπιοι κατακτημένοι κάτοικοι έπαψαν να επαρκούν, ξεκίνησε η ατέλειωτη νύχτα του δουλεμπορίου των μαύρων. Από τον 17ο ως τα τέλη του 19ου αιώνα, καραβιές μαύρων μεταφέρονταν από τις δυτικές ακτές της Αφρικής για να πουληθούν στους αποίκους της αμερικανικής ηπείρου. Για 400 χρόνια, Πορτογάλοι, Ισπανοί, Άγγλοι και Ολλανδοί δουλέμποροι διέσχιζαν νόμιμα τον Ατλαντικό. Με τη συνθήκη της Ουτρέχτης, οι Άγγλοι απέκτησαν το μονοπώλιο να προμηθεύουν με δούλους τις ισπανικές αποικίες.

Μέσα σε είκοσι χρόνια, από το 1680 ως το 1700, μεταφέρθηκαν στην Αμερική και πουλήθηκαν δούλοι 300.000 μαύροι της Αφρικής. Μόνο στη Τζαμάικα, από το 1700 ως το 1786 μεταφέρθηκαν 610.000. Στα εκατό χρόνια, από το 1680 ως το 1786, οι μαύροι της Αφρικής, που αιχμαλωτίστηκαν και πουλήθηκαν δούλοι στην Αμερική, μετρήθηκαν σε 2.130.000. Χώρια, όσοι πέθαναν στ’ απάνθρωπα ταξίδια.

Όμως, τον 19ο αιώνα, τα μηνύματα της γαλλικής επανάστασης και, ταυτόχρονα, ο ερχομός της βιομηχανικής εποχής έκαναν να ξυπνήσει η συνείδηση των λαών. Η δουλεία καταργήθηκε στις τότε Ινδίες το 1833 και στις γαλλικές αποικίες το 1848. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, το 1860, πρόεδρος εκλέχτηκε ο Αβραάμ Λίνκολν, που όραμά του είχε την κατάργηση της δουλείας. Τον ψήφισε ο αναπτυγμένος βιομηχανικός Βορράς. Τον πολέμησε ο αγροτικός Νότος. Το 1861, ξέσπασε ο πόλεμος Βορείων και Νοτίων. Την πρωτοχρονιά του 1863, ο Λίνκολν υπέγραψε το περίφημο διάταγμα για τη χειραφέτηση των νέγρων. Ίσχυσε μόνο στον Βορρά. Με τη λήξη του πολέμου, η ισχύς του επεκτάθηκε ως το Νότο. Ακολούθησε η κατάργηση της δουλείας στη Βραζιλία, το 1888. Στη Σιέρα Λεόνε, μόλις το 1928.

Για τους μαύρους, άρχιζε η μακριά νύχτα του ρατσισμού και των φυλετικών διακρίσεων. Τελευταία, που τις κατάργησε, είναι η Νοτιοαφρικανική Ένωση, με δημοψήφισμα, που έγινε στις 18 Μαρτίου 1992. Δυο χρόνια αργότερα, η χώρα απέκτησε και μαύρο πρόεδρο, τον Νέλσον Μαντέλα.

Στην Οθωμανική αυτοκρατορία, το δουλεμπόριο, ανεξάρτητα από το χρώμα του ανθρώπινου δέρματος, καταργήθηκε με νόμο το 1889.

Η σκλαβωμένη Αμερική στον δρόμο για ελευθερία

Η ορκωμοσία του πρώτου μαύρου πρόεδρου στην Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών μάς δημιούργησε την ανάγκη να θυμηθούμε όλο τον γοητευτικό αγώνα του μαύρου κινήματος της Αμερικής. Σήμερα και στα δύο επόμενα φύλλα θα ακολουθήσουμε όλη την πορεία που οδήγησε τους πρώην σκλάβους στα σκαλιά του Λευκού Οίκου. Το αν αυτό θα αποτελέσει άνοδο της κοινότητας μόνο στην προεδρία ή και στην εξουσία, δυστυχώς πρέπει να περιμένουμε για να το δούμε μόνο στο τέλος της διακυβέρνησης του Ομπάμα...

Όταν τον 17ο αιώνα κατέφτασαν οι πρώτοι Αφρικανοί σκλάβοι στην εντελώς άγνωστη για εκείνους ήπειρο της Β. Αμερικής, σίγουρα κανείς τους – και πολύ περισσότερο τα «αφεντικά» τους – δεν μπορούσε να φανταστεί πως θα ερχόταν κάποια στιγμή που κάποιος απόγονός τους θα γινόταν πρόεδρος αυτής της χώρας.

Όπως είναι φυσικό, από την πρώτη στιγμή οι σκλάβοι αντιμετώπισαν με ποικίλους τρόπους την αιχμαλωσία τους. Πολλοί από αυτούς πηδούσαν από τα πλοία που τους μετέφεραν στον ωκεανό, άλλοι προτίμησαν να δοκιμάσουν την τύχη τους στις αποικίες όπου εστάλησαν, άλλοι ένιωσαν ασφάλεια πηγαίνοντας στις περιοχές των Ινδιάνων, ενώ άλλοι προσπάθησαν να ιδρύσουν τις δικές τους κοινότητες.

Μετά την αρχική εγκατάσταση η στάση τους διέφερε και πάλι. Άλλοι αποδέχονταν τη μοίρα τους ως υποτελείς, άλλοι οργισμένοι έπαιρναν τα όπλα (όπως ο Γκάμπριελ Πρόσερ, που το 1800 στη Βιρτζίνια οργάνωσε επαναστατικό κίνημα), κάποιοι προσπαθούσαν να κερδίσουν την ελευθερία τους μέσω της «νόμιμης» οδού κάνοντας μια «σπουδαία πράξη» για τον ιδιοκτήτη τους ή θητεύοντας στον στρατό, ενώ αρκετοί επέλεγαν τη φυγή.

Όλες αυτές οι διέξοδοι διατηρήθηκαν μέσα στον χρόνο, ακόμη και όταν οι μαύροι απέκτησαν την ελευθερία τους με το γράμμα του νόμου. Τα πολιτικά κινήματα τον 20ό αιώνα εξέφραζαν ακόμη αυτές τις γενικές τάσεις, από τις πιο ακραίες (Μαύροι Πάνθηρες, Μάλκολμ Χ) μέχρι τις πιο μετριοπαθείς, ενώ υπήρξε και μια μικρή μερίδα τους που συντάχθηκε με το «λευκό» κατεστημένο και το σύστημα.

Ενδεικτικό παράδειγμα για τα παραπάνω είναι η προκήρυξη από το 1829 ενός μαύρου ονόματι Ντέιβιντ Γουόκερ, η οποία θα μπορούσε να έχει διατυπωθεί με ελάχιστες διαφορές τον 20ό αιώνα. Ο Γουόκερ ανέφερε πως οι Αφροαμερικανοί θα έπρεπε να παλέψουν «για τον δοξασμένο και ουράνιο σκοπό της ελευθερίας και του Θεού ώστε να απελευθερωθούν από την πιο άθλια, απόλυτη και εξευτελιστική σκλαβιά». Ο συγγραφέας επικηρύχθηκε για 1.000 δολάρια και έναν χρόνο μετά βρέθηκε νεκρός.

Ανεξαρτησία και σκλάβοι

Αν πάμε ακόμα πιο πίσω, στην ιστορική πρώτη φάση του κινήματος, πρέπει να επισημάνουμε τον πολύ σημαντικό ρόλο που διαδραμάτισε η αμερικάνικη ανεξαρτησία στο μέλλον των μαύρων σκλάβων. Κυρίαρχο αίτημα των επαναστατών ήταν η απελευθέρωσή τους από την εξουσία της βασίλισσας.

Οι άποικοι ήθελαν να ζήσουν ελεύθεροι χωρίς τα αφεντικά του παλαιού κόσμου πάνω από τα κεφάλια τους, κάτι που θεωρούσαν έναν ευγενή σκοπό, άξιο να παλέψει κανείς για αυτόν. Εν πολλοίς δηλαδή, ζητούσαν τα ίδια πράγματα που διεκδικούσαν οι σκλάβοι από αυτούς. Έτσι η πολιτική και οικονομική ελίτ της Νέας Γης έθεσε μόνη της τα θεμέλια για την απελευθέρωση των σκλάβων της, με τον λόγο του Τζέφερσον «όλοι οι άνθρωποι γεννήθηκαν ίσοι» να έρχεται να επιστεγάσει αυτή τη νέα λογική.

Μετά τη δημιουργία των ΗΠΑ ως ανεξάρτητου κράτους το κίνημα για την ελευθερία πήρε νέα τροπή. Πλέον υπήρχε ουσιαστική διαφορά μεταξύ Βορρά και Νότου πάνω στο ζήτημα και επίσης (αν και λιγότερο) στη συμπεριφορά απέναντί τους. Εκτός από τους μαύρους, υπήρχε και ένα μέρος των λευκών χριστιανών στον Βορρά που υποστήριζε το αίτημα των πρώτων για ελευθερία, για «χριστιανικούς λόγους», μια και θεωρούσε ότι η σκλαβιά δεν ήταν σύμφωνη με τις Γραφές και ίσως κάποιοι από αυτούς να φοβήθηκαν αρκετά στην προοπτική να πάνε στην Κόλαση...

Με αυτή την άποψη συμφωνούσαν σημαντικοί συγγραφείς, όπως ο Ουίλιαμ Λόυντ Γκάρισον που εξέδιδε μια εφημερίδα με τίτλο «Ο Απελευθερωτής» και φυσικά η Χάριετ Μπίτσερ Στόου με τη γνωστή «Καλύβα του Μπαρμπα-Θωμά».

Πρέπει να προσθέσουμε εδώ ότι τα αφεντικά γενικότερα δεν ήθελαν οι δούλοι τους να μορφώνονται, παρά μόνο όσο έπρεπε προκειμένου να μπορούν να διαβάζουν τη Βίβλο. Φυσικά αυτό δεν στηριζόταν στον ανθρωπισμό τους, αλλά στον φόβο, μια και πίστευαν ότι αν οι «άγριοι» Αφρικανοί έρχονταν σε επαφή με τα λόγια του Θεού θα γίνονταν πιο εύκολα «πρόβατα» του Θεού και πειθήνιοι υπηρέτες τους. Εξάλλου τους θεωρούσαν ένα περιουσιακό τους στοιχείο και όχι ανθρώπους που θα έπρεπε να εκπαιδευτούν..

Κατά τον εμφύλιο

Το ζήτημα της δουλείας αποτελούσε μέρος του γενικότερου ιδεολογικού χάσματος μεταξύ των δύο πλευρών, το οποίο θα έπρεπε να επιλυθεί προκειμένου να προχωρήσει ενωμένη η χώρα. Ο εμφύλιος πόλεμος ήταν ένα μεγάλο «ξεκαθάρισμα» μέσω του οποίου θα αναδεικνυόταν ο προοδευτικός Βορράς που θα έπαιρνε τα ηνία στην πολιτική σκηνή.

Στη διάρκεια του εμφυλίου, πολλοί μαύροι του Νότου βρήκαν επιτέλους την ευκαιρία που αναζητούσαν. Εκμεταλλευόμενοι τις κινήσεις του στρατού των Βορείων, κατάφεραν να ξεφύγουν από τους ιδιοκτήτες τους και να προσχωρήσουν στις δυνάμεις των αντιπάλων τους. Οι Βόρειοι τους τοποθέτησαν σε ειδικές μονάδες «έγχρωμων» με λευκούς αξιωματικούς.

Καθώς ο εμφύλιος όδευε προς το τέλος του, στις ΗΠΑ είχε συντελεστεί πλέον μια εθνολογική αλλαγή από τη μετακίνηση του πληθυσμού που ονομάστηκε «Η Μαύρη Έξοδος». Ακόμα πιο μεγάλη όμως ήταν η αλλαγή στην πολιτική. Στις 22 Σεπτεμβρίου του 1862, ο Λίνκολν συνέταξε την Ανακήρυξη της Απελευθέρωσης.

Με βάση αυτό το κείμενο όλοι οι μαύροι στις επαναστατημένες περιοχές ανακηρύσσονταν ελεύθεροι. Ο ίδιος ο πρόεδρος σημείωνε: «Έτσι καλώ τους ανθρώπους που ανακηρύσσονται ελεύθεροι να αποφύγουν τη βία, εκτός αν είναι σε αυτοάμυνα. Και τους συνιστώ σε όλες τις περιπτώσεις να εργάζονται πιστά έναντι λογικών μισθών».

Μια περιγραφή από έναν Αφροαμερικανό που ήταν παιδί τότε (1865) μας φανερώνει τη χαρά των απελεύθερων σκλάβων όταν τους ανακοινώθηκαν τα νέα:

«Καθώς η μέρα πλησίαζε, στα καταλύματα των σκλάβων ακούγονταν περισσότερα τραγούδια απ’ ό,τι συνήθως. Ήταν πιο τολμηρά, πιο ηχηρά και διαρκούσαν μέχρι αργά το βράδυ. Οι περισσότεροι στίχοι στα τραγούδια της φυτείας είχαν σχέση με την ελευθερία.

(...) Κάποιος ξένος έκανε μια ομιλία και μετά διάβασε ένα μακροσκελές κείμενο, την Ανακήρυξη. Μετά την ανάγνωση μας είπε ότι ήμαστε όλοι ελεύθεροι και ότι μπορούσαμε να πάμε όπου θέλαμε. Η μητέρα μου, που καθόταν δίπλα, έσκυψε και μας φίλησε καθώς έκλαιγε. Μας εξήγησε τι σήμαινε, ότι αυτή ήταν η μέρα για την οποία προσευχόταν τόσο καιρό, ενώ φοβόταν ότι δεν θα ζούσε για να τη δει».

Φυσικά ο Λίνκολν πριν από τον πόλεμο δεν ήταν προοδευτικός πολιτικός. Πήρε όμως αυτή την τολμηρή απόφαση για ρεαλιστικούς λόγους: ο ψυχολογικός αντίκτυπος στον Νότο ήταν μεγάλος και χιλιάδες σκλάβοι έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την ευκαιρία που τους παρουσιάστηκε. Το αποτέλεσμα ήταν να ενισχυθεί ο στρατός των Βορείων με άντρες ικανούς και αφοσιωμένους στους απελευθερωτές τους. Παράλληλα οι Νότιοι αποδυναμώνονταν χάνοντας ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού τους.

Γενικότερα οι σκλάβοι αυτοί ήταν η ατμομηχανή της Συνομοσπονδίας και στη διάρκεια του εμφυλίου 200.000 από αυτούς διέφυγαν από τον έλεγχό της. Ο Λίνκολν τελικά δικαιώθηκε, όπως και τόσοι επώνυμοι και ανώνυμοι Αφροαμερικανοί, όπως η Σοτζέρνερ Τρουθ, που πάλεψε για την ισότητα των μαύρων γυναικών, ο Φρέντερικ Ντάγκλας με το έργο του και ο Τζον Μέρσερ Λάνγκστον που εκλέχτηκε πρώτος σε δημόσιο αξίωμα.

Η «λευκή» περιχαράκωση

Για τους μαύρους πάντως, η λήξη του εμφυλίου δεν σήμανε το τέλος του αγώνα τους. Η Ανακήρυξη, παρά τη σημασία της, ήταν ένα περιορισμένο κείμενο. Στο κάτω κάτω, παρά τη 13η τροποποίηση στο Σύνταγμα, που θεμελίωνε την ελευθερία τους, οι ελεύθεροι μαύροι είχαν να αντιμετωπίσουν τον ρατσισμό του λευκού στη ζωή τους.

Εκείνα τα πρώτα χρόνια επικρατούσε μια αμηχανία, καθώς, όπως είπε ο Χιούστον Χόλογουεϊ, «εμείς δεν ξέραμε πώς να είμαστε ελεύθεροι και εκείνοι δεν ξέρανε πώς να έχουν έναν ελεύθερο έγχρωμο ανάμεσά τους». Πολύ γρήγορα πάντως το λευκό κατεστημένο έσπευσε να περιχαρακώσει την περιοχή του εμποδίζοντας τους πρώην δούλους από το να αποκτήσουν έναν πιο ενεργό ρόλο στην πολιτική και την οικονομία.

Στον Νότο, οι πληγές που άφησε ο εμφύλιος ήταν πιο βαθιές απ’ ό,τι στον Βορρά. Όταν η κυβέρνηση επιχείρησε να αναμορφώσει τις περιοχές αυτές ώστε να μπορούν να συζήσουν λευκοί και μαύροι, οι αντιδράσεις ήταν έντονες. Ενώ η προσπάθεια αυτή είχε θετικά αποτελέσματα σε πιο προοδευτικές περιοχές, στον Νότο το είδαν ως εκδικητική προσπάθεια εναντίον τους από τους νικητές του εμφυλίου.

Συνέπεια αυτής της κατάστασης ήταν ότι η μισή χώρα εξελίχθηκε ταχύτερα από την υπόλοιπη. Στη Λουϊζιάνα, τον Μισισιπή, τη Ν. Ορλεάνη και τις υπόλοιπες πολιτείες του Νότου οι διωγμοί και η μισαλλοδοξία θα συνεχίζονταν για πάρα πολλές δεκαετίες και θα έφτανε μέχρι τις ημέρες μας.

Στον Βορρά, παρόλο που οι λευκοί δεν υποστήριξαν τη δουλεία, υπήρχε εντούτοις ο λεγόμενος «διαχωρισμός». Με την πάροδο του χρόνου, λευκοί και μαύροι έφτασαν σε σημείο να κατοικούν χωριστά, να εργάζονται χωριστά, να κάνουν ακόμα και τις πιο ασήμαντες δραστηριότητες χωριστά. Οι πλέον ελεύθεροι Αφροαμερικανοί κατάλαβαν καλά τη νέα κατάσταση όταν ψηφίστηκε ένα σύνολο από νόμους, οι οποίοι σύντομα απέκτησαν το διαβόητο όνομα «Οι νόμοι του Τζιμ Κρόου».

Οι νόμοι αυτοί, που πήραν το όνομά τους από μια καρικατούρα της εποχής, ξεκίνησαν να ισχύουν το 1876 και διήρκεσαν σχεδόν 100 χρόνια, ώς το 1965. Προέβλεπαν συγκεκριμένες συμπεριφορές για τους μαύρους, ενώ διάφορα παραδείγματα ρατσισμού που έχουν γίνει πλέον κλασικά πηγάζουν από εκεί. Οι μαύροι δεν μπορούσαν να χρησιμοποιούν τις ίδιες τουαλέτες με τους λευκούς, στο λεωφορείο έπρεπε να παραχωρούν τη θέση τους και σε πολλά εστιατόρια έπρεπε να εισέρχονται από διαφορετική είσοδο.

Με αυτά τα ανάμικτα συναισθήματα λοιπόν, η αφροαμερικανική κοινότητα πέρασε στον 20ό αιώνα. Το κίνημα των Αφροαμερικανών πέρασε μέσα από διάφορα στάδια στα χρόνια που ακολούθησαν την απαγωγή και την άφιξή τους στη Νέα Γη. Ξεκίνησε ως αίτημα για ελευθερία, στη συνέχεια έγινε μια φωνή για ισότητα και στο τέλος μετουσιώθηκε σε κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα. Στο επόμενο φύλλο θα δούμε τους αγώνες της μαύρης κοινότητας στον 20ό αιώνα που οδήγησαν σε μια νέα κοινωνική πραγματικότητα.


8 Ιανουαρίου 1959: Ο Φιντέλ Κάστρο στην Αβάνα

Ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος βρήκε την Κούβα να σέρνεται στο αμερικανικό άρμα και να κηρύσσει κι αυτή τον πόλεμο εναντίον των κεντρικών ευρωπαϊκών αυτοκρατοριών. Όμως, στη δεκαετία του ‘20, οι επαναστάσεις φούντωσαν. Ως το 1933. Τη χρονιά εκείνη, ένας 32χρονος λοχίας, ο Σαλντιβάρ Φουλκένθιο Μπατίστα, ανακάλυψε πως το πιο εύκολο πράγμα ήταν να γίνει δικτάτορας. Και έγινε. Οι Αμερικανοί έσπευσαν να τον αγκαλιάσουν. Είχαν βρει ένα ντόπιο στήριγμα, αρκετά ισχυρό. Ο Μπατίστα έκανε εκλογές το 1940 κι απέκτησε και τον μανδύα της λαϊκής έγκρισης ως πρόεδρος της Δημοκρατίας. Το πράγμα στράβωσε το 1952, οπότε αυτοανακηρύχθηκε πρόεδρος εγκαθιδρύοντας απροκάλυπτη πια δικτατορία.

Στα χρόνια αυτά, είχε ανατείλει το άστρο του Φιντέλ Κάστρο και ήδη μεσουρανούσε. Είχε γεννηθεί στις 13 Αυγούστου 1927, στην πόλη Σαντιάγκο ντε Κούμπα, από πατέρα ιδιοκτήτη φυτειών ζαχαροκάλαμου. Φοίτησε σε κολέγιο Ιησουϊτών και στη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου της Αβάνας. Ως δικηγόρος, εξελίχθηκε σε προστάτη των φτωχών, στους οποίους παρείχε δωρεάν τις υπηρεσίες του, όταν είχαν προβλήματα με το άγριο καθεστώς του Μπατίστα.

Γρήγορα ανακάλυψε ότι η ελευθερία δεν κερδίζεται στις αίθουσες των δικαστηρίων. Με τον αδερφό του Ραούλ, οργάνωσε το επαναστατικό κίνημα των Κουβανών καταπιεσμένων. Η εξέγερση ξέσπασε στις 26 Ιουλίου 1953, με επίθεση σε κρατικούς στρατώνες. Το εγχείρημα απέτυχε αλλ’ ήδη είχαν μπει τα θεμέλια για τη δημιουργία του θρύλου. Ο Φιντέλ σύρθηκε στη φυλακή με μια καταδίκη 15 χρόνων. Το 1954, αποφυλακίστηκε χάρη σε μια γενική αμνηστία. Έφυγε στο εξωτερικό.

Ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες και το Μεξικό, γνωρίστηκε με τον Τσε Γκουεβάρα κι οργάνωσε την επαναστατική του ομάδα, στην οποία έδωσε το όνομα «Κίνημα της 26ης Ιουλίου», σε ανάμνηση της πρώτης του προσπάθειας. Ο ίδιος, ο αδερφός του Ραούλ, ο Τσε κι ογδόντα ακόμα πατριώτες επέστρεψαν κρυφά στην Κούβα με τη θρυλική θαλαμηγό «Γκράμμα».

Ήταν 2 Δεκεμβρίου 1956, όταν έγινε η μυστική απόβαση της ομάδας. Δυο χρόνια αργότερα, τα πάντα είχαν αλλάξει. Ο ανταρτοπόλεμος ξεκίνησε από τα απόρθητα βουνά της Σιέρα Μαέστρα και γρήγορα πήρε διαστάσεις τυφώνα. Με μανιφέστο του, το 1958, ο Κάστρο καλούσε τον λαό σε ολοκληρωτικό πόλεμο.

Το σάπιο καθεστώς του Μπατίστα άρχισε να καταρρέει. Γρήγορα οι Αμερικανοί κατάλαβαν πως δεν μπορούσε να τους προφυλάξει. Άρχισαν να εγκαταλείπουν την ύπαιθρο κι έπειτα και την ίδια την πρωτεύουσα, Αβάνα. Τέλη του 1958, η επανάσταση είχε μεταφερθεί στην ίδια την άλλοτε φαντασμαγορική πόλη. Οι οδομαχίες δεν κράτησαν πολύ.

Την Πρωτοχρονιά του 1959, ο δικτάτορας Μπατίστα το έσκαγε στην Δομινικανική Δημοκρατία, ενώ η Αβάνα έπεφτε στα χέρια των επαναστατών. Η θριαμβευτική είσοδος του Φιντέλ Κάστρο στην πρωτεύουσα έγινε στις 8 Ιανουαρίου. Πέντε εβδομάδες αργότερα, στις Φεβρουαρίου 1959, ο γενειοφόρος επαναστάτης ορκιζόταν πρωθυπουργός.

Οι επαναστάτες της Καραϊβικής

Η Αβάνα απέχει από τη Φλόριντα των Ηνωμένων Πολιτειών λιγότερο απ’ όσο μπορεί να απέχουν μεταξύ τους δυο πρωτεύουσες ελληνικών νομών (90 χλμ.). Κάμποσοι χλιδάτοι Βορειοαμερικανοί, δηλαδή, βλέπουν το μάγουλο του ήλιου από οπτική γωνία όμοια μ’ εκείνη των Κουβανών κοντοχωριανών τους και κοιμούνται κάτω από το ίδιο κι απαράλλακτο κοινόβιο αστεριών…

Αν, ωστόσο, κάποιος Νώε της παγκόσμιας πολιτικής ιστορίας αποφάσιζε να φτιάξει μια κιβωτό και να δειγματίσει στα αμπάρια της όλα τα πολιτικά συστήματα, θα φύλασσε από τους μεν κι από τους δε δυο εκ διαμέτρου αντίθετα απολιθώματα εφαρμοσμένων πεποιθήσεων.

Ένα μοναδικό κι εσωστρεφές κομμάτι – ενεργεία και δυνάμει – σοσιαλισμού απ’ τη μια κι ένα βιομηχανοποιημένο αλλά και φανταχτερό μπιζού απρόσκοπτου φιλελευθερισμού από την άλλη. Το σίγουρο είναι ότι το ειδικού βάρους και εσωτερικότητας όρυγμα της Κούβας θα μπορούσε να το προσωποποιήσει απόλυτα ο απελθών Κουβανός ασθενής Φιντέλ Κάστρο.

Δεκαοκτώ μήνες έχει να εμφανιστεί δημόσια ο «leader maximo» και αναμφισβήτητα το συλλογικό συνειδητό και ασυνείδητο των συμπατριωτών του πλήττεται από μια πρωτόγνωρη αίσθηση ορφάνιας.

Οι εχθροί του, που εδώ και 50 χρόνια επιστράτευσαν κάθε μέσο και εξάντλησαν κάθε δυνατότητα προκειμένου να απαλλαγούν από τη μολυντική του οντότητα (638 δολοφονικές απόπειρες, εμπάργκο, διασπορά ψευδών ειδήσεων, προπαγάνδα, στρατιωτικές επιθέσεις, «εισαγωγές» μικροβίων κ.λπ.), κατέφυγαν τελικά στην έσχατη και στην πλέον βραδυφλεγή των λύσεων. Τον άφησαν να προδοθεί από την ανθρώπινη φύση του και τη θνητότητά του.

Γυαλιστερά δολώματα

Ο Κάστρο γέρασε και αρρώστησε… Θεωρήθηκε σώφρον να αναλάβει στο πόδι του κάποιος που να φέρει – αν μη τι άλλο – το όνομά του. Ήδη, από τις 24 Φεβρουαρίου του 2008 ο μικρός του – 76χρονος – αδελφούλης Ραούλ τσαλαβουτάει ως καρικατούρα μεγάλων προσδοκιών στα βαθιά νερά της άσκησης εξουσίας, αποδεικνύοντας καθημερινά ότι τα όποια κοινά σημεία στο DNA δυο αντρών δεν προεξοφλούν σε καμιά περίπτωση ανάλογους προσωπικούς μαγνητισμούς και ούτε βέβαια την ίδια αποτελεσματικότητα.

Στα παραπάνω προσθέστε τον αστάθμητο παράγοντα «κλίμα» και τον σχεδόν αστάθμητο παράγοντα «παγκόσμια οικονομική ύφεση». Επί των ημερών τού μετρίως χαρισματικού επιλαχόντος Κάστρο, το έλλειμμα του πληθωρισμού της μικρής sui generis χώρας βρέθηκε – μετά και τη φετινή καταστροφή του 30% των καλλιεργειών από τους τρεις απανωτούς τυφώνες – στο 6,7% του ΑΕΠ. Οι πολίτες, παρά την πολυετή τους εκπαίδευση στη συνειδητή ολιγάρκεια, τα φέρνουν βόλτα δύσκολα και κάποτε κάμπτονται ηθικά.

Έτσι, τα μικρά, γυαλιστερά δολώματα χρηστικής αλλά και άχρηστης πολυτέλειας και μιμητισμού, τους καθιστούν πιο άμορφους από ποτέ, τους αναμοχλεύουν, τους οργώνουν και εύκολα τους μετασχηματίζουν σε πρόσφορο αγοραστικό έδαφος.

Κάπως έτσι εξηγούνται οι τεράστιες ουρές για την απόκτηση του κινητού των 75 ευρώ που εισήγαγε ο Ραούλ. Κάπως έτσι εξηγείται επίσης το γενικό, ακατάσχετο ζαχάρωμα των – απενοχοποιημένων πια – ηλεκτρονικών υπολογιστών, των DVD players, των τηλεοράσεων πλάσμα, των φούρνων μικροκυμάτων, των ποδηλάτων πολλαπλών ταχυτήτων, των οργάνων γυμναστικής και των play station...

Ένας παρθένος λαός επισκέπτεται μια κακέκτυπη λαϊκή αγορά του αντίπαλου δέους… Ή μάλλον τον επισκέπτεται μια κακέκτυπη λαϊκή αγορά του αντίπαλου δέους…

Παρ’ όλα αυτά το «γαλατικό» νησί της Καραϊβικής εξακολουθεί να υπάρχει και να αντιστέκεται διατηρώντας μάλιστα άθικτο ένα σημαντικό μέρος των ιδεολογικοπολιτικών του ερεισμάτων καθώς και των, ανά τον κόσμο, συμπαθειών του. Ακόμα και σήμερα, εν έτει 2009, 50 χρόνια μετά την επανάσταση και την εγκατάσταση του Φιντέλ και των συν αυτώ στην εξουσία, δεν είναι λίγοι οι φίλοι της Κούβας που αναφέρονται στην ιστορία και στα επιτεύγματά της με σεβασμό και θαυμασμό.

Το όνειρο ζει

Η παγκόσμια εφηβεία και οι προοδευτικές πρωτοβουλίες ακόμα αναζητούν ανατροφοδότηση στο έπος των γενειοφόρων επαναστατών που ανάγκασαν το 1959 τον δικτάτορα Μπατίστα να άρει τα μπογαλάκια του και να επιστρέψει στη μαμά του Αμερική.

Η μάχη στη Σάντα Κλάρα – όπως ακριβώς την αναφέρει το πασίγνωστο τραγούδι για τον Τσε Γκεβάρα – ή αργότερα η απόβαση στον Κόλπο των Χοίρων που υποτίθεται ότι θα σήμαινε το τέλος της εποχής Κάστρο για την Κούβα, παραμένουν σημεία αναφοράς για εκείνους που πιστεύουν στο ακατόρθωτο. Οι συγκρούσεις ήταν ασύμμετρες, αλλά οι εκβάσεις απογειωτικές για τους λίγους και τολμηρούς.

Οι κάτοικοι του αδούλωτου νησιού απέδειξαν έμπρακτα ότι δεν επιθυμούσαν πια να διαθέτουν τη βιομηχανική και αγροτική παραγωγή τους, το εργατικό τους δυναμικό και το φυσικό κάλλος του τόπου τους σε πλούσιους Aμερικάνους επιχειρηματίες και γαιοκτήμονες που οραματίζονταν να μετατρέψουν την Κούβα σε θέατρο τζόγου και οίκων ανοχής…

Αμέσως μόλις ορκίστηκε πρωθυπουργός ο Φιντέλ Κάστρο κρατικοποίησε τις εταιρείες των ΗΠΑ και προχώρησε σε γενναιόδωρες επενδύσεις στον τομέα της Παιδείας και της Υγείας. Κι αυτές είναι επενδύσεις που, εφόσον διαθέτει κανείς την υπομονή, την επιμονή και τη διορατικότητα για να τις επιλέξει, πάντα αποδίδουν. Έτσι, ακόμα και σήμερα που το νησί εκείνης της μακρινής επαναστατικής εποχής διανύει περίοδο ισχνών αγελάδων, οι κεκτημένες επιδόσεις των περασμένων δεκαετιών εξακολουθούν να καταγράφονται με θετικό πρόσημο.

Η χώρα έχει υψηλότατο προσδόκιμο ζωής, και – αντίθετα – ελάχιστη βρεφική και παιδική θνησιμότητα. Ο πληθυσμός της είναι νεανικός και τα πανεπιστήμιά της πολυάριθμα, παραγωγικότατα και υψηλών προδιαγραφών. Ειδικά οι ιατρικές σχολές της απολαύουν διεθνούς κύρους και καταξίωσης.

Το 20% των πολιτών είναι απόφοιτοι σχολών ανώτατης εκπαίδευσης, ενώ το συγκλονιστικό ποσοστό του 99,8% των πολιτών είναι εγγράμματοι. Αυτό οφείλεται στο υψηλό επίπεδο των εκπαιδευτικών λειτουργών, στο προσεκτικά καταρτισμένο πρόγραμμα σπουδών της Πρωτοβάθμιας και της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και στις μεθόδους διδασκαλίας και εξετάσεων. Η Παιδεία, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, αποτελούσε πεδίο δόξης και ανάπτυξης για την Κούβα…

Επιπλέον, η μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων τελεί ακόμα υπό κρατικό έλεγχο (92%), ενώ οι κρατικοί μηχανισμοί Υγείας και Πρόνοιας της Κούβας συγκαταλέγονται μεταξύ των πέντε καλύτερων του κόσμου. Ανάλογες επιδόσεις έχουν να παρουσιάσουν οι χώρες της Σκανδιναβίας και η Ελβετία.

ASTA NA PANE Κομαντάντε…

Λίγες μέρες πριν, την Πρωτοχρονιά του 2009, ο Ραούλ Κάστρο, με αφορμή των εορτασμό της πεντηκονταετίας δήλωσε ότι η επανάσταση θα έχει άλλα 50 χρόνια ζωής. Κανείς δεν ξέρει όμως αν θα έβαζε το χέρι του και το i-Pod του στη φωτιά, για να υποστηρίξει την πρόβλεψη…

Οι πόλεις της χώρας ήταν καταστόλιστες, αλλά οι πολίτες δεν διακατέχονταν από ασυγκράτητα πανηγυρική διάθεση. Το γεγονός ότι σιγά σιγά κινεζοποιούνται, ότι στο μέχρι πρότινος «άβατον» των δωρεάν παροχών πατάνε πόδι οι πρώτοι ιδιώτες, ότι η χώρα τους έχει αρχίσει να διαφημίζεται στα ταξιδιωτικά γραφεία ως η «Τροπική Αντάρτισσα της Καραϊβικής», η παγκόσμια παραδοχή ότι έχουν συμπούρμπουλοι προσδεθεί στο άρμα του Τσάβες, ενώ ταυτόχρονα περιμένουν τον Ομπάμα να τους ρίξει μια γλυκιά ματιά, άμα τη αναλήψει των καθηκόντων του…, δεν είναι απαραίτητα casus για μεγάλο κέφι…

Υποτίθεται ότι οι επενδυτές που – ωσάν τον Χριστόφορο Κολόμβο – έρχονται για να σώσουν τους πτωχούς ιθαγενείς πληρούν κάποιες ιδεολογικές προδιαγραφές και διαθέτουν εχέγγυα. Ρωσία, Βενεζουέλα και Κίνα – η παλιά φίλη που κάποτε κατηγορήθηκε από τον Κάστρο για πρακτοριλίκια και διασυνδέσεις με τη Δύση – έχουν αναλάβει να εκσυγχρονίσουν τους παλαιομοδίτες συντρόφους.

Οι δυο πρώτες συναλλάσσονται με τους Kουβανούς κυρίως σε ενεργειακό επίπεδο. Η Αβάνα τους εφοδιάζει με ζάχαρη και νικέλιο κι εκείνες ανταποδίδουν με σιτηρά και πετρέλαια. Η τρίτη κι η καλύτερη, η ολυμπιακή Κίνα, έχει στην κυριολεξία κατακτήσει το νησί τεχνολογικώς. Τηλεπικοινωνίες, τουριστικές και βιομηχανικές εγκαταστάσεις Made in China ανεβάζουν μέρα με τη μέρα το βιοτικό επίπεδο με τον τρόπο που η Δύση αντιλαμβάνεται την άνοδο.

Εξάλλου η Κίνα υπήρξε πολύ στοργική με τη ρετρό συντρόφισσά της Κούβα, φέτος, μετά τις καταστροφές που προκάλεσαν οι τυφώνες. Κι αυτά είναι δανεικά…

Και μέσα στη γενική ελαστικοποίηση έρχεται και ο Ομπάμα. Το κουλέρ λοκάλ και η καταδεκτικότητα που εκ πρώτης όψεως χαρακτηρίζουν τον νέο Aμερικανό πρόεδρο, σε συνδυασμό με τους λοιπούς ασφυκτικούς οικονομικούς και διπλωματικούς παράγοντες που υπεισέρχονται, τείνουν να οδηγήσουν τη δυναστεία των Κάστρο στο τραπέζι με τους Aμερικανούς.

Μπορεί να επανέλαβαν τις τοποθετήσεις τους περί λαϊκής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας, δήλωσαν όμως παράλληλα ότι θα επιθυμούσαν να υπάρξει αλληλεπίδραση με τον νέο πλανητάρχη. Για αρχή πρότειναν μια συνάντηση σε ουδέτερο ίσως έδαφος, προκειμένου να λειανθούν τα ύφαλα και να γεφυρωθούν τα χάσματα ανάμεσα στις γειτονικές χώρες.

Περιμένοντας τον Ομπάμα

Οι προεκλογικές δεσμεύσεις του δημοκρατικού προέδρου περί κλεισίματος του Γκουαντάναμο, περί χορήγησης αδειών στους Κουβανούς υπηκόους για συχνότερα ταξίδια στα πάτρια εδάφη τους και περί άρσης του περιοριστικού ορίου στα εμβάσματα (από ΗΠΑ προς Κούβα), δημιουργούν ευμενέστερες προϋποθέσεις για διμερείς επαφές, συγκριτικά τουλάχιστον με την εποχή Μπους.

Έχουν άλλωστε εκφραστεί και τολμηρότερες απόψεις – κυρίως από πλευράς ανθρωπιστικών οργανώσεων – αναφορικά με την άρση του εμπάργκο, που εδώ και 46 χρόνια έχει επιβληθεί σε βάρος της Κούβας, καθώς και με την κατάργηση των βασανισμών και της κακομεταχείρισης κρατουμένων.

Όλοι γνωρίζουν ότι ο Μπαράκ Ομπάμα από τις 20 Γενάρη και μετά, θα σπεύσει να ασχοληθεί με άλλα, πιο φλέγοντα ζητήματα κι ότι οι σχέσεις με την Κούβα – παρά το γεγονός ότι υπάρχει ειδική ομάδα συνεργατών του επιφορτισμένη αποκλειστικά και μόνο με το καθήκον να τις παρακολουθεί – θα λάβουν μεγάλο αύξοντα αριθμό στη λίστα της ιεράρχησης…

Όποτε και να αποφασίσει όμως η Αμερική να ασχοληθεί σοβαρά με τη μέχρι πρότινος μικρή ενοχλητική τσίμπλα στο βλέμμα της παγκοσμιοποίησης, είναι σίγουρο ότι θα τη βρει ήδη μετατοπισμένη.

Θα έχει διαλυθεί από τα πρώτα δάκρυα μεταμέλειας; Θα έχει προσαράξει στα συρμάτινα ματοτσίνορα του καπιταλισμού; Θα έχει ενσωματωθεί στη μεγάλη ωχρά κηλίδα του μέλλοντος;... Θα θολώνει περισσότερο την επιβαρημένη οπτική της κρίσης; Το σίγουρο είναι ότι οι επαναστάτες νίπτουν σιγά σιγά ο ένας τα χέρια του άλλου, και όλα τα χέρια μαζί το πρόσωπο των τρίτων…

Δύσκολες εποχές για αδούλωτες νήσους…



15 Ιανουαρίου 1823: Ο Καραϊσκάκης στον Αγώνα

Στις 31 Δεκεμβρίου 1822, οι πασάδες Ομέρ Βρυώνης και Μεχμέτ Ρεσίτ Κιουταχής έλυσαν άπρακτοι την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου. Αποσύρθηκαν στο Αγρίνιο, δίχως τρόφιμα και πολεμοφόδια. Ο φουσκωμένος Αχελώος τους εμπόδιζε να περάσουν στην Ήπειρο. Έστειλαν ένα σώμα από 3.000 Τουρκαλβανούς να πάνε, από τα Άγραφα, στην Πρέβεζα και να επιστρέψουν με προμήθειες. Καπετάνιος στο αρματολίκι των Αγράφων ήταν ο Γεώργιος Καραϊσκάκης. Είχε πέσει στη δυσμένεια του Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, πολιτικού ηγέτη στη Δυτική Στερεά και κρατούσε το πόστο του προσποιούμενος υποταγή στους Τούρκους που με τη σειρά τους έκαναν ότι τον πίστευαν. Η συμφωνία ήταν πως Τούρκος ή Αλβανός δε θα πατούσε στο αρματολίκι του.

Όταν ο Καραϊσκάκης έμαθε πως οι Τουρκαλβανοί ανέβαιναν στα Άγραφα, παρέταξε τους δικούς του μπροστά σε μια σπηλιά, στην περιοχή Σοβολάκο στη θέση Κορομηλιά, κοντά στον Άι Βλάση. Οι Τουρκαλβανοί του ζήτησαν να περάσουν. Ο Καραϊσκάκης αρνήθηκε, λέγοντάς τους ότι παραβιάζουν τη συμφωνία και, άρα, είναι ληστές. Οι Τουρκαλβανοί έκαναν γιουρούσι κι έσπασαν τις άκρες των Ελλήνων που υποχώρησαν στη σπηλιά. Η ελληνική αντεπίθεση τους έριξε πίσω. Ακολούθησε μονομαχία του Καραϊσκάκη με τον αρχηγό των Τουρκαλβανών, Ισμαήλ Χατζημπέη. Ο Τουρκαλβανός έπεσε νεκρός και, μαζί του, άλλοι διακόσιοι. Οι υπόλοιποι γύρισαν στο Αγρίνιο. Ήταν 15 Ιανουαρίου 1822 και, για τον Γεώργιο Καραϊσκάκη, ήταν η πρώτη μάχη που έδωσε για την επανάσταση.

Οι Τουρκαλβανοί πέρασαν τον Αχελώο στις 28 Ιανουαρίου, χάνοντας 500 άντρες τους που πνίγηκαν στα φουσκωμένα νερά. Την άνοιξη, ο Καραϊσκάκης αρνήθηκε να προσκυνήσει, όταν του το ζήτησαν οι Τούρκοι. Το καλοκαίρι, έγινε στρατηγός της επανάστασης.

22 Ιανουαρίου 1972: Η πρώτη διεύρυνση της ΕΟΚ

Στις 25 Μαρτίου 1957, στο Καπιτώλιο της Ρώμης, μπήκαν οι υπογραφές των ηγετών έξι κρατών (Ιταλίας, Γαλλίας, Γερμανίας, Βελγίου, Ολλανδίας, Λουξεμβούργου) κάτω από δύο κείμενα που αποτελούν τη συνθήκη της Ρώμης: Με το ένα κείμενο γινόταν πραγματικότητα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Ατομικής Ενεργείας, (η Ευρατόμ, όπως είναι γνωστή). Με το δεύτερο, έμπαιναν τα θεμέλια για τη δημιουργία της ΕΟΚ (Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας) που τότε ονομάστηκε «Ευρώπη των Έξι»: Αναλάμβαναν την υποχρέωση να δημιουργήσουν, μέσα σε 15 το πολύ χρόνια, έναν οικονομικό χώρο που να είναι απαλλαγμένος από εσωτερικούς δασμολογικούς περιορισμούς και να προστατεύεται από ενιαίο τελωνειακό φραγμό. Η εναρμόνιση των οικονομιών, της νομοθεσίας, της κοινωνικής και γεωργικής πολιτικής, η ελεύθερη διακίνηση εργαζομένων και η ελεύθερη δημιουργία επιχειρήσεων έμειναν θέματα ανοιχτά για το μέλλον, όπως και η ιδέα για κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα. Η συνθήκη μπήκε σε εφαρμογή το 1959. Απέναντι στην ΕΟΚ των Έξι, δημιουργήθηκε η Ζώνη των ΕΠΤΑ, μια ζώνη ελευθέρων συναλλαγών, στην οποία μετείχαν οι Βρετανία, Δανία, Πορτογαλία, Αυστρία, Νορβηγία, Σουηδία και Ελβετία.

Οι υπόλοιπες, μη σοσιαλιστικές, χώρες της Ευρώπης, την εποχή εκείνη, έμειναν έξω και από τους δύο σχηματισμούς. Ήταν οι Ισπανία, Ιρλανδία, Ισλανδία και η Ελλάδα, η οποία ζήτησε και πέτυχε, το 1961, μια συμφωνία σύνδεσης με την ΕΟΚ που ίσχυσε από το 1962. Μπήκε στο ψυγείο μετά τη δικτατορία του 1967 και ξανάρχισε να ισχύει με τη μεταπολίτευση του 1974.

Οι πρόοδοι της ΕΟΚ έκαναν τους Βρετανούς να αλλάξουν γνώμη αλλά συνάντησαν το γαλλικό βέτο (4 Ιανουαρίου 1963) του στρατηγού Ντε Γκολ. Εννιά χρόνια αργότερα, όλα είχαν αλλάξει. Στις 22 Ιανουαρίου 1972, η Βρετανία έμπαινε στην ΕΟΚ και, μαζί της, η Δανία, η Ιρλανδία και η Νορβηγία. Η Ευρώπη των Έξι έγινε Ευρώπη των Δέκα, για να μειωθεί σε Ευρώπη των Εννέα λίγο καιρό αργότερα καθώς ένα αρνητικό δημοψήφισμα στη Νορβηγία (26 Σεπτεμβρίου 1972) την ανάγκασε να αποχωρήσει. Ξανάγινε Ευρώπη των Δέκα, την 1η Ιανουαρίου 1981, όταν η Ελλάδα έγινε πλήρες μέλος της. Σύντομα, την Ελλάδα ακολούθησαν η Ισπανία και η Πορτογαλία (1986), δημιουργώντας την Ευρώπη των Δώδεκα, ενώ ο ρόλος της ΕΟΚ ισχυροποιήθηκε με σκοπό την «ευρωπαϊκή ολοκλήρωση».

Από τις αλυσίδες στη σκλαβιά του κρακ

Μετά την πολυτάραχη δεκαετία του 1960 και τις αλλαγές που επέφερε, οι μαύροι της Νέας Υόρκης, του Σικάγο, του Ντιτρόιτ και των υπόλοιπων πόλεων είδαν πολλούς από τους αγώνες τους να ανταμείβονται. Νόμοι και διατάξεις που θεσμοθετούσαν την ανισότητα είχαν καταργηθεί, ενώ σε έναν βαθμό είχε αντιμετωπιστεί και το ζήτημα του διαχωρισμού, δηλαδή της πρακτικής που ήθελε λευκούς και μαύρους να ζουν και να δουλεύουν χωριστά.

Δυστυχώς όμως θέματα που έχουν να κάνουν με αντιλήψεις βαθιά ριζωμένες σε θύτες αλλά και θύματα δεν λύνονται ριζικά, αλλά μεταλλάσσονται. Πλέον η νέα πρόκληση που θα είχε να αντιμετωπίσει το κίνημα των μαύρων μετά το 1980 ήταν η οικονομική περιθωριοποίησή τους.

Η δεκαετία του 1980 δεν έφερε κάτι καινούργιο στον στίβο της πολιτικής που θα μπορούσε να αλλάξει την καθημερινότητα των Αφροαμερικανών στις ΗΠΑ. Αντιθέτως, η συγκέντρωση μεγάλων πληθυσμιακών ομάδων σε γκέτο οδήγησε πολλούς από αυτούς στη «διέξοδο» των ναρκωτικών, που τότε λεγόταν «κρακ».

Το ναρκωτικό αυτό, που παράγεται από την κοκαΐνη, μπήκε για τα καλά στα γκέτο με αποτέλεσμα χιλιάδες απόγονοι σκλάβων να έχουν όλα τα συνταγματικά δικαιώματα, αλλά να είναι πάλι σκλάβοι – αυτή τη φορά της εξάρτησής τους.

Το κρακ ήταν το νεότερο προϊόν που παρείχε μια αλυσίδα θανάτου, η οποία ξεκινούσε από τους Κόντρας στη Νικαράγουα, συνεχιζόταν με τη CIA, από εκεί προχωρούσε στις διαβόητες συμμορίες (όπως οι Crips και οι Bloods στο Λ.Α.) και από αυτούς κατέληγε στους «καταναλωτές». Όπως είναι φυσικό, η πολλαπλασίαση των χρηστών οδήγησε στην αύξηση της εγκληματικότητας της μαύρης κοινότητας και σε μια νέου τύπου περιθωριοποίηση.

Παράλληλα, σε πόλεις κάπως πιο «καθαρές» από ναρκωτικά, όπως το Σικάγο, ο παλμός της μειονότητας παρέμεινε δυνατός με αποτέλεσμα την εκεί ανάδειξη ηγετών του κινήματος, όπως ο αιδεσιμότατος Τζέσε Τζάκσον.

Ο Τζάκσον ήταν ο δεύτερος μαύρος που προσπάθησε να διεκδικήσει το χρίσμα του υποψήφιου προέδρου των ΗΠΑ (είχε προηγηθεί η Σίρλεϊ Τσίσολμ το 1972). Η απόπειρά του το 1984 είχε άδοξο τέλος ύστερα από σχόλιά του για τους Εβραίους, αλλά επανήλθε πιο έμπειρος το 1988, συγκεντρώνοντας σχεδόν 7 εκατομμύρια ψήφους.

Η υποψηφιότητα του Τζάκσον έδωσε το μήνυμα στην αμερικάνικη κοινωνία ότι οι Αφροαμερικανοί δεν θα περιορίζονταν πλέον μόνο σε θέσεις γερουσιαστών ή στην τοπική αυτοδιοίκηση. Για πρώτη φορά τότε κάποιοι τόλμησαν να ονειρευτούν την πιθανότητα ανάδειξης ενός μαύρου προέδρου, αλλά κανείς δεν έδειχνε ακόμα έτοιμος για αυτή την ελκυστική προοπτική.

Η εξέγερση του 1992

Φυσικά η άνοδος της «ελίτ» του μαύρου πληθυσμού σε πολιτειακά αξιώματα είχε ελάχιστη σχέση με τη συνολικότερη αντιμετώπιση της αμερικανικής κοινωνίας στη μειονότητα, ιδίως στον οικονομικό και δικαστικό τομέα. Φθηνά εργατικά χέρια, πλειοψηφία στις φυλακές, μειοψηφία σε θέσεις κλειδιά και μόνιμα χαμένοι όταν έφταναν στις δικαστικές αίθουσες, ιδίως αν ο αντίπαλός τους εκεί ήταν λευκός.

Οι αντιθέσεις αυτές βγήκαν με εκρηκτικό τρόπο στην επιφάνεια, με την εξέγερση του Λος Άντζελες το 1992. Όλα ξεκίνησαν από τον ξυλοδαρμό του μαύρου Ρόντνεϊ Κινγκ από λευκούς αστυνομικούς. Τη σκηνή είχε καταγράψει με την κάμερά του κάτοικος της περιοχής και η εικόνα του άγριου ξυλοδαρμού αποτυπώθηκε στη μνήμη της μαύρης μειονότητας στην πόλη.

Όταν αργότερα έγινε το δικαστήριο, όπου οι ένορκοι (δέκα από τους δώδεκα ήταν λευκοί) έκριναν αθώους τους τέσσερις τραμπούκους αστυνομικούς, την επόμενη ημέρα χιλιάδες μαύροι βγήκαν στους δρόμους και γρήγορα η διαμαρτυρία μεταβλήθηκε σε βίαιη εξέγερση με ανεξέλεγκτες συνέπειες. Η παρουσία της εθνοφρουράς στην καταστολή έδειξε τη βαρύτητα των γεγονότων και οι 53 νεκροί με το 1 δισ. δολάρια ζημιές έδειξαν την έκτασή τους.

Ποιος θα το περίμενε κάποτε ότι θα το λέγαμε, αλλά η αστική εξέγερση του 1992 στο Λος Άντζελες θύμισε πολύ τα πρόσφατα δικά μας «Δεκεμβριανά».

Φυσικά στα γεγονότα εκείνων των ημερών έπαιξαν ρόλο εκτός από τις εθνικές και οι τοπικές συνθήκες. Στο νότιο Λος Άντζελες, όπου κατοικούν οι μαύροι, η ανεργία βρισκόταν στα ύψη λόγω της πολιτικής του Μπους του πρεσβύτερου. Οι Αφροαμερικανοί θεωρούσαν ανέκαθεν την αστυνομία εχθρό, με τις δύο πλευρές να συμβάλουν στη δημιουργία κλίματος μίσους, όπου από τη μια υπήρχε η βία της αστυνομίας και από την άλλη η παραβατικότητα της μειονότητας. Μην ξεχνάμε ότι στην Καλιφόρνια αντιστοιχούν 21 φυλακές σε ένα πανεπιστήμιο.

Σε κάθε περίπτωση, οι ταραχές του 1992 τόνισαν ότι η φυλετική διάσταση ήταν πάντοτε παρούσα, ειδικά στις περιοχές όπου λευκοί και μαύροι συμβίωναν, και δεν το τόνισαν μόνο με τα λόγια, αλλά σπάζοντας τη βιτρίνα του συστήματος. Οι καλλιτέχνες των γκέτο τραγουδούσαν σε ρυθμούς ραπ μεταφέροντας μηνύματα μίσους για την αστυνομία και την εξουσία των λευκών.

Οι λέξεις και η ρητορική είχαν αλλάξει, αλλά τα νοήματα παρέμειναν τα ίδια με παλαιότερα. Ο Άις Κιουμπ στον δίσκο του «Πιστοποιητικό θανάτου» βάζει έναν αστυνομικό να λέει σε ένα μαύρο πως «θα στην κάνω όπως έκανα στον Λούθερ Κινγκ, στον Ρόντνεϊ Κινγκ και σε όλους τους άλλους “βασιλιάδες” από την Αφρική!». Τον παλμό της βίαιης εκείνης περιόδου δίνουν επίσης διάφοροι τίτλοι τραγουδιών και δίσκων από τα γκέτο: «Η νύχτα που οι νέγροι ανέλαβαν τα ηνία» του Dr Dre, «Η μάχη του Λος Άντζελες» των Rage Against The Machine και πολλά άλλα.

Αλλά και στο σινεμά, η κυκλοφορία του «Μάλκολμ Χ» από τον Σπάικ Λι δηλώνει τη συνέχεια μεταξύ των αγώνων του χτες και των αγώνων της δεκαετίας του '90.

Τζάκσον και Ομπάμα

Σήμερα, που οι συνθήκες είναι διαφορετικές, αλλά το αποτέλεσμα είναι πάντα ίδιο, η μειονότητα αναρωτιέται κατά πόσο υπάρχουν μαύροι ηγέτες ή απλά ηγέτες που έτυχε να είναι μαύροι. Με άλλα λόγια, υπάρχει ένας προβληματισμός κατά πόσο το κίνημά τους είναι αλλοτριωμένο. Η άποψη αυτή είναι έγκυρη, καθώς το κοινωνικο-οικονομικό σύστημα στις ΗΠΑ απομυζεί τις μειονότητες με ποικίλους τρόπους. Οι πιο ελπιδοφόροι και ταλαντούχοι από αυτούς φεύγουν από τα γκέτο, αφήνοντας την κοινότητά τους να μαστίζεται από την ανεργία, τα ναρκωτικά και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Ο νέος πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα φυσικά δεν είναι γέννημα ούτε του γκέτο, ούτε των κοινωνικών αγώνων των προηγούμενων δεκαετιών, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο τον στηρίζουν οι Αφροαμερικανοί είναι το χρώμα του δέρματός του. Βεβαίως η παρουσία του στο οβάλ γραφείο, έστω για να «ενοχλείται» η «λευκή» Αμερική, είναι σημαντική και μοιάζει να δικαιώνει τουλάχιστον σε πλαίσιο συμβολισμού αγώνες δεκαετιών. Και αν αυτός ο χαρισματικός πολιτικός αποδειχτεί και καλός διαχειριστής, τότε σίγουρα η κοινότητα των Αφροαμερικανών έχει να κερδίσει πολλά μαζί με την υπόλοιπη χώρα.

Ο Ομπάμα, πάντως, παρά τη μακρόχρονη παρουσία του στο Σικάγο, όπου δούλεψε για τα κοινωνικά ζητήματα, ποτέ δεν κέρδισε την αληθινή αποδοχή του παραδοσιακού κινήματος και των ηγετών του. Αυτό οφείλεται εν μέρει και στις επιλογές του, καθώς κατάλαβε από νωρίς ότι αν ήθελε να διεκδικήσει υψηλότερα αξιώματα, ονόματα όπως ο «αιρετικός» αιδεσιμότατος Ιερεμίας Ράιτ έπρεπε να κρατηθούν εκτός του περιβάλλοντός του, όπως και έγινε.

Ο Τζέσε Τζάκσον, αν και επισήμως μιλούσε υπέρ του, εν τούτοις διέρρευσαν παρασκηνιακές δηλώσεις που φανερώνουν την πραγματική δυσπιστία του στο πρόσωπο του Ομπάμα: «Συμπεριφέρεται σαν λευκός» είπε ο Τζάκσον και συμφωνούν πολλοί μαζί του, αλλά ακόμα και αυτοί δάκρυσαν το βράδυ της εκλογής του.

Ο νέος πρόεδρος πέρα από τα σοβαρά διαχειριστικά και πολιτικά ζητήματα που πρέπει να λύσει, πρέπει πάνω από όλα να βγάλει τις Ηνωμένες Πολιτείες από την πνευματική και ηθική κατάπτωση στην οποία έχουν περιέλθει. Βέβαια η οικονομική κρίση τον «πρόλαβε» βάζοντάς του μια ακόμα μεγάλη εκκρεμότητα. Πώς θα βελτιώσει την οικονομία χωρίς να διευρύνει τις έτσι κι αλλιώς μεγάλες αντιθέσεις μεταξύ της κοινωνικά αποκλεισμένης κοινότητας και των πλουσίων. Μπορεί όμως να κάνει κάτι τέτοιο ένας άνθρωπος που πριμοδοτήθηκε από το ίδιο το σύστημα χορηγιών των πολυεθνικών επιχειρήσεων και του μεγάλου κεφαλαίου;

Η πρόσφατη στάση του στο Παλαιστινιακό πρέπει να ανησυχήσει τους Αφροαμερικανούς περισσότερο από τους λευκούς Αμερικανούς, μια και δείχνει ότι στην επίλυση σημαντικών προβλημάτων δεν μπορεί να βγει έξω από έναν κύκλο δεσμεύσεων που του έχουν επιβάλει.

Αν, εκτός από το επίπεδο του συμβολισμού, δεν καταφέρει να δικαιώσει πολιτικά και κοινωνικά τους αγώνες των προγόνων του, τότε μπορεί πιο εξτρεμιστικές φωνές να μετατρέψουν τα γκέτο σε «Λωρίδα της Γάζας» και τους απελπισμένους μαύρους σε εσωτερικό «παλαιστινιακό» ζήτημα...