Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009


ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΠΙΛΕΚΤΑ IX

2 Οκτωβρίου 1918: Η καλύτερη άμυνα


Ο Φερδινάνδος Φος γεννήθηκε στη Γαλλία στις 2 Οκτωβρίου 1851, ακολούθησε στρατιωτική σταδιοδρομία και, όταν ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος, έφτασε να είναι στρατηγός. Διακρίθηκε για τη σταθερή του διοίκηση και την προσήλωσή του στο δόγμα «καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση». Τον Μάιο του 1818, ήταν διοικητής του δυτικού μετώπου και, λίγο αργότερα, γενικός αρχηγός όλων των συμμαχικών δυνάμεων.

Η προαγωγή του ήρθε τη στιγμή ακριβώς που τα γερμανικά στρατεύματα είχαν φτάσει 65 χλμ. από το Παρίσι και το βομβάρδιζαν με τα υπερκανόνια τους «Βέρθα», που κατασκεύαζε η βιομηχανία Κρουπ. Ο Φος αποκατέστησε την ενότητα του μετώπου, ενισχύθηκε με 250.000 καλά εξοπλισμένους ετοιμοπόλεμους Αμερικανούς και, στις 26 Σεπτεμβρίου 1918, διέταξε γενική επίθεση.

Οι Γερμανοί αμύνθηκαν σθεναρά. Όμως, η σφοδρότητα της συμμαχικής επίθεσης τους σκόρπισε. Στις 29 Σεπτεμβρίου, το μέτωπο διασπάστηκε σε τρία σημεία. Οι Γερμανοί αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στην πόλη Ναμίρ. Ο στρατηγός Ερρίκος Λούντεντορφ (1865 - 1937) έβλεπε πως δύσκολα θα απόφευγε την κύκλωση και τον αφανισμό. Στις 2 Οκτωβρίου 1918 (ημέρα που ο Φος γιόρταζε τα 67α γενέθλιά του), πρότεινε στην κυβέρνησή του να ζητήσει ανακωχή. Η κυβέρνηση της Γερμανίας παραιτήθηκε. Η νέα που ανέλαβε, έστειλε τηλεγράφημα στους συμμάχους για κατάπαυση του πυρός.

Ο Φος επεξεργάστηκε τους στρατιωτικούς όρους της συνθήκης. Τους υπαγόρευσε ο ίδιος μέσα στο προσωπικό του βαγόνι, στο δάσος της Κομπιέν, στις 11 Νοεμβρίου 1818. Θα περνούσαν 22 χρόνια ώσπου ο Χίτλερ, στο ίδιο αυτό βαγόνι και στο ίδιο σημείο, θα υπαγόρευε τους δικούς του όρους στους νικημένους Γάλλους. Όμως, ο Φος δεν ζούσε να το δει. Πέθανε, στις 29 Μαρτίου 1929, σε ηλικία 78 χρόνων.




25 Σεπτεμβρίου 1513: Η ανακάλυψη του Ειρηνικού



Η πρώτη σωστή σκέψη του βασιλιά της Αραγονίας Φερδινάνδου (1452 - 1516) ήταν να παντρευτεί την Ισαβέλλα (1451 - 1504),βασίλισσα της Καστίλης. Η δεύτερη σωστή του σκέψη ήταν να διώξει τους παρηκμασμένους Άραβες από την Ιβηρική χερσόνησο. Έτσι, στα τέλη του ΙΕ’ αιώνα, ολόκληρη η Ισπανία ενώθηκε σε ένα πανίσχυρο βασίλειο. Αναδιοργάνωσε και την Ιερά Εξέταση, να τα έχει καλά με τον πάπα, και ονομάστηκε Φερδινάνδος Ε’ ο Καθολικός. Και η γυναίκα του, Ισαβέλλα Α’ η Καθολική. Η τρίτη σωστή σκέψη ήταν της Ισαβέλλας: Χρηματοδότησε τον Χριστόφορο Κολόμβο, να βρει θαλάσσιο δρόμο για τις Ινδίες, πλέοντας δυτικά. Το 1492, ο Κολόμβος γύρισε και ανάγγειλε πως βρήκε ό,τι του ζήτησαν. Είχε ανακαλύψει την Αμερική αλλά δεν το κατάλαβε. Η ανακάλυψή του, όμως, ξεσήκωσε όλους τους Ισπανούς τυχοδιώκτες που νόμισαν πως βρήκαν τρόπο να πλουτίσουν εύκολα. Ήταν το κύμα των κονκισταδόρων που αυτοπροβάλλονταν ως λαϊκοί ιεραπόστολοι και πρωτοπόροι του βασιλιά της Ισπανίας. Ανάμεσά τους, και ο αξιωματικός του ισπανικού στρατού Βάσκο Νούνιεθ ντε Μπαλμπόα (1475 - 1517).

Ο Μπαλμπόα βρέθηκε στην ανατολική ακτή του σημερινού Παναμά όπου δημιούργησε την πόλη Σάντα Μαρία ντι Αντίγκουα. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι, αν έκανε τον κόπο να διασχίσει άλλα 78 χλμ. προς τα δυτικά, θα συναντούσε έναν άλλον ωκεανό, τον Ειρηνικό, που οδηγούσε στις Ανατολικές Ινδίες κι από κει στην Ισπανία.

Με τον καιρό, οι ιθαγενείς της ενδοχώρας ξεθάρρεψαν κι άρχισαν να τους επισκέπτονται, φέρνοντας δώρα, όμορφα χρυσά κοσμήματα. Μόνο που ο φύλαρχος ενοχλήθηκε, όταν είδε τους Ισπανούς να μην ενδιαφέρονται για την τέχνη του δουλεμένου μετάλλου αλλά να μετράνε το πάχος του χρυσού. Θυμωμένος, είπε στον Μπαλμπόα πως, αν τόσο πολύ τον ενδιέφερε αυτό το κίτρινο μέταλλο, δεν είχε παρά να περάσει το βουνό και να βγει σε μιαν άλλη ακτή, όπου ο χρυσός αφθονούσε.

Δε χρειαζόταν δεύτερη κουβέντα. Ο Μπαλμπόα μάζεψε 190 άνδρες, όπλα, πυρομαχικά και άγρια σκυλιά και, την 1η Σεπτεμβρίου 1513, ξεκίνησε να βρει, όπως νόμιζε, το θρυλικό Ελντοράντο. Προχωρώντας, μπήκε σε ένα δάσος όπου κατοικούσε μια φυλή ιθαγενών. Δίχως να διστάσουν, οι Ισπανοί σκότωσαν 600 κι έριξαν όσους αιχμαλώτισαν ζωντανή τροφή στα άγρια σκυλιά τους.

Στις 25 Σεπτεμβρίου 1513, ο Βάσκο Νούνιεθ ντε Μπαλμπόα βρέθηκε σε μια βουνοκορφή από όπου αντίκρισε ένα θέαμα πρωτόγνωρο. Στα πόδια του, η θάλασσα απλωνόταν ως πέρα στον ορίζοντα, όπου μπορούσε να φτάσει η ματιά του. Είχε ανακαλύψει τον Ειρηνικό ωκεανό αλλά όχι και την απεραντοσύνη του. Ένας τρόμος τον κυρίευσε: Κι αν κάποιος άλλος τον προλάβαινε; Άρχισε να τρέχει. Πίσω του έτρεχαν οι άλλοι Ισπανοί. Περνούσε παρθένα μέρη, αγωνιώντας να φτάσει πρώτος. Έκπληκτοι οι λίγοι ιθαγενείς έβλεπαν τους βιαστικούς Ισπανούς να προσπερνούν.

Χρειάστηκαν τέσσερις μέρες ώσπου να φτάσουν στην ακτή. Ο Μπαλμπόα χίμηξε στο νερό προχωρώντας ώσπου η θάλασσα να φτάσει στα γόνατά του. Ξιφούλκησε και βύθισε το σπαθί του στον Ειρηνικό, αναγγέλλοντας πως κατακτούσε αυτή τη θάλασσα, στο όνομα του βασιλιά Φερδινάνδου, του οποίου εκπρόσωπο στην περιοχή όριζε τον εαυτό του.

Αλλά ο Ειρηνικός είναι πολύ μεγάλος για να κατακτηθεί με ένα σπαθί. Και η δυτική ακτή του Παναμά δεν είχε χρυσάφι.

Κώστας Γεωργάκης: Η τραγική θυσία που κλόνισε τη χούντα


Συμπληρώνονται 39 χρόνια από τις 18 Σεπτεμβρίου 1970, όταν ο τότε φοιτητής της σχολής Μηχανικών στην αρχή και της Γεωλογίας αργότερα Κώστας Γεωργάκης αυτοπυρπολείται σε πλατεία της Γένοβας φωνάζοντας αντιδικτατορικά συνθήματα. Και αν η χούντα καταπνίγει το γεγονός, η δημοκρατία δείχνει να το αγνοεί, μια και ακόμα και σήμερα λίγοι είναι αυτοί που γνωρίζουν τη θυσία και ελάχιστα στοιχεία υπάρχουν για το γεγονός. Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.

O Κώστας Γεωργάκης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1968, και το ότι ο πατέρας του ήταν μέλος της Ένωσης Κέντρου περιγράφει το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποιο μεγάλωσε. Η πρώτη ημέρα της δικτατορίας τον βρίσκει να πετά αυτοσχέδιες προκηρύξεις κατά της χούντας. Ο ίδιος δείχνει να μην αντέχει το νέο ασφυκτικό περιβάλλον που φροντίζει να του υπενθυμίζει συνεχώς ότι οι πολιτικές και πολιτιστικές ελευθερίες που είχε πριν από την 21 Απριλίου είναι παρελθόν.

Στην τελευταία του επιστολή σε έναν φίλο αναφέρει ένα περιστατικό που του έδειξε ότι έπρεπε να βρει τρόπο διαφυγής από τη νέα πραγματικότητα: «Θυμάμαι μια φορά, εδώ και τρία χρόνια, προτού φύγω από Κέρκυρα με φώναξε ο τότε διοικητής να μου κάνει συστάσεις... Προσποιήθηκα ότι υπάκουα κι ήταν η πρώτη φορά που ένοιωσα αηδία για τον εαυτό μου».

Λύση και λύτρωση για όσους νέους της εποχής αισθάνονταν έτσι – και είχαν την οικονομική δυνατότητα –, οι σπουδές στο εξωτερικό, που τους έδιναν τη δυνατότητα να αποφύγουν να υπηρετήσουν στο δικτατορικό στράτευμα, με αποτέλεσμα οι λίγες δεκάδες έλληνες φοιτητές σε ιταλικά πανεπιστήμια πριν από τη χούντα να γίνουν εκατοντάδες μέσα σε ελάχιστο διάστημα. Οι γνώσεις ιταλικών και η κοντινή απόσταση τον οδηγούν στη γειτονική χώρα, όπου γράφεται στη Σχολή Μηχανικών.

Φεύγοντας, τον ακολουθεί η κλασική πατρική συμβουλή να μην ανακατευτεί με την πολιτική: «Κάτσε φρόνιμα, γιατί έχεις αδέλφια και θα πληρώσουμε και εμείς. Εγώ σε στέλνω να σπουδάσεις, δεν σε στέλνω να γίνεις εκεί ηγέτης, αντάρτης. Θα σε πιάσουν, θα σε σκοτώσουν και θα σκοτώσουν και τους άλλους. Με τις δικτατορίες δεν παίζουν, δεν δίνουν λογαριασμό σε κανέναν».

Πράγματι, τον πρώτο χρόνο ο Γεωργάκης δείχνει απόμακρος από όλες τις οργανώσεις των ελλήνων φοιτητών, αλλά από το καλοκαίρι του 1968 γράφεται στη νεολαία της Ένωσης Κέντρου ξεκινώντας έτσι την ενεργή αντιδικτατορική του δράση ως αρμόδιος της ΕΔΗΝ για τον Tύπο και τις δημόσιες σχέσεις. Τα πράγματα αλλάζουν δραματικά γι’ αυτόν το καλοκαίρι του 1970.

Η δικτατορία, γνωρίζοντας την αντιχουντική προπαγάνδα που έκαναν οι φοιτητές του εξωτερικού, τους εκβίαζε με πολλούς τρόπους: με την τρομοκρατία εναντίον τους μέσα από τα εκάστοτε προξενεία κάθε χώρας, με πάγωμα των εμβασμάτων που έρχονταν από τους γονείς τους, με διακοπές των αναβολών στράτευσης ώστε να επιστρέψουν εσπευσμένα στη στρατοκρατούμενη πατρίδα και με εκβιασμούς προς τους δικούς τους ανθρώπους που είχαν αφήσει πίσω.

Η συνέντευξη και η... γραβάτα

Το «πακέτο» αυτό των πιέσεων είχε αρχίσει να γίνεται αφόρητο στον Γεωργάκη, που τον Ιούνιο του 1970 δίνει ανώνυμη συνέντευξή του στο ιταλικό περιοδικό «Sigla a». Σε αυτήν καταγγέλλει τον ρόλο των χαφιέδων της χούντας εναντίον των φοιτητών, δίνοντας τα αρχικά των ονομάτων τους καθώς και τα χρήματα που έπαιρναν από το ελληνικό προξενείο στην Ιταλία:

«Ύπάρχει ελευθερία στην Ιταλία;

Είναι ένα είδος αμερικάνικης ελευθερίας. Καθένας έχει τη δυνατότητα και την ελευθερία να κάνει αυτό που λένε οι άλλοι.

Να κάνει αυτό που λένε οι άλλοι. Γνωρίζεις πολλούς Έλληνες;

Ναι, εδώ είμαστε περίπου διακόσιοι.

Είστε διακόσιοι. Είστε όλοι ευνοϊκοί ή αντίθετοι με το καθεστώς των συνταγματαρχών;

Θα έλεγα ότι η συντριπτική πλειοψηφία είναι αντίθετοι, όμως πρέπει να συμπληρώσω ότι είναι καταπιεσμένοι από τη μειοψηφία, καμιά δεκαπενταριά άτομα που δουλεύουν για το καθεστώς.

Τι σημαίνει “δουλεύουν για το καθεστώς”;

Σημαίνει ότι αυτοί, μη έχοντας δυνατότητα να παίρνουν χρήματα από την οικογένειά τους κάθε μήνα για να σπουδάζουν, δέχονται να είναι πληροφοριοδότες των αξιωματικών και συνεργάζονται με την υπηρεσία πολιτικών υποθέσεων του προξενείου.

Πόσα παίρνουν τον μήνα;

Ακριβώς... εξαρτάται από το άτομο. Από 180.000 λιρέτες, μέχρι 450.000 λιρέτες για τους αρχηγούς της Νάπολης.

Για τους αρχηγούς της Νάπολης, και για τους αρχηγούς της Γένοβας; Κάποιος Σ.Σ. στη Νάπολη παίρνει 450.000 λιρέτες τον μήνα.

Όχι, εγώ μιλάω για τους αρχηγούς της Γένοβας. Στη Γένοβα είναι τρεις και παίρνουν πάνω - κάτω 240.000 λιρέτες».

Η πραγματικότητα ήρθε να επιβεβαιώσει γρήγορα τις καταγγελίες του, μια και πριν ακόμα δημοσιευτεί η συνέντευξη οι άνθρωποι της χούντας όχι μόνο μαθαίνουν την ύπαρξή της και το όνομά του, αλλά, όπως καταγγέλλει ο ίδιος, τον απειλούν προσωπικά:

«Για λόγους που δεν κατάφερα ακόμη να ανακαλύψω, η μαγνητοταινία της συνεντεύξεώς μου βρέθηκε στην κατοχή του προξενείου της Γένοβας, το οποίο κάλεσε κατεπειγόντως τον εν λόγω “κύριο”, και σε μια σύσκεψη η οποία διεξήχθη αρχικά στο προξενείο και στη συνέχεια – σύμφωνα με τους πληροφοριοδότες μου – στην έδρα της “Λέγκα” στην οδό Καϊρόλι αποφασίστηκε “να μου σιάξουν τη γραβάτα”... χρησιμοποιώντας επακριβώς την έκφραση ενός μέλους. Και πράγματι την επομένη δέχθηκα την επίθεση του “κυρίου” Σκουλά από τη οποία γλίτωσα χάρη στην επέμβαση ενός φίλου, που έτυχε να είναι παρών».

Ο Γεωργάκης φοβάται πια ότι θέλουν να του «σιάξουν τη γραβάτα» και κοιμάται βάζοντας μπουκάλια πίσω από την πόρτα ώστε αν έρθουν νύχτα να τους ακούσει. Οι άνθρωποι του περιοδικού στο οποίο έδωσε τη συνέντευξη όταν ξανασυναντιούνται τον βλέπουν αναστατωμένο. Στις 18 Σεπτεμβρίου ο Γεωργάκης δέχεται ένα γράμμα από την Ελλάδα που τον αναστατώνει περισσότερο.

Η επιστολή αυτή δεν βρίσκεται ποτέ, αλλά από τις αφηγήσεις κοντινών του ανθρώπων, ο πατέρας του τού έγραφε ότι πρέπει να σταματήσει τις ενέργειές του γιατί έχουν προβλήματα οι δικοί του άνθρωποι στην Κέρκυρα και ότι έπρεπε να γυρίσει πίσω γιατί είχε τελειώσει η αναβολή και θα έπρεπε να πάει φαντάρος.

Η μεγάλη ώρα

Ο Κωνσταντίνος Γεωργάκης παίρνει την ίδια ημέρα την τραγική του απόφαση. Γεμίζει ένα μπιτόνι βενζίνη, γράφει το γράμμα - αποχαιρετισμό προς τον πατέρα του, δίνει το μπουφάν του στην αρραβωνιαστικιά του λέγοντάς της: «Κράτησέ το εσύ, εγώ δεν το χρειάζομαι... κράτησέ το, εμένα δεν θα μου χρειαστεί ξανά...» και φεύγει κατά τη μία το βράδυ από το σπίτι με το πεντακοσαράκι του Fiat. Η επόμενη πράξη της τραγωδίας θα εξελιχθεί στην πλατεία Ματεότι και είναι καλύτερο να μας την περιγράψει κάποιος από τους αυτόπτες μάρτυρες. Ένας από τους οδοκαθαριστές του δήμου που βρισκόταν εκεί στις 3 το πρωί :

«Ήταν 3 παρά 10 το πρωί και μαζί με άλλους τρεις συναδέλφους κάναμε την υπηρεσία μας στην πλατεία Ματεότι. Η συνηθισμένη ρουτίνα της δουλειάς μας. Η πλατεία ήταν έρημη, εγώ πήγαινα προς τη σκάλα του Παλάτσο Ντουκάλε, όταν είδα μια λάμψη πίσω μου. Ανησυχήσαμε μήπως ξέσπασε καμία πυρκαγιά. Φυσικά δεν φανταζόμασταν ότι επρόκειτο για έναν άνθρωπο που καιγόταν. Πήγαμε να δούμε τι συμβαίνει και αντικρίσαμε τη φιγούρα ενός ανθρώπου τυλιγμένου στις φλόγες που τρέχοντας φώναζε “Ζήτω η ελεύθερη Ελλάδα”, “Το έκανα για την Ελλάδα μου”.

Τρέξαμε προς το μέρος του με τα σακάκια μας και άλλα ρούχα προσπαθώντας να σβήσουμε τη φωτιά. Η ανθρώπινη δάδα μάς ξέφυγε, αποφασισμένη να καεί μέχρι τέλους. Μετά σβήσαμε τη φωτιά... Το θέαμα ήταν ανατριχιαστικό και φοβερό, τρομερή η μυρωδιά που προερχόταν από καμένες σάρκες. Το σοκ ήταν απερίγραπτο. Δεν μπορώ ακόμη και τώρα να συνέλθω και δεν ξέρω αν ποτέ τα καταφέρω να το ξεπεράσω. Δεν είμαι σε θέση να περιγράψω οτιδήποτε άλλο. Μου είναι αδύνατο να συνεχίσω να μιλώ. Άτομα σαν κι αυτόν υπάρχουν ένα στο εκατομμύριο».

Το απίστευτο γεγονός συγκλονίζει όλο τον κόσμο (έναν χρόνο πριν είχε διαμαρτυρηθεί με τον ίδιο τρόπο ο τσέχος Γιαν Πάλαχ), αιφνιδιάζει τη χούντα και παγώνει τους δικούς του που το μαθαίνουν τελευταίοι. Ο πατέρας που φτάνει στην Ιταλία περιγράφει την τελευταία εικόνα που είχε από τον γιο του: «Ήταν γυμνός με ένα μικρό σωβρακάκι. Ήταν από τη μέση και κάτω καμένος... σε τρία εκατοστά βάθος θα είναι λίγο. Κάθε δέκα πόντους είχε και γραμμές. Δηλαδή κάρβουνο, δεν μπορούσε να γλιτώσει». Εκεί διαβάζει και το αποχαιρετιστήριο γράμμα που είχε γράψει για αυτόν ο γιος του:

«Αγαπημένε μου πατέρα. Συγχώρεσέ μου αυτή την πράξη, χωρίς να κλάψεις. Ο γιος σου δεν είναι ένας ήρωας. Είναι ένας άνθρωπος, όπως οι άλλοι, ίσως με λίγο φόβο παραπάνω. Φίλησε τη γη μας για μένα. Μετά από τρία χρόνια βίας δεν αντέχω άλλο.

Δε θέλω εσείς να διατρέξετε κανέναν κίνδυνο, εξαιτίας των δικών μου πράξεων. Αλλά εγώ δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά παρά να σκέπτομαι και να ενεργώ σαν ελεύθερο άτομο. Σου γράφω στα ιταλικά για να προκαλέσω αμέσως το ενδιαφέρον όλων για το πρόβλημά μας. Ζήτω η Δημοκρατία. Κάτω οι τύραννοι. Η γη μας που γέννησε την ελευθερία θα εκμηδενίσει την τυραννία! Εάν μπορείτε, συγχωρέστε με. Ο Κώστας σου».

Όλοι, πλην χούντας

Η χούντα αποκρύπτει το γεγονός και οι λογοκριμένες ελληνικές εφημερίδες δεν γράφουν ούτε γραμμή, αλλά η Ιταλία είναι συγκλονισμένη: όλες οι κομματικές παρατάξεις, οργανώσεις, φορείς τιμούν τον νέο που θυσίασε τη ζωή του για την ελευθερία. Όλοι, εκτός φυσικά από το ελληνικό προξενείο στην Ιταλία, που με ένα χαφιεδικής έμπνευσης έγγραφο υποβαθμίζει τη θυσία μιλώντας ουσιαστικά για «ψυχολογικά προβλήματα» του Γεωργάκη:

«Εξ όσων αντελήφθην και εκ των λεχθέντων υπό των συμφοιτητών του ούτος είχεν επανειλημμένως κρίσεις μελαγχολίας κυρίως διότι επεβάρυνε τον πατέρα του οικονομικώς ενώ ο ίδιος επίστευεν ότι δεν θα επετύγχανε τελικώς να περατώση τας σπουδάς του. Επίσης ότι κατητρύχετο από αδικαιολόγητον άγχος ότι εάν επανέλθη εις Κέρκυραν δεν θα τω επιτραπή να αναχωρήση εκ νέου εις Ιταλίαν».

Η κηδεία γίνεται στη Γένοβα στις 23 Σεπτεμβρίου, με το φέρετρο να φτάνει στους ώμους συμφοιτητών του σκεπασμένο με την ελληνική σημαία και να φυλάσσεται από αυτούς για τον κίνδυνο αρπαγής του από χουντικούς. Η δικτατορία δεν επιτρέπει την επιστροφή της σορού στην Ελλάδα για τον φόβο αντικαθεστωτικών εκδηλώσεων και έτσι παραμένει στο νεκροτομείο της Γένοβας για σχεδόν τέσσερις μήνες, ώς τις 18 Ιανουαρίου 1971 που φτάνει με μυστική επιχείρηση στην Κέρκυρα. Στον δρόμο για το νεκροταφείο τον συνοδεύουν μόνο ένα περιπολικό και οι δικοί του σε ένα ταξί…

Η φωτιά που άναψε με το σώμα του ο Κώστας Γεωργάκης μπορεί να μην έριξε φυσικά τη δικτατορία, αλλά ταρακούνησε πολλές συνειδήσεις και ζέστανε περισσότερες. Κάποιοι λένε ότι δεν άντεξε την πίεση της δικτατορίας, οι περισσότεροι μιλούν για την απόλυτη θυσία - μήνυμα προς ένα τυραννικό καθεστώς.

Το σίγουρο είναι ότι ο Γεωργάκης τα ξημερώματα της 18ης Σεπτεμβρίου πέρασε την κόκκινη γραμμή που όλοι φοβόμαστε. Και δυστυχώς μόνο αυτός γνωρίζει τι υπάρχει πέρα από αυτή, ενώ εμείς μόνο να σχολιάζουμε μπορούμε με την ασφάλεια αυτών που βρίσκονται πίσω από αυτήν…


Σαλβαντόρ Αλιέντε: Η 11η Σεπτεμβρίου της Λατινικής Αμερικής


Οι περισσότεροι έχουν ταυτίσει την 11η Σεπτεμβρίου με τους – πρώην – δίδυμους πύργους και τον Μπιν Λάντεν. Κανένας από τους αμερικάνους δεν θα μπορούσε να συνδυάσει αυτή την ημέρα με τον Νίξον, τον Κίσινγκερ, ενώ φανταζόμαστε θα αγνοούσε πλήρως το όνομα του Σαλβαντόρ Αλιέντε. Σήμερα λοιπόν θα ασχοληθούμε με την 11η Σεπτεμβρίου 1973, όταν οι αμερικάνοι ανέτρεψαν τον νόμιμα εκλεγμένο πρόεδρο της Χιλής παραδίδοντας τη χώρα και τους ανθρώπους της στα νύχια μια σκληρής δικτατορίας.

Αυτό που διαφοροποιεί τις επετείους των δυο χωρών είναι ότι οι χιλιανοί έκαναν πόλεμο σε αμερικάνικο έδαφος κυνηγώντας τους ενόχους της τραγωδίας τους, όπως έκαναν οι αμερικάνοι στο Αφγανιστάν.

Όταν ο Αλιέντε ανέλαβε την εξουσία της Χιλής το 1970, η χώρα αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Ο σοσιαλιστής πρόεδρος ήδη από το πρώτο έτος της διακυβέρνησής του δεν στόχευσε μόνο στη βελτίωση των δημοσιονομικών δεικτών ώστε να «ευημερούν οι αριθμοί», όπως κάνουν οι εκάστοτε πρωθυπουργοί δεξιών και αριστερών κομμάτων, αλλά επιχείρησε κάτι σπουδαιότερο που η επιτυχία της εφαρμογής του τον οδήγησε και στην πτώση του: τη μετάβαση στον σοσιαλισμό με ειρηνικά κοινοβουλευτικά μέσα ή, όπως το ονόμασε ο ίδιος: «Δημοκρατικό τρόπο για τον Σοσιαλισμό».

Στην πράξη αυτό επιχειρήθηκε με την εθνικοποίηση των ορυχείων χαλκού, σιδήρου, νίτρου και άνθρακα, την εθνικοποίηση όλων των μονοπωλιακών επιχειρήσεων, την κρατικοποίηση των τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιρειών και τον σταδιακό έλεγχο του εξωτερικού εμπορίου. Όπως ήταν φυσικό, οι πρώτες που ανησυχούσαν για αυτές τις εξελίξεις ήταν οι ΗΠΑ, οι οποίες θεωρούσαν πάντα τη Χιλή στρατηγικά ελεγχόμενη περιοχή.

«Οι ΗΠΑ ανακάλυψαν ότι υπάρχει κάτι χειρότερο από έναν μαρξιστή στην εξουσία. Ένας εκλεγμένος μαρξιστής στην εξουσία» θα πει χαρακτηριστικά ο αμερικάνος δημοσιογράφος Γουίλιαμ Μπλαμ. H επίσκεψη του Φιντέλ Κάστρο στη Χιλή το 1971, που διήρκεσε σχεδόν έναν μήνα, «ταρακούνησε» περισσότερο τις ΗΠΑ, οι οποίες δεν ήθελαν σε καμία περίπτωση οι χώρες της Ν. Αμερικής να ακολουθήσουν το παράδειγμα της Κούβας.

Το ποτήρι ξεχειλίζει για τους αμερικάνους όταν ο Αλιέντε όχι μόνο εθνικοποίησε τα μεταλλεία της ΙΤΤ, αλλά επειδή η εταιρεία είχε συσσωρευμένα υπερκέρδη από τη 40χρονη εκμετάλλευση του υπεδάφους της χώρας δεν της δίνει καμία αποζημίωση. Από ό,τι έγινε γνωστό ύστερα από χρόνια, η πολυεθνική καταφεύγει στο Κογκρέσο, όπου εισηγείται αντεπανάσταση με χτυπήματα στην οικονομία, τα οποία θα οδηγούσαν στην οικονομική κατάρρευση της χώρας και τη δημιουργία αναταραχής, που θα ερχόταν να κατευνάσει κάποια στρατιωτική δικτατορία.

Η εταιρεία δεν είχε πει βέβαια κάτι που δεν είχαν σκεφτεί και άλλοι στην αμερικάνικη κυβέρνηση. Το σχέδιο ανατροπής του Αλιέντε είχε αρχίσει πριν ακόμα ο χιλιανός πρωθυπουργός ανέβει στην εξουσία το 1970, αλλά τώρα βρισκόταν στο τελικό του στάδιο.

Ένας από αυτούς που ανέλαβαν την πραγματοποίησή του ήταν – ποιος άλλος; – ο Χένρι Κίσινγκερ, ο οποίος με το γνωστό του θράσος είχε «φτύσει» και τον λαό της Χιλής: «Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να μείνουμε αδρανείς, παρακολουθώντας μια χώρα να γίνεται κομμουνιστική λόγω της ανευθυνότητας του λαού της».

Το οικονομικό εμπάργκο των ΗΠΑ που ακολούθησε δεν άργησε να φέρει αποτελέσματα και έτσι από το 1972 ξεκίνησε μια περίοδος κοινωνικής αποσταθεροποίησης και μεγάλων απεργιών. Πολλές από αυτές είχαν την ανοιχτή υποστήριξη της κυβέρνησης Νίξον, η οποία μέσω της CIA διοχέτευε εκατομμύρια δολάρια. Τρανταχτό παράδειγμα ήταν η επ’ αόριστον απεργία της Εθνικής Ένωσης Μεταφορών, πρόεδρος της οποίας ήταν ο Λέων Βιλαρίν, γνωστός ηγέτης της ακροδεξιάς οργάνωσης «Πατρίδα και Ελευθερία».

Στόχος των κινήσεων αυτών ήταν να πιέσουν τον Αλιέντε να δεχτεί στην κυβέρνηση δικούς τους ανθρώπους ώστε να μπορέσουν να ελέγχουν από μέσα την πολιτική του. Όταν όμως το ντόπιο και το αμερικάνικο κεφάλαιο είδαν ότι, παρά τη δυσαρέσκεια του κόσμου για την οικονομική δυσπραγία, ο λαός εμπιστεύτηκε την κυβέρνηση και στις εκλογές του Μαρτίου του 1973, ανεβάζοντας μάλιστα τα ποσοστά της από 36% σε 43,5%, τότε αφήνουν τα κοινοβουλευτικά και κοινωνικά «πριονίσματα» και αποφασίζουν άμεση στρατιωτική δικτατορία.

Πώς άνοιξε ο δρόμος

Η πρώτη προσπάθεια θα γίνει στις 29 Ιουνίου 1973 – θα μείνει γνωστή ως «Τανκετάζο» – και θα είναι αποτυχημένη. Το πραξικόπημα έδειξε στον Αλιέντε ότι δεν μπορούσε να εμπιστευτεί πλέον τις στρατιωτικές δυνάμεις της χώρας και τους καραμπινιέρους. Ήταν πλέον φανερό πως ο χιλιανός πρόεδρος είχε εχθρούς παντού και η θέση του ήταν επισφαλής. Σε μια προσπάθεια αντίδρασης, διορίζει αρχηγό ΓΕΣ τον στρατηγό Πρατς, ο οποίος είχε εναντιωθεί στο πραξικόπημα.

Ο Πρατς όμως αναγκάστηκε να παραιτηθεί σύντομα, μετά το σκηνοθετημένο συμβάν με την Αλεξαντρίνα Κοξ στους δρόμους του Σαντιάγκο. Ο Πρατς ενώ κινούνταν με το αυτοκίνητό του δέχτηκε φραστική επίθεση από κάποια άτομα σε ένα άλλο όχημα. Αντέδρασε έντονα βγάζοντας το περίστροφό του και απειλώντας τούς εν λόγω υβριστές, ενώ μαζεύτηκε πλήθος κόσμου τριγύρω παρακολουθώντας τη σκηνή.

Έπειτα από λίγο αποκαλύφτηκε πως ένας από αυτούς ήταν στην πραγματικότητα η γνωστή μαντάμ της αριστοκρατίας Αλεξαντρίνα Κοξ μεταμφιεσμένη σε άντρα. Το πλήθος πήρε αμέσως το μέρος της και ο Πρατς σοκαρισμένος έσπευσε να υποβάλει την παραίτησή του. Τα γεγονότα αυτά θα ήταν αδιάφορα αν η παραίτηση του Πρατς δεν άνοιγε τον δρόμο στον Πινοσέτ, ο οποίος τον διαδέχθηκε στην ηγεσία του ΓΕΣ στις 23 Αυγούστου. Με αυτή την προβοκατόρικη ενέργεια ο Αλιέντε έχασε έναν από τους τελευταίους συμμάχους του.

Εκείνη την περίοδο στη Βουλή της χώρας είχε περάσει ψήφισμα με το οποίο η αντιπολίτευση κατηγορούσε τον πρωθυπουργό ότι δεν σεβόταν το Σύνταγμα. Το ψήφισμα αυτό καλούσε για πρώτη φορά τον στρατό να επέμβει ώστε να «κατευθύνει την κυβερνητική δραστηριότητα προς τη νομιμότητα και να εξασφαλίσει τη συνταγματική τάξη». Εκ των υστέρων διαπιστώνουμε την ειρωνεία της συγκεκριμένης απόφασης, η οποία κατηγορούσε τον Αλιέντε ότι επιχειρούσε να «κατακτήσει την απόλυτη εξουσία με τον προφανή σκοπό να θέσει όλους τους πολίτες υπό αυστηρό κρατικό οικονομικό και πολιτικό έλεγχο».

Οι στρατιωτικοί θα ακούσουν τις... εκκλήσεις των πολιτικών και στις 11 Σεπτεμβρίου θα παιχτεί η τελευταία πράξη του δράματος. Η αρχή γίνεται με το Ναυτικό, το οποίο καταλαμβάνει το μεγάλο λιμάνι του Βαλπαρέσο. Οι πραξικοπηματίες είχαν κόψει τις γραμμές επικοινωνίας του κυβερνητικού ναυάρχου Μοντέρο με την κυβέρνηση και έτσι ο Αλιέντε αναγκάστηκε να μιλάει με το νούμερο 2 της ιεραρχίας, τον Χοσέ Μερίνο, ο οποίος όμως ήταν ένας από τους πραξικοπηματίες.

Δείγμα της σύγχυσης που επικρατούσε στην προεδρική κατοικία ήταν το γεγονός ότι ο πρόεδρος σε εκείνη τη φάση ακόμα δεν πίστευε ότι ο Πινοσέτ ήταν με τους στασιαστές και εξέφραζε την ανησυχία του μήπως είχε φυλακιστεί.

Μέσα σε λίγες ώρες οι ένοπλες δυνάμεις είχαν καταλάβει όλα τα σημαντικά αστικά κέντρα και ανακοίνωσαν την ανατροπή του Αλιέντε. Η άρνηση του τελευταίου να παραιτηθεί έδωσε έναν μάρτυρα στη χιλιανή ιστορία, όταν ο στρατός έφτασε έξω από την προεδρική κατοικία απειλώντας να τη βομβαρδίσει. Ο ίδιος αρνείται να ακούσει αυτούς που του έλεγαν να εγκαταλείψει τη θέση του και να μεταβεί στην ύπαιθρο ώστε να συνεχίσει να αντιμάχεται τη χούντα από εκεί και απευθύνει από το ραδιόφωνο το τελευταίο του μήνυμα προς τον λαό:

«Δεν θα παραιτηθώ! Σε αυτή την ιστορική συγκυρία θα πληρώσω για την πίστη μου στον λαό με τη ζωή μου... Εκείνοι έχουν δύναμη και θα μας δυναστεύσουν, αλλά η κοινωνική πρόοδος δεν μπορεί να ανασταλεί από το έγκλημα και τη δύναμη. Η ιστορία είναι δική μας και ο λαός τη γράφει... Αυτές είναι οι τελευταίες μου λέξεις και είμαι βέβαιος ότι η θυσία μου δεν θα πάει χαμένη. Είμαι βέβαιος ότι τουλάχιστον θα αποτελέσει ένα ηθικό μάθημα ενάντια στην απάτη, τη δειλία και την προδοσία».

Ακολούθησε μάχη με τους λίγους υπερασπιστές του προέδρου και στο τέλος βομβαρδισμός του κτιρίου. Η τελευταία φωτογραφία του δείχνει τον Αλιέντε να προσπαθεί να αμυνθεί με ένα αυτόματο ΑΚ-47 στο χέρι που του είχε δωρίσει ο Κάστρο, και είχε πάνω την αφιέρωση: «Στον καλό μου φίλο Σαλβαντόρ, από τον Φιντέλ, ο οποίος προσπαθεί με διαφορετικούς τρόπους να επιτύχει τους ίδιους σκοπούς».

Αφού είχε γίνει πλέον φανερό ότι η κατάσταση ήταν απέλπιδα, ο Αλιέντε διέταξε τους μαχητές του να σταματήσουν και τους χαιρέτησε έναν έναν. Στη συνέχεια πήγε μόνος του σε ένα από τα σαλόνια του μεγάρου και αυτοκτόνησε. Αυτή είναι η επίσημη εκδοχή του θανάτου του, η οποία υποστηρίζεται από αρκετούς μάρτυρες. Υπάρχουν και κάποιες άλλες εκδοχές που υποστηρίζουν ότι έπεσε μαχόμενος, αλλά η αυτοκτονία δείχνει σήμερα πιο πιθανή.

Ακόμα και ο Φιντέλ Κάστρο, που εκείνες τις ημέρες μιλούσε για δολοφονία, το 2002 φέρεται να είπε στον Τσάβες: «Μην αυτοκτονήσεις, Ούγκο. Μην κάνεις ό,τι έκανε ο Αλιέντε, που ήταν μόνος του. Εσύ έχεις τον περισσότερο στρατό με το μέρος σου. Μη σταματάς, μην παραιτηθείς».

Ηγέτης του πραξικοπήματος ήταν ο Αουγκούστο Πινοσέτ, που το όνομά του και μόνο προκαλεί και σήμερα στους χιλιανούς συναισθήματα οργής και αηδίας. Η χούντα του Πινοσέτ είχε όλα τα χαρακτηριστικά των δικτατοριών της Νότιας Αμερικής: πολύ σκληρή, βαθιά αντικομμουνιστική και απόλυτα αμερικάνικη.

Στηριζόμενη στις ΗΠΑ προχώρησε άμεσα σε ανατροπή των μεταρρυθμίσεων και σε ιδιωτικοποιήσεις μεγάλων κρατικών επιχειρήσεων. Για πολιτικές και κοινωνικές ελευθερίες δεν χρειάζεται να μιλήσουμε. Δεκάδες χιλιάδες οι νεκροί και οι αγνοούμενοι και οι βασανισμένοι από την πρώτη ημέρα της χούντας και σε όλη την περίοδο της μακρόχρονης συνταγματικής εκτροπής.

Ο ρόλος της CIA

Το 1998 και το 2000 η CIA αποχαρακτήρισε περίπου 16.000 έγγραφα, τα οποία επιβεβαίωναν την ανάμιξή της στην πολιτική σκηνή της Χιλής από το 1970 και μετά. Πριν ακόμα γίνει πρόεδρος ο Αλιέντε, η CIA είχε υποστηρίξει απόπειρα απαγωγής του, η οποία απέτυχε επειδή ο στρατηγός Σνάιντερ αρνήθηκε να συμμετάσχει. Ο στρατηγός δολοφονήθηκε στη συνέχεια, αν και η υπηρεσία αρνείται ότι είχε σχέση με αυτό το γεγονός.

Επίσης, χρήματα διοχετεύονταν πριν και μετά το πραξικόπημα μέσω της «Επιχείρησης Φούμπελτ», ώστε να ενισχυθεί η αντικομμουνιστική προπαγάνδα και να αποδυναμωθεί ο Αλιέντε στα μάτια του λαού. Και επειδή από τις βρόμικες επιχειρήσεις της CIA εκείνη την εποχή δεν μπορούσε να λείπει κάποιος έλληνας, ο συντονιστής της «Φούμπελτ» ήταν ο Θωμάς Καραμεσσίνης, υψηλόβαθμο στέλεχος της υπηρεσίας. Μαζί με τον Κίσινγκερ σχεδίαζαν το πραξικόπημα ήδη από το 1970.

Σχετικό ενδοϋπηρεσιακό τηλεγράφημα περιγράφει τους σκοπούς και τις μεθόδους της επιχείρησης αποσταθεροποίησης: «Είναι η σαφής και συνεχιζόμενη πολιτική μας το να ανατραπεί ο Αλιέντε. Θα ήταν προτιμότερο να συνέβαινε αυτό πριν από την εκλογή του, αλλά οι προσπάθειες θα συνεχιστούν δυναμικά και μετά από αυτή την ημερομηνία».

Οι εκθέσεις της CIA 2-3 ημέρες πριν το πραξικόπημα θυμίζουν τα «προσεχώς» των κινηματογράφων. Δείχνουν τα κυριότερα σημεία αυτών που θα επακολουθήσουν «αυθόρμητα» από τον στρατό. (Τα σημεία που αναφέρονται ως «διαγραφή» παραμένουν μέχρι σήμερα απόρρητα).

«(Διαγραφή πρώτης σειράς) ότι μια απόπειρα πραξικοπήματος θα ξεκινήσει στις 11 Σεπτεμβρίου. Και τα τρία όπλα των Ενόπλων Δυνάμεων και οι καραμπινιέροι είναι αναμειγμένοι σ' αυτή την ενέργεια. Μια διακήρυξη να
διαβαστεί από το Ράδιο Αγκρικουλτούρα στις 7 π.μ. της 11ης Σεπτεμβρίου. (Διαγραμμένο) ότι οι καραμπινιέροι έχουν την ευθύνη να συλλάβουν τον πρόεδρο Σαλβαντόρ Αλιέντε.

2. Σύμφωνα με (διαγραφή) το Ναυτικό έχει προγραμματίσει να ξεκινήσει απόπειρα ανατροπής της κυβέρνησης του Σαλβαντόρ Αλιέντε στο Βαλπαρέσο στη 1.30 π.μ. της 10ης Σεπτεμβρίου. (Διαγραφή) ότι η Αεροπορία θα υποστήριζε αυτή την πρωτοβουλία του Ναυτικού αφού το Ναυτικό πραγματοποιήσει μια θετική ενέργεια, καταλάβει λ.χ. την επαρχία του Βαλπαρέσο και απευθύνει τελεσίγραφο απαιτώντας την παραίτηση του Αλιέντε ή απειλώντας να κινηθεί εναντίον του Σαντάγκο. (Διαγραφή)».

Χρήματα συνέχισαν να διοχετεύονται στη Χιλή από τους αμερικάνους και μετά την ανατροπή του Αλιέντε, αυτή τη φορά βέβαια για να διασφαλιστεί η επιβίωση του νέου καθεστώτος. Το σχέδιο αυτό ήταν μέρος της γνωστής «Επιχείρησης Κόνδορας» και περιλάμβανε την ενίσχυση του διαβόητου αρχηγού της μυστικής αστυνομίας του Πινοσέτ, Μανουέλ Κοντρέρας.

Στην περίπτωση της Ελλάδας ο Κλίντον ζήτησε συγγνώμη για τη χούντα. Στην περίπτωση της Χιλής αυτός που λυπήθηκε ήταν ο Κόλιν Πάουελ, ο οποίος δήλωσε για τη Χιλή: «Είναι ένα κομμάτι της αμερικάνικης ιστορίας για το οποίο δεν είμαστε περήφανοι». Όπως καταλαβαίνετε, μετά από καμιά τριανταριά χρόνια, κάποιος άλλος θα ζητήσει συγγνώμη για αυτά που έκαναν ο Πάουελ στον Κόλπο και ο Κλίντον στη Σερβία...



18 Σεπτεμβρίου 1834: Η Αθήνα πρωτεύουσα


Οι Τούρκοι βγήκαν από την Ακρόπολη και εγκατέλειψαν την Αθήνα στις 31 Μαρτίου 1833. Ένα χρόνο αργότερα, στις 18 Σεπτεμβρίου 1834, η πόλη ανακηρύχθηκε πρωτεύουσα της Ελλάδας. Στις 10 Δεκεμβρίου, εγκαταστάθηκαν ο βασιλιάς Όθων και οι αρχές. Η πόλη είχε τότε 12.000 κατοίκους κι όλες τις προοπτικές να εξελιχθεί σε μια πανέμορφη μεγαλούπολη. Με έξοδα των κατοίκων, οι αρχιτέκτονες Σταμάτης Κλεάνθης και Έντουαρντ Σάουμπερτ έκαναν ένα όμορφο σχέδιο που ο αρχιτέκτονας Λέων Κλέντσε κλήθηκε να βελτιώσει. Αυτός, όμως, μίκρυνε το πλάτος των δρόμων και σχεδίασε μια γραφική κωμόπολη ανάμεσα στην Ακρόπολη και του Φιλοπάππου. Η οδός Πανεπιστημίου γλίτωσε με πλάτος 32 μέτρα.

Το 1836, άνοιξαν οι λεωφόροι Αμαλίας και βασιλίσσης Σοφίας και έτσι σχηματίσθηκε η πλατεία Συντάγματος. Δέκα χρόνια αργότερα, ο βασιλικός κήπος απλώθηκε στη σημερινή έκταση του εθνικού κήπου. Η πόλη μεγάλωνε αργά αλλά σταθερά. Το 1856, ο πληθυσμός είχε φτάσει τους 30.000 και το 1889 ξεπέρασε τους 107.000. Όμως, οι καινούριες συνοικίες σχηματίζονταν χωρίς σχέδια και πρόγραμμα. Οι περίπου 125.000 πρόσφυγες από τη Μ. Ασία χειροτέρευσαν την κατάσταση. Κι ακόμα, κατά χιλιάδες συνέρεαν οι χωρικοί καθώς εκδηλώθηκε το μεγάλο ρεύμα της αστυφιλίας. Ο οικοδομικός οργασμός της δεκαετίας του ‘60, όταν επιτράπηκε να κτισθούν πολυώροφες πολυκατοικίες και σε στενούς δρόμους, οδήγησε στη δημιουργία της τσιμεντούπολης.

Στη νέα πρωτεύουσα, δεν υπήρχε σύστημα ύδρευσης. Νερό έπαιρναν από τις βρύσες και τις πηγές. Θυμήθηκαν το αρχαίο Αδριάνειο υδραγωγείο που λειτουργούσε ως το 1730. Το επισκεύασαν. Χρησιμοποιήθηκε επί έναν αιώνα. Το 1925, το ελληνικό κράτος έκανε σύμβαση με την εταιρεία Ούλεν. Άρχισε να κατασκευάζεται το φράγμα της λίμνης του Μαραθώνα που εγκαινιάστηκε το 1931. Περιφερειακά έργα βοήθησαν ώστε να μαζεύονται στη λίμνη 41.000.000 κυβικά νερό. Το 1977 λειτούργησε το έργο της λίμνης Υλίκης και το 1981 το φράγμα του Μόρνου. Για περίπου δέκα χρόνια, οι ανάγκες καλύφτηκαν. Όμως, το χειμώνα του 1989/90, ξηρασία έπληξε την Αθήνα. Το καλοκαίρι του 1990 πέρασε με συνεχείς εκκλήσεις για οικονομία και με απαγορεύσεις καθώς, κατά μέσο όρο, χρειάζεται ένα εκατομμύριο κυβικά νερό κάθε μέρα.

Στη νέα πρωτεύουσα, δεν υπήρχε δημόσιος φωτισμός. Όταν ο ήλιος βασίλευε, η πόλη βυθιζόταν στο σκοτάδι. Το 1835, ο δήμος έβαλε 15 φανάρια με λάμπες λαδιού σε κεντρικά σημεία. Ως το 1850, τα φανάρια έγιναν 200. Αντικαταστάθηκαν με φανάρια πετρελαίου κι, από το 1862, με λάμπες φωταερίου. Οι λάμπες πετρελαίου καταργήθηκαν, σταδιακά, ως το 1873. Από το 1889, άρχισε ο ηλεκτροφωτισμός της πόλης αλλά ως το 1915 ήταν ελάχιστος. Το 1926, τον ανέλαβε η ΗΕΑΠ (Ηλεκτρική Εταιρεία Αθηνών Πειραιώς) που βελτίωσε τον σταθμό παραγωγής ρεύματος στο Νέο Φάληρο και δημιούργησε τον σταθμό στο Κερατσίνι. Αργότερα, ο σταθμός στο Νέο Φάληρο καταργήθηκε και η πόλη άρχισε να παίρνει ρεύμα από το Αλιβέρι της Εύβοιας. Το 1950, δημιουργήθηκε η ΔΕΗ (Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού) κι όλες οι εταιρείες παραγωγής ρεύματος απορροφήθηκαν σ’ αυτήν.




11 Σεπτεμβρίου 1789: Αριστερά και Δεξιά


Δυο καίρια ζητήματα απασχολούσαν τα μέλη της συντακτικής συνέλευσης στην επαναστατημένη Γαλλία του 1789. Το πρώτο αφορούσε το πώς θα εξασφαλιζόταν η ομαλή λειτουργία του πολιτεύματος σε μια συνταγματική μοναρχία. Και το δεύτερο, ως πού θα έφτανε η εξουσία του βασιλιά. Το πρώτο συζητήθηκε στις 10 Σεπτεμβρίου 1789. Μερικοί φοβούνταν ότι το εκλεγμένο από το λαό κοινοβούλιο θα βρισκόταν πάντα σε αντιπαράθεση με τον βασιλιά. Ζητούσαν να υπάρχει και μια γερουσία από ισόβια μέλη. Οι αντίθετοί τους απάντησαν ότι η γερουσία, μοιραία, θα μεταβαλλόταν σε όργανο της αριστοκρατίας, αν τα μέλη της ήταν ισόβια, ή σε όργανο του βασιλιά, αν αυτός τα διόριζε. Αν πάλι τα μέλη της εκλέγονταν με καθολική ψηφοφορία, η γερουσία θα ήταν ισοδύναμη με τη βουλή και άρα περιττή. Η ιδέα να υπάρξει γερουσία απορρίφτηκε με το 80% των ψήφων. Το αποτέλεσμα πανηγυρίστηκε με ενθουσιασμό ως λαϊκή νίκη.

Το επόμενο θέμα ήταν εξίσου σοβαρό. Οι δυο παρατάξεις, στις 11 Σεπτεμβρίου 1789, κατέλαβαν τα ίδια έδρανα, στα οποία κάθονταν και την προηγουμένη: Στα δεξιά της αίθουσας οι οπαδοί της γερουσίας και στα αριστερά οι αντίθετοι. Θα κουβέντιαζαν ως πού μπορούσε να φτάσει το δικαίωμα αρνησικυρίας (βέτο) του βασιλιά.

Και πάλι υπήρχαν δυο απόψεις. Οι οπαδοί της γερουσίας, πρότειναν ο βασιλιάς να έχει απόλυτο βέτο: Όταν θα το ασκούσε εναντίον μιας απόφασης της βουλής, η απόφαση αυτή δεν θα μπορούσε να ισχύσει. Οι αντίπαλοί τους αντέτασσαν πως, έτσι, η βουλή δεν θα νομοθετούσε αλλά, απλά, θα υπέβαλλε αιτήσεις που ο βασιλιάς θα δεχόταν ή όχι, κατά τα συμφέροντά του. Αντιπρότειναν το βέτο να είναι ανασταλτικό: Να αναστέλλει την εφαρμογή μιας απόφασης για ένα ορισμένο διάστημα. Αν μετά το διάστημα αυτό η βουλή ξανάπαιρνε την ίδια απόφαση, η θέλησή της θα επιβαλλόταν.

Και πάλι οι συζητήσεις και οι διαξιφισμοί κράτησαν όλη μέρα. Υπήρχε, όμως, ένα φραστικό πρόβλημα. Το πώς αποκαλούσαν οι μεν τους δε. Η λύση βρέθηκε από τις θέσεις που κατείχαν οι υποστηριχτές των δυο απόψεων: Δεξιοί οι οπαδοί του απόλυτου βέτο, αριστεροί οι οπαδοί του ανασταλτικού.

Η ιδέα του απόλυτου βέτο απορρίφτηκε με τα δύο τρίτα των ψήφων. Όμως, από την ημέρα εκείνη, δυο νέοι όροι προστέθηκαν στην πολιτική ορολογία: Η Αριστερά, που εκφράζει κάθε προχωρημένη άποψη, και η Δεξιά, που εκφράζει κάθε διατήρηση και συνέχεια με την πραγματοποίηση μικρών βημάτων. Στις μέρες μας, όμως, όταν κάποιος αποκαλεί Δεξιό έναν αντίθετό του, εννοεί πως είναι συντηρητικός, οπισθοδρομικός κι ενάντιος στη διεύρυνση των λαϊκών δικαιωμάτων. Και όταν, αντίθετα, τον αποκαλεί Αριστερό, εννοεί πως είναι εξτρεμιστής, επαναστάτης και ανατρεπτικός.

Έτσι κι αλλιώς, και τα δυο ζητήματα που απασχόλησαν τη συντακτική συνέλευση τις κρίσιμες αυτές μέρες, αποδείχτηκαν εφήμερα: Στις 22 Σεπτεμβρίου 1792, η γαλλική επανάσταση κατάργησε τη βασιλεία και διακήρυξε τη δημοκρατία.


Γκερνίκα: από τη σφαγή στην αθανασία της τέχνης

Τέτοιες μέρες, πριν από 29 χρόνια, η «Γκερνίκα» («Γκουέρνικα» για τους... έλληνες), η συγκλονιστική ελαιογραφία του Πάμπλο Πικάσο, ξεκίνησε το μακρινό της ταξίδι από τη Νέα Υόρκη για την Ισπανία. Έφτασε εκεί στις 10 Σεπτεμβρίου 1981. Ο δημιουργός της είχε πεθάνει από το 1973. Η δημοκρατία είχε αναστηθεί το 1975, χρονιά που πέθανε και ο δικτάτορας Φράνκο.

Από τον Σεπτέμβριο του 1923 ο γενικός διοικητής της Καταλωνίας, στρατηγός Πρίμο ντε Ριβέρα, είχε επιβάλει δικτατορία στην Ισπανία με πραξικόπημα που ξεκίνησε από τη Βαρκελώνη. Ένα διευθυντήριο ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας και ο βασιλιάς Αλφόνσος ΙΓ’ τάχθηκε στο πλάι του. Στα 1923, το στρατιωτικό διευθυντήριο μεταμφιέστηκε σε πολιτικό. Στα 1930, έπειτα από λαϊκή εξέγερση, έπαψε να υφίσταται. Ο Πρίμο ντε Ριβέρα το έσκασε στη Γαλλία, όπου και πέθανε. Ο βασιλιάς Αλφόνσος ΙΓ’ έμεινε. Προσωρινά.

Μια κυβέρνηση συνασπισμού των μοναρχικών κομμάτων ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας στις 18 Φεβρουαρίου του 1931. Προκήρυξε εκλογές για τις 12 Απριλίου. Τις πήραν οι δημοκρατικοί πετυχαίνοντας εντυπωσιακή νίκη. Στις πόλεις, τα κόμματα της Αριστεράς απέκτησαν μεγάλη δύναμη. Ο Αλφόνσος ΙΓ’ παραιτήθηκε στις 14 Απριλίου, μπήκε σε πλοίο στην Καρθαγένη, έφτασε στη Μασσαλία κι από εκεί στο Παρίσι.

Στις 16 του μήνα, ο Αλκαλά Ζαμόρα σχημάτισε προσωρινή δημοκρατική κυβέρνηση. Η δημοκρατία είχε νικήσει στην Ισπανία. Χωριστή δημοκρατία ανακηρύχθηκε στην Καταλωνία. Ο Ζαμόρα υποσχέθηκε στους καταλανούς αυτονομία κι ανακήρυξε επίσημη την κυβέρνησή του (17 Απριλίου). Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Δανία, Σουηδία, Ιταλία και Ηνωμένες Πολιτείες έσπευσαν πρώτες να αναγνωρίσουν το δημοκρατικό καθεστώς.

Η λαϊκή οργή στράφηκε εναντίον των οργάνων της Εκκλησίας. Ο καρδινάλιος Σεγκούρα του Τολέδου κατέφυγε κι αυτός στη Γαλλία. Η εκκλησιαστική περιουσία δημεύτηκε. Η διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία απαγορεύτηκε. Η χρηματοδότηση της Εκκλησίας από το κράτος σταμάτησε. Οι τίτλοι ευγενείας καταργήθηκαν. Στις 10 Δεκεμβρίου 1931, ο Ζαμόρα εκλέχτηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Η δημοκρατία προχωρούσε στην Ισπανία μέσα από μύρια όσα προβλήματα. Από την Καταλωνία, οι αυτονομιστικές κινήσεις μεταλαμπαδεύτηκαν στην περιοχή των Αστουριών. Ο ισπανικός στρατός κατέπνιξε το εκεί κίνημα στα 1934. Στα 1935, συγκροτήθηκε το Λαϊκό Μέτωπο που συγκέντρωσε στους κόλπους του τα κόμματα της Αριστεράς και τα συνδικάτα. Στις εκλογές της 21ης Φεβρουαρίου του 1936, το Λαϊκό Μέτωπο πέτυχε εντυπωσιακή νίκη, αλλά από την κυβέρνηση του Σενάρ Αζάνα αποκλείστηκαν οι κομμουνιστές.

Την κυβέρνηση Αζάνα διαδέχτηκε η κεντροαριστερή του Καζάρες Κουιρόγκα. Στις 12 Ιουλίου (1936), αστυνομικοί σκότωσαν τον αρχηγό των μοναρχικών, Κάλβο Σοτέλο. Σαν έτοιμοι από καιρό, ακροδεξιοί αξιωματικοί υπό τον στρατηγό Φρανσίσκο Φράνκο οργάνωσαν, στις 18 του μήνα, πραξικόπημα με ταυτόχρονη εξέγερση του στρατού στη Βαρκελώνη και τη Βόρεια Αφρική. Ο Κουιρόγκα παραιτήθηκε την ίδια μέρα, ανέλαβε ο Μαρτίνεθ Μπάριο που έμεινε πρωθυπουργός μια μόλις μέρα για να παραδώσει στον Χοσέ Ζιράλ Περέιρα (19 Ιουλίου).

Στις 23, οι πραξικοπηματίες έπαιρναν το Μπούργκος και σχημάτιζαν εθνικιστική κυβέρνηση με πρωθυπουργό τον στρατηγό Καμπανέλας. Στις 29 Ιουλίου 1936, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «The News Chronicle» συνέντευξη του Φράνκο στον δημοσιογράφο και πολεμικό ανταποκριτή στην Ταγγέρη Τζέιν Άλεν. Ανάμεσα σ’ άλλα, ο στρατηγός έλεγε:

«Δεν θα υπάρξουν παραχωρήσεις, συμβιβασμοί, οπισθοχωρήσεις. Εγώ θα συνεχίσω να προετοιμάζω την επέλασή μας στη Μαδρίτη και θα καταλάβω την πρωτεύουσα. Θα σώσω την Ισπανία από τον μαρξισμό, όποιο κι αν είναι το τίμημα».

Η χιτλερική Γερμανία έσπευσε να συνδράμει τους φαλαγγίτες του Φράνκο. Η δημοκρατική Ευρώπη προτίμησε την ουδετερότητα. Η Σοβιετική Ρωσία ανέλαβε να στηρίξει τους δημοκράτες της Ισπανίας. Ο ισπανικός εμφύλιος ξεκίνησε αιματηρός.

Ο Πικάσο και η «Γκερνίκα»

Γεννημένος το 1881, ο Πάμπλο Πικάσο ξεκίνησε να σπουδάζει ζωγραφική στη Βαρκελώνη, σε ηλικία 14 χρόνων. Συνέχισε στη Μαδρίτη και το 1901 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, στη Μονμάρτη. Στη διάρκεια της δημοκρατίας διετέλεσε διευθυντής του Μουσείου «Πράδο» της Μαδρίτης (1936 - 1939), παρότι απουσίαζε από τη χώρα εκείνα τα χρόνια. Στα 1937, η δημοκρατική κυβέρνηση του παρήγγειλε έναν πίνακα για το ισπανικό περίπτερο στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού.

Ο ισπανικός εμφύλιος σχεδόν δεν είχε αγγίξει τη γη των βάσκων, όπου η ζωή συνεχιζόταν κανονικά. Στη βασκική πόλη Γκερνίκα, στις 26 Απριλίου 1937, γυναίκες, άνδρες και παιδιά συνωθούνταν στη λαϊκή αγορά για ψώνια της ημέρας. Ξαφνικά, ο ουρανός γέμισε αεροπλάνα. Άδειασαν τις βόμβες τους στη λαϊκή αγορά κι έφυγαν. Ήταν είκοσι γερμανικά, σταλμένα απ’ τον Χίτλερ για να βοηθήσουν τον Φράνκο. Μαζί τους, συνέπρατταν και τρία ιταλικά του Μουσολίνι.

Η Γκερνίκα βρέθηκε στην πορεία τους: 1.500 άμαχοι νεκροί, 1.000 τραυματίες, σύμφωνα με τις πρώτες ανακοινώσεις. Ο κόσμος όλος συγκλονιζόταν από το έγκλημα.

Πέντε μέρες αργότερα, την Πρωτομαγιά του 1937, ο Πάμπλο Πικάσο ξεκίνησε να συνθέτει τον περίφημο πίνακά του με θέμα την Γκερνίκα, διαστάσεων 3,5 x 7,77 μ. Εκτέθηκε στη Διεθνή Έκθεση του Παρισιού, τον Ιούλιο του ίδιου χρόνου, και συγκλόνισε τους επισκέπτες. Αμέσως μετά, η δημοκρατική κυβέρνηση της Ισπανίας οργάνωσε περιοδεία με εκθέσεις της σε μεγαλουπόλεις, ώστε να συγκεντρωθούν χρήματα για τον αγώνα εναντίον των φασιστών. Που αποδείχτηκε μάταιος.

Στις 26 Ιανουαρίου 1939, ο Φράνκο και οι δυνάμεις του κυρίευσαν τη Βαρκελώνη. Στις 28 Μαρτίου 1939, οι δημοκρατικοί ύψωσαν λευκή σημαία στη Μαδρίτη. Ο Φράνκο ανέλαβε τη διοίκηση της πόλης.

Οι δημοκρατικοί πρόλαβαν να φυγαδεύσουν την «Γκερνίκα» στη Νέα Υόρκη. Φιλοξενήθηκε στο εκεί Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης. Ο ίδιος ο Πικάσο πέρασε το μεγαλύτερο μέρος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στο Παρίσι και έγινε μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος αμέσως μετά την απελευθέρωση της πόλης. Στις 13 Μαρτίου 1945, δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «New Masses» συνέντευξή του στον αμερικανό ζωγράφο Τζερόμ Σέκλερ.

* Ρωτήθηκε: «Στην “Γκερνίκα”, ο ταύρος, το άλογο, τα χέρια με τους δαυλούς, όλα μοιάζουν να έχουν ένα αντίστοιχο με την ισπανική πραγματικότητα».

* Απάντησε: «Ναι, ο ταύρος εκπροσωπεί πράγματι την κτηνωδία, το άλογο τον λαό. Σ’ αυτή την περίπτωση κατέφυγα στον συμβολισμό. Ωστόσο, είναι λάθος να λέτε ότι ο ταύρος είναι ο φασισμός: ο ταύρος είναι απλώς ο σκοταδισμός και η κτηνωδία».

* «Μα υπάρχει διαφορά;», ρωτήθηκε. «Όπου εγκαταστάθηκε ο φασισμός, έφερε το σκοτάδι και την κτηνωδία, τον θάνατο και την καταστροφή».

* Απάντησε: «Μπορεί να έχετε δίκιο, αλλά δεν επιχειρούσα συνειδητά να δείξω κάτι τέτοιο. Η δουλειά μου δεν είναι συμβολική. Μόνο στην Γκερνίκα είναι, αλλά πρόκειται για μια αλληγορία. Γι’ αυτό και χρησιμοποίησα τον ταύρο και το άλογο. Κάποιοι χαρακτηρίζουν τη ζωγραφική μου ως σουρεαλιστική, τουλάχιστον τα έργα μου κάποιας περιόδου. Αλλά δεν είμαι σουρεαλιστής. Ποτέ δεν υπήρξα εκτός πραγματικότητας. Πάντα έζησα μέσα στην πεμπτουσία της ή, αν το θέλετε αλλιώς, στο πραγματικό της πραγματικότητας. Αν κάποιος επιθυμούσε να εκφράσει τον πόλεμο, ίσως το πιο κομψό θα ήταν να είχε ζωγραφίσει ένα τόξο κι ένα βέλος, γιατί είναι μια εικόνα αισθητικά ελκυστική. Εγώ, αντίθετα, αν ήθελα να απεικονίσω τον πόλεμο, θα χρησιμοποιούσα ένα μυδραλιοβόλο. Τώρα ήρθε η στιγμή, αυτή την εποχή των αλλαγών και της επανάστασης, να ζωγραφίζουμε με τρόπο επαναστατικό κι όχι όπως πριν».

Ο Φράνκο και ο πίνακας

Η δικτατορία του Φράνκο διακήρυξε ουδετερότητα στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά όλοι γνώριζαν καλά τους δεσμούς της με τη χιτλερική Γερμανία. Αυτήν άλλωστε την «κουτσή ουδετερότητα» εκμεταλλεύτηκαν οι μυστικές υπηρεσίες της Βρετανίας για να σκαρώσουν την «Επιχείρηση Κιμάς». Άφησαν το πτώμα ενός δήθεν βρετανού αξιωματικού να ξεβραστεί στις ισπανικές ακτές με την ελπίδα ότι οι ισπανοί θα παρέδιδαν στους ναζί τα «απόρρητα έγγραφα» που ο νεκρός κουβαλούσε, όπως και έγινε.

Τα «έγγραφα» έπεισαν τον Χίτλερ ότι οι σύμμαχοι δεν σκόπευαν απόβαση στη Σικελία αλλά στη Σαρδηνία. Οι γερμανοί μετακινήθηκαν από το ένα νησί στο άλλο και συμμαχικές δυνάμεις βγήκαν σχεδόν ανενόχλητες στη Σικελία. Άλλωστε, η ισπανική ουδετερότητα δεν εμπόδισε τον Φράνκο να στείλει στρατό στο ανατολικό μέτωπο, εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης.

Στα 1945, η Ισπανία αποκλείστηκε από τον ΟΗΕ. Θα γινόταν δεκτή στον διεθνή οργανισμό μετά από δέκα χρόνια (1955). Από το 1947, ο δικτάτορας έφερε τον τίτλο του αντιβασιλιά «ως να έρθει ο βασιλιάς». Στα 1964, οι ισπανοί έμαθαν ότι πιθανός βασιλιάς τους θα ήταν ο γεννημένος στις 5 Ιανουαρίου 1938 πρίγκιπας Χουάν Κάρλος των Βουρβόνων, εγγονός του Αλφόνσου ΙΓ’, σύζυγος της πριγκίπισσας Σοφίας της Ελλάδας.

Στα 1968, ο δικτάτορας έγινε ξαφνικά φιλότεχνος: ζήτησε να εκτεθεί η «Γκερνίκα» στη Μαδρίτη. Οι αμερικανοί φρόντισαν να ρωτήσουν τον Πικάσο. Αρνήθηκε κατηγορηματικά: Η «Γκερνίκα» δεν έπρεπε να γυρίσει στην Ισπανία, πριν να αποκατασταθεί εκεί η δημοκρατία. Στις 17 Ιουλίου του 1969, ο Φράνκο ονόμασε τον Χουάν Κάρλος διάδοχο του θρόνου. Η ενθρόνιση μετατέθηκε για μετά τον θάνατο του δικτάτορα.

Ο επαναπατρισμός

Ο Πάμπλο Πικάσο πέθανε στις 8 Απριλίου 1973. Τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου και ύστερα από 34 χρόνια δικτατορίας, ο στρατηγός Φρανσίσκο Φράνκο παρέδωσε τα ηνία της διακυβέρνησης της Ισπανίας στον ναύαρχο Λουίς Μπλάνκο, παραμένοντας ο ίδιος «αρχηγός του κράτους». Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου, ο ναύαρχος δολοφονήθηκε, ώστε να μην προβάλει εμπόδια στην επερχόμενη μεταπολίτευση. Συνέβη τον Νοέμβριο του 1975: Στις 20, ο Φράνκο απεδήμησε εις κύριον. Στις 22, ο Χουάν Κάρλος ορκιζόταν βασιλιάς της χώρας. Στις 9 Απριλίου του 1977, ύστερα από 38 χρόνια στην παρανομία, νομιμοποιήθηκε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ισπανίας.

Ο Αντόλφο Σουάρεθ και ο δημοκρατικός κεντρώος συνασπισμός του κέρδισαν τις πρώτες, έπειτα από 41 χρόνια, ελεύθερες εκλογές στην Ισπανία (15 Ιουνίου 1977). Οι κεντρώοι έμειναν στην εξουσία ώς τις 19 Ιανουαρίου του 1981, οπότε ο Σουάρεθ παραιτήθηκε. Μόλις τέσσερις ημέρες αργότερα, ακροδεξιοί αξιωματικοί επιχείρησαν πραξικόπημα. Απέτυχαν καθώς ο βασιλιάς επέδειξε αξιοθαύμαστη ψυχραιμία.

Η «Γκερνίκα» έφτασε στη Μαδρίτη στις 10 Σεπτεμβρίου 1981 κι εκτέθηκε στο Μουσείο «Πράδο». Το σοσιαλιστικό κόμμα του Φελίπε Γκονζάλες πήρε τις εκλογές του 1982. Οι σοσιαλιστές κράτησαν τη διακυβέρνηση της χώρας 13 χρόνια. Στα 1992 η «Γκερνίκα» μεταφέρθηκε στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης «Βασίλισσα Σοφία», στη Μαδρίτη.




4 Σεπτεμβρίου 1620: Οι άποικοι του Βορρά


Το πρώτο τέταρτο του ΙΖ’ αιώνα, την Αγγλία κυβερνούσε ο Ιάκωβος Α’ (1566-1625) βασιλιάς της Σκοτίας απ’ όταν έγινε ενός έτους και διάδοχος της Ελισάβετ, μετά τον θάνατό της. Παρίστανε τον στυλοβάτη του αγγλικανισμού σε σημείο να γίνει μισητός σε καθολικούς και προτεστάντες. Ήταν η εποχή που άνθιζε η αίρεση των πουριτανών: Στρέφονταν εναντίον των τύπων στην εκκλησία, θεωρούσαν απάτη το στέμμα, ζούσαν αυστηρή ιδιωτική ζωή και πίστευαν βαθιά στην αρετή της ανεξιθρησκίας. Ανάμεσα στα μέλη της κοινωνίας τους συγκαταλεγόταν κι ο κατοπινός πολέμιος του στέμματος, Όλιβ Κρόμβελ, καθώς κι ο γραμματέας του συγγραφέας Ιωάννης Μίλτον (1608-1674). Ο Ιάκωβος εξαπέλυσε τρομερό διωγμό εναντίον των πουριτανών. Πολλοί αναγκάστηκαν να καταφύγουν στην Ολλανδία. Άκουσαν για μια παραδεισένια αποικία, την Βιρτζίνια, στη Βόρεια Αμερική.

Στις 4 Σεπτεμβρίου 1620, το γεμάτο πουριτανούς εξόριστους πλοίο Μεϊφλάουερ απέπλευσε από την Ολλανδία. Ύστερα από χίλιες περιπέτειες, μια θαλασσοταραχή έριξε το καράβι στην αμερικανική ακτή, πάνω από το ακρωτήριο Κοντ, πολύ πιο βόρεια από τη Βιρτζίνια που ήταν ο προορισμός τους. Οι άποικοι το θεώρησαν θέλημα θεού, δημιούργησαν την αποικία της Μασαχουσέτης και ίδρυσαν την πόλη Νέο Πλίμουθ. Συμφώνησαν και υπέγραψαν πως όλοι θα υπακούουν στις αποφάσεις της πλειοψηφίας, υπόδειξαν εκπροσώπους και ανακήρυξαν νόμο τους την Αγία Γραφή. Στη Μασαχουσέτη, όλοι μπορούσαν να εκλεγούν, η μόρφωση ήταν υποχρεωτική για όλα τα παιδιά, καθένας μπορούσε να έχει γη μόνον όση χρειαζόταν για να ζήσει, ενώ απαγορευόταν να υπάρχουν σκλάβοι. Στη Μασαχουσέτη δημιουργήθηκε το μοντέλο της πολιτείας του Βορρά που το μιμήθηκαν αργότερα όλες οι βόρειες αποικίες. Τον ίδιο καιρό, στη Βιρτζίνια χτιζόταν το μοντέλο της πολιτείας του Νότου.

Επί δυο αιώνες, το ετερόκλητο πλήθος των αποίκων θήτευε στους διαφορετικούς τρόπους ζωής, γαλουχώντας τους Βόρειους και τους Νότιους, με κύρια αντίθεση το θέμα των δούλων. Όταν ο Αβραάμ Λίνκολν θέλησε να καταργήσει τη δουλεία (1863), οι Αμερικανοί ήταν ώριμοι να αλληλοεξοντωθούν.


Το κίνημα στο Γουδή απαντά στην εξαθλίωση

Το πόρισμα της επίσημης έρευνας για τα αίτια της επονείδιστης στρατιωτικής ήττας από τους Τούρκους στον πόλεμο του 1897 έφερε φαρδιά πλατιά την υπογραφή του Κωνσταντίνου, διαδόχου του θρόνου και αρχηγού του ελληνικού στρατού. Ως αιτία αναφερόταν ότι «το στράτευμα απετελείτο εκ δειλών, απειθάρχων, φυγάδων και ανικάνων προς οιανδήποτε πολεμικήν δράσιν».

Διάβαζε και ξαναδιάβαζε την υβριστική φράση ο Νικόλαος Ζορμπάς και το αίμα ανέβαινε στο κεφάλι του.

* Δεν το χωρούσε ο νους του ότι το επιτελείο έβριζε τους στρατιώτες στην προσπάθειά του να δικαιολογήσει την ατίμωση.

* Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι ο Κωνσταντίνος είχε επικυρώσει με την υπογραφή του το επίσημο κείμενο.

* Γνώριζε πολύ καλά ότι τον στρατό διοικούσαν αγράμματοι κι ανίκανοι με δόντι στην αυλή, όλοι εκείνοι που έπαιρναν προίκα τα γαλόνια κι έγλειφαν τους άσχετους πρίγκιπες που το έπαιζαν στρατηγοί.

* Θυμήθηκε τον λοχαγό Φικιώρη, που μ’ ένα λόχο σταμάτησε στα Δελέρια δύο τάγματα τούρκων, θυμήθηκε και τον διάδοχο Κωνσταντίνο, αρχηγό της στρατιάς Θεσσαλίας, πρώτα να φεύγει από το μέτωπο μαζί με τους επιτελείς του κι έπειτα να διατάσσει υποχώρηση.

* Θυμήθηκε και τον ίδιο του τον εαυτό να προσπαθεί με νύχια και με δόντια να καλύψει τα τραγικά λάθη του επιτελείου, πολεμώντας ηρωικά ως αρχηγός μιας μικρής μοίρας πεδινού πυροβολικού.

Βγήκε και τους κατήγγειλε όλους. Τον Κωνσταντίνο για τη δειλία του, το επιτελείο για την ασχετοσύνη του. Στα έμπειρα χέρια του Νικόλαου Ζορμπά το επίσημο πόρισμα έγινε φύλλο και φτερό. Η κλίκα του επιτελείου δεν τόλμησε να τον πειράξει. Δεν μπορούσε να τα βάλει με τον λαοφιλή, μετριοπαθή και μορφωμένο αξιωματικό, για τον οποίο ο πόλεμος του ‘97 ήταν η τρίτη πολεμική εμπειρία.

Όλα ήταν διαφορετικά...

Ο Νικόλαος Ζορμπάς γεννήθηκε το 1844, τέλειωσε τη Σχολή Ευελπίδων, εντάχθηκε στο πυροβολικό, παρακολούθησε ανώτατες στρατιωτικές σπουδές στη Γαλλία και στο Βέλγιο, πολέμησε στη Θεσσαλία το 1878 και στα γεγονότα του 1886, τότε που οι μεγάλες δυνάμεις απέκλεισαν τα ελληνικά παράλια, κι ήταν πια ώριμος και μπαρουτοκαπνισμένος αξιωματικός, όταν ξέσπασε ο πόλεμος του 1897. Οπαδός του Τρικούπη, έζησε την πτώχευση του 1895, την ταπείνωση του ’97, τα τραγικά γεγονότα των Ευαγγελιακών το 1901 και την επανάσταση των σταφιδοπαραγωγών το 1903.

Βαθιά πολιτικοποιημένος αλλά και νομοταγής, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι θα έφτανε κάποια στιγμή που θα έστρεφε τα όπλα του εναντίον των εκπροσώπων του κράτους. Όμως, στα 1909, όλα ήταν διαφορετικά:

Ο Φικιώρης είχε δολοφονηθεί στα βουνά της Λακωνίας όπου κήρυξε επανάσταση, η – από το 1905 – κυβέρνηση Θεοτόκη παράπαιε, η Ελλάδα συγκλονιζόταν από τη ρεμούλα και τα σκάνδαλα, ενώ η ομάδα των «Ιαπώνων» βουλευτών είχε διαλυθεί.

Οι ανίκανοι του στρατού και της πολιτικής οδηγούσαν τη χώρα στην έσχατη εξαθλίωση, την ίδια ώρα που η Κρήτη έβραζε ζητώντας την ένωση, η Αυστροουγγαρία προσαρτούσε τη Βοσνία - Ερζεγοβίνη, η Βουλγαρία ανακηρυσσόταν ανεξάρτητο βασίλειο και η Οθωμανική αυτοκρατορία συγκλονιζόταν από την επανάσταση των Νεότουρκων, χωρίς να παραλείπει να δημιουργεί εντάσεις σε βάρος της Ελλάδας στο Αιγαίο και στην Κρήτη.

Ο «Στρατιωτικός Σύνδεσμος»

Στις 25 Ιουνίου 1909, στο σπίτι του υπολοχαγού Χρίστου Χατζημιχάλη, 161 εκλεγμένοι εκπρόσωποι αξιωματικών προσπαθούσαν να βάλουν μια τάξη στα πράγματα που τους αφορούσαν. Η μυστική οργάνωση «Στρατιωτικός Σύνδεσμος», με μέλη 1.300 κατώτερους αξιωματικούς του στρατού και 130 του ναυτικού, χρειαζόταν συγκεκριμένη ηγεσία. Ήταν όμως τόσο μυστική, ώστε το σπίτι περικυκλώθηκε από άνδρες της φρουράς της Αθήνας κι ο φρούραρχος με τον υπασπιστή του μπήκαν μέσα αξιώνοντας διάλυση της σύναξης. Τους πέταξαν έξω και τους δύο με τις κλωτσιές.

Η φρουρά αποσύρθηκε άπρακτη. Η συνέλευση εξέλεξε εννιαμελή Διοικούσα Επιτροπή, που θα υποστηριζόταν από άλλους έξι. Ανάμεσα στους τελευταίους, ο σκληρός Θεόδωρος Πάγκαλος κι ο λαοφιλής Σπύρος Σπυρομήλιος (ο Καπετάν Μπούας του Μακεδονικού Αγώνα). Χρειάζονταν, όμως, κάποιον αρχηγό. Ορίστηκε τριμελής αντιπροσωπεία που θα πλησίαζε συγκεκριμένα πρόσωπα.

Η κυβέρνηση Θεοτόκη έπεσε στις 4 Ιουλίου 1909. Την επομένη (5 του μήνα) ο Δημήτριος Ράλλης ορκίστηκε νέος πρωθυπουργός. Στις 11, παρά τις προκλήσεις και τις απειλές των Νεότουρκων, δήλωνε πως στόχος του ήταν η σύσφιξη των σχέσεων Ελλάδας - Τουρκίας. Την 1η Αυγούστου νέες προκλήσεις στο Αιγαίο και ένταση στην Κρήτη ανέβασαν το θερμόμετρο, ενώ η κυβέρνηση αντιδρούσε χλιαρά. Όμως, αρχηγός για τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο δεν είχε βρεθεί ακόμα. Ο συνταγματάρχης πυροβολικού Δούκας Βακάλογλου είχε αρνηθεί, επειδή είχε διατελέσει υπασπιστής του βασιλιά. Ο συνταγματάρχης μηχανικού Ψαρροδήμος για προσωπικούς λόγους.

Τότε ήταν που κάποιοι θυμήθηκαν τον μετριοπαθή, μορφωμένο (65χρονο συνταγματάρχη πια) Νικόλαο Ζορμπά. Γιατί όχι; Στα 1897 ήταν ο μόνος που βγήκε και τα είπε χύμα στη στρατιωτική καμαρίλα. Τον πλησίασαν. Στις 8 Αυγούστου 1909, ο Νικόλαος Ζορμπάς ορκιζόταν αρχηγός της μυστικής οργάνωσης «Στρατιωτικός Σύνδεσμος», τόσο μυστικής ώστε ένα αίσθημα ανακούφισης και μια γλυκιά προσμονή να καλύπτουν τη μικρή Ελλάδα απ’ άκρη σ’ άκρη.

Η επανάσταση

Πέντε ημέρες ήταν αρκετές για τον νέο ηγέτη να οργανωθεί, να ενημερωθεί και να εκπονήσει τα σχέδιά του. Την έκτη, άρχισε η δράση:

Παραμονή της Παναγίας, 14 Αυγούστου 1909, με τον βασιλιά Γεώργιο να παραθερίζει στο Τατόι, μια επιτροπή αξιωματικών ζήτησε ακρόαση από τον πρωθυπουργό για να του υποβάλει «υπόμνημα συνταχθέν από τον Στρατιωτικόν Σύνδεσμον».

Ο Ράλλης όχι μόνο αρνήθηκε να τους δει, αλλ’ ούτε καν δέχτηκε να παραλάβει κάποιος για λογαριασμό του το κείμενο. Ο πρωθυπουργός δεν συζητεί με οποιουσδήποτε. Το μεσημέρι, έφυγε για το σπίτι του, ενώ μια ασυνήθιστη ηρεμία κάλυπτε την πόλη.

Είχε βραδιάσει για τα καλά, όταν ο Νικόλαος Ζορμπάς, επικεφαλής 450 αξιωματικών και 2.500 στρατιωτών, μαζί με τον Σπύρο Σπυρομήλιο κι 65 χωροφύλακες, εμφανίστηκε στις στρατιωτικές εγκαταστάσεις της φρουράς των Αθηνών, στο Γουδή, και τις κατέλαβε. Την επομένη, Δεκαπενταύγουστο, οι εφημερίδες κυκλοφόρησαν δημοσιεύοντας το «υπόμνημα» ως «Διακήρυξη του Στρατιωτικού Συνδέσμου». Η γλώσσα θύμιζε τον «μετριοπαθή» Ζορμπά του ‘97:

«Η Πατρίς μας ευρίσκεται υπό δυσχερεστάτας περιστάσεις, το δε επίσημον κράτος, υβρισθέν και ταπεινωθέν, αδυνατεί να κινηθεί προς άμυναν των δικαίων του».

Η διαπραγμάτευση

Ο πρωθυπουργός Ράλλης είχε άσχημο ξύπνημα. Αυτός, που την προηγουμένη δε συζητούσε με τους οποιουσδήποτε, αναζητούσε τρόπο επαφής με τους επαναστάτες. Επιστράτευσε τον δήμαρχο Αθηναίων, Σπύρο Μερκούρη, και τον προσωπάρχη του υπουργείου Στρατιωτικών, ταγματάρχη Αν. Παπούλια, και τους έστειλε στο Γουδή να διαπραγματευτούν.

Αυτόκλητος υπερασπιστής της νομιμότητας «και του βασιλέως», ο αντισυνταγματάρχης ιππικού Λ. Μεταξάς πήγε «να καθαρίσει» μαζί με άλλους πέντε αυλικούς. Έφτασε στο ιππικό, στην πλαγιά ενός λόφου, και διέταξε τους άνδρες να ιππεύσουν. Τον πέρασαν για «συνδεσμίτη» και υπάκουσαν. Μόλις κατάλαβαν τι ήθελε να κάνει, χίμηξαν πάνω του να τον λιντσάρουν. Είδαν κι έπαθαν οι αξιωματικοί του Ζορμπά να τον γλιτώσουν.

Δύο φορές πήγαν κι ήλθαν οι απεσταλμένοι του πρωθυπουργού την απόσταση Αθήνα Γουδή. Επιτέλους, ο Ράλλης κατάλαβε ότι δεν ήταν σε θέση να κουβεντιάζει. Στην πόλη, ήδη γίνονταν διαδηλώσεις και πανηγύρια. Τηλεφώνησε στον βασιλιά, τον πληροφόρησε ότι παραιτείται και του ζήτησε να αναθέσει την πρωθυπουργία στον Ζορμπά.

«Δεν είσαι καλά», ήταν το ζουμί της απάντησης του Γεωργίου.

Ο Ράλλης προθυμοποιήθηκε να ανέβει στο Τατόι.

Ο Γεώργιος τον έκοψε: «Άσε. Θα κατέβω εγώ».

Την ίδια ώρα, οι συνδεσμίτες είχαν αμοληθεί να βρουν κάποιον «αμόλυντο» από τα σκάνδαλα και τη ρεμούλα για πρωθυπουργό. Αποτάθηκαν στους πρώην «Ιάπωνες» Δημήτριο Γούναρη και Στέφανο Δραγούμη, που όμως αρνήθηκαν.

Βρήκε ευκαιρία να κάνει παιχνίδι ο έτερος των δηλιγιαννικών, Κυριακούλης Μαυρομιχάλης. Έστειλε ένα σημείωμα στον Ζορμπά γράφοντας ότι ασπάζεται τις αρχές του Συνδέσμου και θα τις υπηρετήσει, αν ο βασιλιάς του ανέθετε την πρωθυπουργία. Έβαλε και μερικούς άλλους να πλησιάσουν την αυλή και να διαμηνύσουν ότι θα στήριζε τον θρόνο, αν επιλεγόταν.

Θέμα θρόνου δεν έμπαινε σ’ εκείνη τη φάση, αλλ’ ο συγκεκριμένος υποψήφιος απολάμβανε την ανοχή και των δύο πλευρών. Παλάτι και Σύνδεσμος συμφώνησαν στο πρόσωπό του ως προσωρινού πρωθυπουργού. Ο Μαυρομιχάλης πίστεψε ότι τους είχε όλους τουμπάρει. Έστειλε νέο σημείωμα στον Ζορμπά, εκφράζοντας την επιθυμία του να τον έχει υπουργό Στρατιωτικών. Ο Ζορμπάς του απάντησε με τον γνωστό μετριοπαθή τρόπο του «να κόψει τις βλακείες».

Ο Μαυρομιχάλης άλλαξε τροπάριο. Με νέο σημείωμα, ζητούσε συνάντηση «για να συζητήσουν τα πρόσωπα του νέου υπουργικού συμβουλίου». Αντί γι’ απάντηση, έλαβε ένα χαρτί με τη λίστα των υπουργών που ενέκρινε ο Σύνδεσμος. Αυτή τη φορά, ο Κυριακούλης Μαυρομιχάλης κατανόησε πλήρως την κατάσταση.

Η απόσυρση

Η νέα κυβέρνηση ορκίστηκε στις 16 Αυγούστου. Υπουργός Στρατιωτικών ο συνταγματάρχης Λ. Λαπαθιώτης, Ναυτικών ο πλοίαρχος Ι. Δαμιανός.

* Στις 17, το πρώτο διάταγμα της νέας κυβέρνησης αμνήστευε τους επαναστάτες.

* Στις 19, έμπαιναν σε διαθεσιμότητα «τη αιτήσει τους» ο διάδοχος Κωνσταντίνος κι ο πρίγκιπας Νικόλαος. Με το ίδιο διάταγμα, στέλνονταν στη Γερμανία με «τριετή εκπαιδευτική άδεια» ο διάδοχος Κωνσταντίνος και οι πρίγκιπες Ανδρέας και Χριστόφορος.

* Στις 24, ο Κωνσταντίνος αναχωρούσε για την Ευρώπη μέσω Πάτρας και Κέρκυρας, όπου οι μοναρχικοί οργάνωσαν διαδηλώσεις. Στην Αθήνα, στρατός και συνδικάτα οργάνωσαν διαδηλώσεις υπέρ του Συνδέσμου. Το νερό έμπαινε στο αυλάκι.

Ο Ζορμπάς διέλυσε τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο και αποσύρθηκε στο στρατόπεδο. Έζησε να δει την Ελλάδα να γιγαντώνεται και να μεγαλουργεί, έγραψε τα «Απομνημονεύματά» του και μια δίτομη ιστορία του πολέμου του ’97 και πέθανε το 1920, χωρίς να προλάβει να νιώσει την πίκρα της μικρασιατικής καταστροφής.

Ο Βενιζέλος στην Αθήνα

Ο λοχαγός Κονταράτος έφτασε στην Κρήτη κομίζοντας απόρρητη επιστολή του Στρατιωτικού Συνδέσμου προς τον Ελευθέριο Βενιζέλο: Του ζητούσαν να αναλάβει την αποστολή να συμφιλιώσει την επανάσταση με τα ελληνικά κόμματα. Κι αν χρειαζόταν, να αναλάβει την ηγεσία του ανορθωτικού αγώνα. Η απάντησή του ήταν προσεκτικά διατυπωμένη:

«Ως τίθεται προ εμού το ζήτημα εν τη επιστολή ταύτη, αρνητική κατ’ αρχήν απάντησις εκ μέρους μου δεν είναι επιτετραμμένη. Αλλά δεν δύναμαι εξ άλλου ουδέ κατ’ αρχήν να δηλώσω ότι είμαι έτοιμος να αναλάβω την αρχήν, εφ’ όσον εγγυτέρα μελέτη της καταστάσεως δεν με πείσει ότι το συμφέρον του έθνους μοι επιβάλλει τούτο ως επιτακτικόν καθήκον...».

Παρά τη μυστικότητα που κάλυπτε τις διαπραγματεύσεις, το πράγμα διέρρευσε. Όταν, στις 28 Δεκεμβρίου του 1909, ο Βενιζέλος αποβιβαζόταν στον Πειραιά, βρήκε τα δημοσιογραφικά όργανα του παλατιού και των κομμάτων να προσπαθούν να δημιουργήσουν κλίμα.

Τους κατείχε ο φόβος ότι ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος θα τον επέβαλε πρωθυπουργό με τη δύναμη των όπλων. Ακόμα και η προσωπικότητά του τους φόβιζε, καθώς η επανάσταση στο Θέρισο αποδείκνυε ότι δεν δίσταζε να πάρει τα όπλα, αν πίστευε ότι αυτό θα ωφελούσε γενικότερα. Οι πολλοί όμως, λαός και ιθύνοντες, προσέβλεπαν σ’ αυτόν ως τον άνθρωπο που θα έφερνε τον εκσυγχρονισμό και την ανανέωση της πολιτικής ζωής.

Ο αιφνιδιασμός

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αιφνιδίασε και τους μεν και τους δε: Στην επαναστατική Επιτροπή του Στρατιωτικού Συνδέσμου είπε ότι ήταν λάθος να τα βάλουν με τα κόμματα και όχι με τον ανεύθυνο ρυθμιστή του πολιτεύματος (τον βασιλιά), ήταν δεύτερο λάθος ότι δεν επέβαλαν για ένα χρόνο δικτατορία και προσπαθούσαν να περάσουν την αλλαγή μέσω κομματικού μηχανισμού και θα ήταν τρίτο λάθος αν ο ίδιος γινόταν πρωθυπουργός.

Προσφέρθηκε να αναλάβει σύμβουλός τους και μεσολαβητής στα κόμματα για την επιστροφή στην ομαλότητα. Και υπέδειξε τον Στέφανο Δραγούμη ως πρωθυπουργό, για το διάστημα ως τη διενέργεια εκλογών για αναθεωρητική Βουλή.

Οι εκλογές έγιναν στις 10 Αυγούστου του 1910. Κάποιοι έβαλαν το όνομα του Βενιζέλου ως υποψήφιου ανεξάρτητου βουλευτή Αττικοβοιωτίας. Εκλέχτηκε με 32.765 ψήφους σε σύνολο 38.000 ψηφισάντων. Κι ακόμα, για πρώτη και τελευταία φορά στα χρονικά, εκλέχτηκαν άλλοι 164 ανεξάρτητοι, ενώ όλα μαζί τα κόμματα έβγαλαν 200 βουλευτές. Η εφημερίδα «Πατρίς» σχολίασε:

«Μία επανάστασις συνετελέσθη, όχι του στρατού πλέον αλλά του λαού. Του κυριάρχου. Επανάστασις ειρηνική. (...) Ο Βενιζέλος τι εκπροσωπεί; Ο Βενιζέλος είναι σύμβολον, είναι μία ιδέα. Ο αντικομματισμός είναι η ελπίς της Αναγεννήσεως».

Άρχιζε μια νέα εποχή.




28 Αυγούστου 1828: Ο Λέων Τολστόι


Τραγική μορφή στα χρονικά της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Λέων Τολστόι είναι ο άνθρωπος που πίστεψε όσο λίγοι στη χριστιανική αγάπη ως το μοναδικό μέσο πάλης κι έφτασε να αφοριστεί από την εκκλησία της πατρίδας του. Γεννήθηκε στη Ρωσία, στις 28 Αυγούστου 1828, από οικογένεια αριστοκρατών και πέρασε τα νεανικά του χρόνια διασκεδάζοντας και φοιτώντας στο πανεπιστήμιο Καζάν. Σύντομα, όμως, ένιωσε την αντίφαση ανάμεσα στον τρόπο που ζούσε και στις φιλελεύθερες ιδέες που τον συνάρπαζαν. Επαναστάτης με δράση δεν έγινε ποτέ. Αρχικά, βρήκε καταφύγιο στον εσωτερικό του κόσμο, μια και το επάγγελμα που είχε διαλέξει, ήταν στρατιωτικός.

Παραιτήθηκε από τον στρατό όπου υπηρετούσε υπολοχαγός, κατατάχτηκε πάλι όταν ξέσπασε ο Κριμαϊκός πόλεμος και έγραψε το βιβλίο «Διηγήσεις της Σεβαστούπολης», με το οποίο καθιερώθηκε ως μεγάλος συγγραφέας με παγκόσμια αναγνώριση. Ο αγώνας για την κατάργηση της δουλοπαροικίας στην πατρίδα του τον συνεπήρε: Στα 1855, έγραψε το περίφημο έργο του «Πολικούσκα» κι έφυγε δυο φορές σε ταξίδια στην Ευρώπη. Από το 1861, αποσύρθηκε στο οικογενειακό του κτήμα, στη Γιασνάγια Πολιάνα, όπου αφιερώθηκε στο κίνημα κατά της δουλοπαροικίας. Στα 1862, σε ηλικία 34 χρόνων, ερωτεύτηκε την δεκαπεντάχρονη Σοφία Μπερς και την παντρεύτηκε.

Η επόμενη δεκαετία πρόσφερε στην παγκόσμια λογοτεχνία τα δύο αθάνατα έργα του: Το «Πόλεμος και Ειρήνη» (1864) και το «Άννα Καρένινα» (1874). Τον χτύπησαν, όμως, οικογενειακές ατυχίες και κοινωνικές αδικίες, κάνοντάς τον να στραφεί σε αναζήτηση νέων προτύπων. Η χριστιανική αγάπη, ο ασκητισμός και η ανεξικακία έγιναν η σημαία του. Σ’ αυτή την περίοδο ανήκουν τα έργα του «Κράτος του ζόφου» και «Ευαγγέλια», με τα οποία κηρύσσει τη μη αντίσταση κατά του κακού. Με τη διδασκαλία του αυτή, βόλευε αφάνταστα, αν και αθέλητα, την απολυταρχία και την αντίδραση καθώς απέκλειε κάθε σκέψη για επανάσταση.

Σιγά σιγά, νέα ενδιαφέροντα παρουσιάστηκαν στη ζωή του. Η παιδαγωγική και η μόρφωση των παιδιών τον γέμισαν. Αφιερώθηκε σ’ αυτές και στρώθηκε στη μελέτη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι είναι ανοησία να προσπαθήσει κάποιος να συγγράψει, αφού υπάρχουν οι αξεπέραστοι αρχαίοι Έλληνες κλασικοί. Παρ’ όλα αυτά, στα 1900, παρουσίασε το έργο του «Ανάσταση» που τον έκανε δημοφιλέστατο. Το ίδιο όμως αυτό βιβλίο προκάλεσε την οργή της Ιεράς Συνόδου, που τον αφόρισε. Τα γεγονότα του 1905 και η περίοδος της καταστολής που ακολούθησε, τον εξόργισαν. Ξέχασε τη θεωρία της μη αντίστασης κι έγινε σημαιοφόρος της πάλης ενάντια στην αδικία. Ο θάνατος τον βρήκε στις 20 Νοεμβρίου 1910, ενώ ταξίδευε με το τρένο.