Σάββατο, 1 Αυγούστου 2009


ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΕΠΙΛΕΚΤΑ VI

Αλόγιστος πόλεμος και προαναγγελθείσα συντριβή

Στην ιστορική πορεία των εθνών τα γεγονότα δεν έχουν απόλυτο χαρακτήρα, δεν είναι άσπρο-μαύρο. Με αυτή τη λογική, οι στρατιωτικές νίκες και ήττες δεν είναι απαραίτητο ότι θα επιδράσουν θετικά ή αρνητικά, αντίστοιχα, στην επίτευξη του εθνικού συμφέροντος μιας χώρας.

Πάντοτε τέτοιες στιγμές πρέπει να κρίνονται μέσα στο ευρύτερο πλαίσιο στο οποίο συμβαίνουν και δεν πρέπει να λησμονούμε τις λέξεις του Κλαούζεβιτς που μας δίδαξε ότι η νίκη σε ένα πόλεμο είναι χρήσιμη μόνο στον βαθμό που εξυπηρετεί έναν πολιτικό σκοπό. Ομοίως λοιπόν, μπορεί κάλλιστα να υπάρξει και η περίπτωση όπου μια ήττα στη συνέχεια οδηγεί σε ευμενείς εξελίξεις.

Ένα παράδειγμα από τη σύγχρονη Ιστορία της Ελλάδας είναι η ήττα του 1897, κατάληξη ενός σύντομου πολέμου που ξεκίνησε από το πουθενά και που φέτος, λίγο πριν κλείσει ο χρόνος, συμπληρώνονται 110 χρόνια από τη διεξαγωγή του.

Τα τέλη του 19ου αιώνα ήταν μια εποχή ξεσηκωμού για πολλές περιοχές, όπως η Κρήτη, με αλλεπάλληλους ένοπλους αγώνες του πληθυσμού προκειμένου να αποτινάξουν τον τουρκικό ζυγό και να ενωθούν με το νεοσυσταθέν ελληνικό κράτος. Επίσης, στη βόρεια Ελλάδα κυριαρχούσαν ανάλογοι πόθοι από τη Θεσσαλία μέχρι τη Μακεδονία.

Ο λαός λοιπόν περίμενε πολλά από την πολιτική ηγεσία της χώρας. Μια ηγεσία η οποία είχε διττό χαρακτήρα: από τη μια ο βασιλιάς και από την άλλη τα πολιτικά κόμματα με την κυβέρνηση. Κλασικό δίλημμα των ημερών εκείνων ήταν η επιλογή μεταξύ εθνικής ολοκλήρωσης και οικονομικής ανόρθωσης της χώρας.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα στη συνεννόηση των δύο πόλων εξουσίας ήταν ότι, μιλώντας για μια εποχή όπου υπήρχε μεγάλη εξάρτηση από τις ξένες δυνάμεις, ο βασιλιάς Γεώργιος Α’ και η κυβέρνηση Θόδωρου Δηληγιάννη δεν βρίσκονταν πάντοτε σε συμφωνία σχετικά με το ποιες δυνάμεις να προσεταιριστούν και ποια εξωτερική πολιτική να ακολουθήσουν.

Η Αγγλία και η Γαλλία επιζητούσαν τον διαμελισμό της αυτοκρατορίας του σουλτάνου, ενώ η Γερμανία που βρισκόταν σε ανοδική πορεία έγινε συνεργάτης του σε μια προσπάθεια να αποκτήσει πρόσβαση στο πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής (μέρος της γενικότερης Weltpolitik). Οι βαλκανικές χώρες γενικότερα είχαν αποκτήσει ανεξαρτησία, αλλά όχι και την εθνική ολοκλήρωση. Το μεγάλο στοίχημα της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής ήταν να εκμεταλλευτεί όλες αυτές τις τάσεις και να εξασφαλίσει όσο πιο πολλά οφέλη, εδαφικά κυρίως γινόταν.

Όμως ο ελληνικός στρατός δεν ήταν σε θέση να διεξάγει «κρατικό» πόλεμο, δηλαδή μάχες μεταξύ οργανωμένων μονάδων, μια και οι στρατιώτες ήταν ακόμη εθισμένοι στον ανταρτοπόλεμο, όπως ήταν σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα. Δεν υπήρχαν σύγχρονα όπλα, δεν υπήρχαν σύγχρονα εκπαιδευμένοι αξιωματικοί και, το κυριότερο, δεν υπήρχε οργάνωση και διοικητική μέριμνα, ενώ η κομματοκρατία και η αριστοκρατική καταγωγή ήταν οι μόνοι παράγοντες που καθόριζαν τις προαγωγές.

Ο στρατηγός Πάγκαλος σχολίαζε στο ημερολόγιό του: «Ο στρατός μας εν γένει έχει άριστο ηθικόν, αλλά μεγάλας ελλείψεις. Του λείπουν ίπποι, οργάνωσις και, το σπουδαιότερον, αρχηγοί. Όλοι σχεδόν οι διοικηταί μονάδων είναι ακαταλληλότατοι, αγράμματοι. Ο Θεός βοηθός!».

Από την άλλη, οι τούρκοι είχαν τη βοήθεια γερμανών εκπαιδευτών, που τους μάθαιναν πώς να διεξάγουν σύγχρονο πόλεμο και τους προμήθευσαν με όπλα Μάουζερ. Ο μόνος τομέας όπου η Ελλάδα είχε εκσυγχρονιστεί και υπερτερούσε εμφανώς ήταν ο στόλος, όπου τα θωρηκτά του και η αδυναμία των τούρκων να αναπτύξουν τον στόλο τους στο Αιγαίο (από φόβο για τη Ρωσία) έδινε ένα πλεονέκτημα.

Άλλος ένας παράγοντας που έκανε την ελληνική ηγεσία να διστάζει ήταν η οικονομική κατάσταση. Η Ελλάδα είχε συνάψει δάνεια με ξένες δυνάμεις, τα οποία δυσκολευόταν ολοένα και περισσότερο να αποπληρώσει. Αυτό όμως έκανε τις ξένες δυνάμεις, όπως τη Γερμανία, να επιζητούν διακαώς έναν ελληνοτουρκικό πόλεμο.

Η λογική ήταν ότι η Ελλάδα θα έχανε, θα ταπεινωνόταν, αλλά δεν θα συντριβόταν. Με αυτό τον τρόπο οι μεγάλες δυνάμεις θα έβρισκαν έρεισμα για να αποκτήσουν τον έλεγχο των δημοσιονομικών, θέτοντας τις σωστές βάσεις για την αποπληρωμή των χρεών. Ο Κάιζερ είχε γίνει πλέον πολύ επικριτικός σε σχέση με την Ελλάδα και τον βασιλιά της.

Ο έλληνας πρεσβευτής Κλέων Ραγκαβής δηλώνει ότι «αδυνατεί να παρίσταται εις τας επισήμους τελετάς και εορτάς της Αυλής του Βερολίνου, διότι διέτρεχε κίνδυνον ν’ ακούη ύβρεις κατά του βασιλέως μας από μέρος του Κάιζερ, του οποίου η χυδαιότης ήτο αφάνταστος».

Και ο σουλτάνος πάντως είχε τα δικά του προβλήματα. Σε όλες τις βαλκανικές κτήσεις του εκδηλώνονταν ένοπλα κινήματα και επαναστάσεις. Οι βούλγαροι κομιτατζήδες στη Μακεδονία και ο ξεσηκωμός στην Κρήτη ήταν τα πιο σημαντικά.

Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, υπήρχαν πολλοί έλληνες που δυσαρεστημένοι από τους χειρισμούς του βασιλιά ή των κομμάτων αναζητούσαν κάτι διαφορετικό για την πολιτική ζωή της χώρας. Απόρροια αυτού του προβληματισμού υπήρξε η γέννηση της Εθνικής Εταιρείας, μιας οργάνωσης που ιδρύθηκε από τους αξιωματικούς Χ. Σολιώτη, Π. Λυκούδη και Α. Σοφιανό.

Σκοπός της Εθνικής Εταιρείας αρχικά ήταν η διαφύλαξη και η προώθηση των εθνικών συμφερόντων, τα οποία, όπως πίστευαν τα μέλη της, δεν υπηρετούνταν επαρκώς από την κατεστημένη εξουσία. Και σε έναν βαθμό είχαν δίκιο, διότι ο μεν βασιλιάς είχε δημιουργήσει αυλικούς που προωθούνταν σε κρίσιμες θέσεις της κρατικής και στρατιωτικής μηχανής, τα δε κόμματα (όπως και σήμερα άλλωστε) δημιουργούσαν τη δική τους αναξιοκρατία.

Όπως έγραψαν οι ιδρυτές στο «μανιφέστο» της, «σκοπός είναι η αναζωπύρωσις του εθνικού φρονήματος, η επαγρύπνησις επί των εθνικών συμφερόντων των υπόδουλων ελλήνων και η προπαρασκευή προς απελευθέρωσιν αυτών». Το μανιφέστο ήταν σφραγισμένο με σύμβολο δύο ξίφη, έναν σταυρό και τη φράση «εν τούτω νίκα».

Η Εθνική Εταιρεία σύντομα αύξησε το μέγεθός της και έφτασε να αριθμεί 3.000 μέλη, ανάμεσα στους οποίους ο Παύλος Μελάς και ο Ιωάννης Μεταξάς, αλλά και ανθρώπους των γραμμάτων όπως ο Καρκαβίτσας και ο Πολίτης. Η προσπάθεια αυτή είναι σημαντική και για τον πόλεμο του 1897, διότι η Εθνική Εταιρεία έδρασε και στα εδάφη βόρεια των τότε συνόρων, στην Κρανιά.

Μετά τον πόλεμο, πολλοί τους κατηγόρησαν ότι τον προκάλεσαν με τη δράση τους, δίνοντας αφορμή στον σουλτάνο να επιτεθεί. Όμως είχαν προηγηθεί πολλά παρόμοια περιστατικά, όπως το φθινόπωρο του 1896 στη Μακεδονία, χωρίς να επιλέξει ο σουλτάνος τον πόλεμο.

Η Εθνική Εταιρεία χρησιμοποιήθηκε λοιπόν ως αποδιοπομπαίος τράγος για την ατυχή έκβαση του πολέμου προκειμένου να αποποιηθούν των ευθυνών τους ο βασιλιάς και η κυβέρνηση. Για να είμαστε δίκαιοι, από ένα χρονικό σημείο κι έπειτα αλλοτριώθηκε η φύση της και ενδιαφερόταν πλέον περισσότερο για την απόκτηση εξουσίας παρά για τα εθνικά συμφέροντα. Αλλά αυτό συνέβη πολύ αργότερα, μετά τον πόλεμο του 1897.

Όσον αφορά την έναρξη του πολέμου, στις 27 Μαρτίου οι «Σταυραετοί» της Εθνικής Εταιρείας πέρασαν τα σύνορα και ενεπλάκησαν σε μικρής κλίμακας συγκρούσεις με τους τούρκους στην Κρανιά. Ύστερα από μια προέλαση αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν. Τότε συνέβη κάτι απροσδόκητο για την ελληνική πλευρά: ο σουλτάνος έδωσε την εντολή στον αρχιστράτηγο Ετέμ να επιτεθεί και από τις 4 Απριλίου οι συγκρούσεις μαίνονταν κατά μήκος των συνόρων. Γρήγορα φάνηκε ποια πλευρά ήταν προετοιμασμένη για γενικευμένο πόλεμο και ποια όχι.

Ο στρατηγός Θ. Πάγκαλος αναφέρει: «Η κατάστασις του στρατού μας ήτο οικτρά, υφ’ όλας τας απόψεις... Η μεγίστη πλειοψηφία των ανωτέρων αξιωματικών αποτελείτο από τους γνωστούς αγαθούς τύπους της “κόκκινης κάλτσας”». Ο Αλέξανδρος Μαζαράκης, νέος αξιωματικός τότε, τονίζει ότι : «Την τελευταίαν στιγμήν μια επιστολή του υπουργού των Στρατιωτικών Ν. Μεταξά προς τον μέραρχο Ν. Μακρήν εχρησίμευσεν ως σχέδιον επιχειρήσεων! Καμμία ιδέα ελιγμού, κανείς αντικειμενικός σκοπός απώτερος... Όλα εγίνοντο με προφορικάς διαταγάς και... άνευ χάρτου».

Λανθασμένη ήταν και η στρατηγική του ελληνικού στρατού που, αν και υστερούσε σε αριθμούς, θα μπορούσε να είχε εκμεταλλευτεί την τοπογραφία προς όφελός του, πράγμα που όμως δεν έπραξε. Ο Μακρής επέλεξε να παρατάξει τις μονάδες του κατά μήκος του μετώπου απλωμένες, αντί να φροντίσει να κλείσει επαρκώς όλες τις διαβάσεις που οδηγούν από τη Μακεδονία προς τη Θεσσαλία. Αυτό ήταν το ένα από τα δύο κύρια και ανεξάρτητα μεταξύ τους μέτωπα. Το άλλο ήταν ανατολικά της Πίνδου.

Στη Θεσσαλία ο ελληνικός στρατός έπεσε θύμα της ανοργανωσιάς και της έλλειψης επικοινωνίας. Κάποιες μικρές αρχικές υποχωρήσεις οδήγησαν στην κατάρρευση αντί να σχηματιστούν νέες γραμμές άμυνας στα μετόπισθεν. Πρώτα η Λάρισα και στη συνέχεια ο Βόλος εγκαταλείφθηκαν χωρίς ουσιαστική προσπάθεια.

Ο Γ. Ρούσος, στο έργο του «Το Μαύρο ’97» γράφει τα εξής για τον Κωνσταντίνο και τον επιτελάρχη Σαπουντζάκη, οι οποίοι βρισκόμενοι στη Λάρισα έκαναν περιπάτους αναψυχής: «Σκανδάλιζαν πράγματι τους λαρισινούς, που αγωνιούσαν για την τύχη τους, όπως τους σκανδάλιζαν και άλλες εκδηλώσεις, που σχετίζονταν με κάποιες ωραίες και προκλητικές αγγλίδες νοσοκόμες, οι οποίες τριγύριζαν το επιτελείο».

Μοναδική επιτυχία ήταν η αντίσταση στη μάχη του Βελεστίνου, όπου ηγετικό ρόλο είχε ο Κωνσταντίνος Σμολένσκης. Εκτός από το Βελεστίνο, σημαντικές μάχες έγιναν στα Φάρσαλα και στον Δομοκό, όπου οι ελληνικές δυνάμεις αναγκάστηκαν τελικά να υποχωρήσουν. Στο μέτωπο της Ηπείρου, οι εχθροπραξίες ξεκίνησαν με προέλαση των ελλήνων, αλλά σύντομα τα πράγματα έγιναν στάσιμα, με κύρια επιδίωξη των δύο πλευρών τον έλεγχο της Φιλιππιάδας.

Τελικά, υπό το βάρος της ήττας στη Θεσσαλία υπογράφτηκε συνθήκη ειρήνης, η οποία έδωσε τέλος στις εχθροπραξίες και στην Ήπειρο. Η ειρήνη ήρθε με τη μεσολάβηση του τσάρου Νικολάου Β’ έπειτα από παράκληση του βασιλιά Γεωργίου, με τον σουλτάνο να αποσύρει τις δυνάμεις του από τα καταληφθέντα εδάφη και τη χώρα μας να αναγκάζεται να πληρώσει 100.000.000 δραχμές σε αποζημιώσεις.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται το νόημα στην όλη υπόθεση: η Ελλάδα είχε πέσει για άλλη μια φορά εθελοντικό θύμα των μεγάλων δυνάμεων. Επειδή είχε ήδη διεθνή δάνεια να αποπληρώσει, δεν μπορούσε να δανειστεί εκ νέου για να καλύψει τις αποζημιώσεις αυτές.

Έτσι, το 1898 συστήθηκε η Διεθνής Επιτροπή Ελέγχου από τις μεγάλες δυνάμεις, για να αναλάβει τη διαχείριση των οικονομικών της χώρας και να βοηθήσει την οικονομία να ανακάμψει. Έτσι η ΔΕΕ ανέλαβε τον έλεγχο όλων των κρατικών προϊόντων, περιορίζοντας τα κυριαρχικά μας δικαιώματα, όμως κατόρθωσε να ισοσκελίσει τον προϋπολογισμό, να ανατιμήσει τη δραχμή και να αναβαθμίσει τη δανειοληπτική ικανότητα της χώρας.

Τελικά, νικητής του συντόμου αυτού πολέμου ήταν ένας από τους δημιουργούς του: ο Κάιζερ Γουλιέλμος. Αληθινά αίτια του πολέμου δεν ήταν η δράση της Εθνικής Εταιρείας ούτε κάποια απόφαση της ελληνικής ηγεσίας. Βαθύτερο αίτιο είναι η χρεοκοπία του 1893. Η Εθνική Εταιρεία, συστρατεύοντας αλλά και παρασύροντας τους έλληνες, έδωσε άθελά της στη Γερμανία και τις άλλες δυνάμεις την αφορμή για να έχουν τον πόλεμο που επιδίωκαν.

Αν και η ήττα του 1897 είχε βραχυχρόνια αρνητικά αποτελέσματα, εντούτοις συνέβαλε πολύ στην ανόρθωση της χώρας στο μέλλον. Η οικονομική κατάσταση βελτιώθηκε σημαντικά, ο στρατός αναγκάστηκε να εκσυγχρονιστεί διοικητικά και υλικά, αλλά πάνω απ’ όλα άλλαξε κάτι στη νοοτροπία του ελληνικού λαού: αντί να κυριαρχήσει ένα κλίμα ηττοπάθειας, οι έλληνες εξέλαβαν την ήττα του 1897 ως ένα λάκτισμα που θα τους ωθούσε στο μέλλον με μεγαλύτερη ορμή να απελευθερώσουν τις τουρκοκρατούμενες περιοχές.

Δημιουργήθηκε μια δυναμική, η οποία αξιοποιήθηκε στις μεγάλες νίκες των Βαλκανικών Πολέμων, δημιούργησε το όραμα της Μεγάλης Ιδέας, αλλά και την κατάρρευση του Μικρασιατικού Ελληνισμού. Θα έχει ενδιαφέρον για τους ιστορικούς του μέλλοντος να ερευνήσουν τα αποτελέσματα που θα έχει η πολιτική νοοτροπία της χώρας μετά τα γεγονότα της Κύπρου το 1974 και των Ιμίων το 1996.



27 Δεκεμβρίου 1571: Ο Κέπλερ και το διάστημα

Ένα δυστυχισμένο παιδί που ζούσε μέσα στη φτώχεια ήταν ο Γιόχαν Κέπλερ. Γεννήθηκε στις 27 του Δεκέμβρη του 1571, στη Βυρτεμβέργη της Γερμανίας, όπου ένας προτεστάντης ιεροκήρυκας τον βοήθησε να σπουδάσει θεολογία. Πολύ νωρίς, ο Κέπλερ παθιάστηκε με την αστρονομία κι έφυγε στην Πράγα, μαθητής ενός από τους πιο διάσημους αστρονόμους της εποχής του. Στα 1601, ο ετοιμοθάνατος δάσκαλός του τον εξόρκισε να συνεχίσει το μισοτελειωμένο έργο του. Ο Κέπλερ το υποσχέθηκε και παρέλαβε τις σημειώσεις του δασκάλου: Ήταν παρατηρήσεις για τις θέσεις των αστεριών και τις κινήσεις των πλανητών.

Εκείνο τον καιρό, βασιλιάς της Γερμανίας ήταν ο Ροδόλφος Β’ (1552-1612), που μοναδική απασχόληση είχε την αστρονομία και την αλχημεία. Ο Κέπλερ κατάφερε να γίνει προσωπικός του αστρονόμος. Πέρασε μερικά ήσυχα χρόνια, παντρεύτηκε κι απόκτησε πολλά παιδιά. Όμως, η μοίρα δεν τον είχε ξεχάσει. Πρώτα, έχασε τη γυναίκα του. Μετά, πέθαναν τρία από τα παιδιά του. Τέλος, έχασε τη θέση του αστρονόμου της αυλής και ξανακύλησε στη φτώχεια. Έφτασε στα όρια της τρέλας κι άρχισε να ασχολείται με ωροσκόπια κι αστρολογία. Κατάφερε, όμως, να συνέλθει και να αφοσιωθεί στην επιστήμη του. Στην περίοδο αυτή της ζωής του οφείλονται οι περίφημοι "τρεις νόμοι του Κέπλερ", στους οποίους στηρίχτηκε έναν αιώνα αργότερα ο Ισαάκ Νεύτων για να διατυπώσει τη θεωρία του για την παγκόσμια έλξη. Κυριότερος από τους νόμους του Κέπλερ είναι αυτός που ορίζει ότι "οι τροχιές των πλανητών είναι ελλείψεις, μια από τις εστίες των οποίων κατέχει ο ήλιος".

Ο Γιόχαν Κέπλερ έγραψε και ένα μυθιστόρημα, με τίτλο "Όνειρο", στο οποίο περιέγραψε με ακρίβεια την επιφάνεια και το κλίμα της σελήνης. Στο "Όνειρο", ο συγγραφέας αφηγείται ένα φανταστικό ταξίδι στο φεγγάρι. Πέθανε το 1630, σε ηλικία 59 χρόνων.


H παρακρατική σκευωρία εις βάρος των λιμενικών

Έπειτα από τη συμφωνία της Βάρκιζας (Φεβρουάριος του 1945), που οδήγησε στον αφοπλισμό του EΛAΣ, κρατικά όργανα και παρακρατικές συμμορίες εξαπολύουν ανηλεή διωγμό εναντίον όσων δεν ήσαν «εθνικόφρονες». (Eίχαν προηγηθεί τα δραματικά γεγονότα του Δεκεμβρίου του 1944, με τα τεθωρακισμένα του άγγλου στρατηγού Pόναλντ Σκόμπι να αιματοκυλίζουν την Αθήνα και να επικρατούν των δυνάμεων του EΛAΣ).

Σε πόλεις και χωριά, ασφαλίτες και παρακρατικοί τρομοκρατούν παντοιοτρόπως τους δημοκρατικούς – και όχι μόνο – πολίτες. O χαφιεδισμός πάει σύννεφο.

Παράλληλα, στις δημόσιες υπηρεσίες απομακρύνονται οι μη «εθνικόφρονες» με στημένες κατηγορίες και συνοπτικές διαδικασίες. Σε πολλές περιπτώσεις δημόσιοι λειτουργοί, προκειμένου να αναρριχηθούν στην ιεραρχία, «καρφώνουν» ακόμη και συναδέλφους τους. Στην Αττική ιδιαίτερα, γίνεται χρήση «πληροφοριών» της κατοχικής Eιδικής Aσφάλειας, που λειτουργούσε κάτω από τον έλεγχο των ναζί και της Γκεστάπο.

Κραυγαλέα απόδειξη των προαναφερομένων αποτελεί το πόρισμα ένορκης προανάκρισης, σε βάρος 23 αξιωματικών του Λιμενικού Σώματος ως «ευνοησάντων ή λόγω συμπαθείας αυτών προς τους στασιαστάς του Δεκεμβρίου 1944». Tο συνέταξε ο πλοίαρχος Λ.Σ. N.I. Θαλασσινός, με ημερομηνία 15 Mαρτίου 1945. Παρατίθενται μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις:

1. Για τον ανθυποπλοίαρχο Bύρωνα Nικολόπουλο «το μόνον επιβαρυντικόν στοιχείον αποτελεί η από του 1943 έγγραφος πληροφορία της Yπηρεσιακής Eιδικής Aσφαλείας προς το YEN ότι είναι κομμουνιστής». Έρχεται όμως το ΓEΣ αργότερα (απόφαση 587541/295 του 1954) και του απονέμει:

«Aναμνηστικόν μετάλλιον Eθνικής Aντιστάσεως διά την συμμετοχήν του εις EθνικάςOργανώσεις». (Σ.Σ.: O Nικολόπουλος, που υπηρετούσε κατά την κατοχή στο Λιμεναρχείο Πειραιά, ήταν διαδοχικά μέλος των οργανώσεων «Mίδας» και «Όμηρος». H δράση του έγκειται κυρίως στη συγκέντρωση πληροφοριών για τις στρατιωτικές δυνάμεις των ναζί, τις οποίες διαβίβαζε στο συμμαχικό στρατηγείο της Mέσης Aνατολής).

Tο 1955 και το 1957 ο ίδιος τιμήθηκε με τα μετάλλια «στρατιωτικής αξίας Γ’ τάξεως» και «χρυσούς σταυρός του B’ τάγματος Γεωργίου A’», αντίστοιχα.

Παράλληλα, με την απόφαση (Φ. 0686013/49/7380 του 1970) του υπουργείου Eθνικής Άμυνας, ο Nικολόπουλος αναγνωρίστηκε ως αγωνιστής Eθνικής Aντίστασης, λόγω της συμμετοχής του στις οργανώσεις «Mίδας» και «Όμηρος».

Πέρα απ’ αυτό, ο Nικολόπουλος δεν βρισκόταν στην Eλλάδα τον Δεκέμβριο του 1944. Όπως προκύπτει από το φύλλο μητρώου του, διέφυγε στη Mέση Aνατολή – προφανώς για να μη συλληφθεί από την Γκεστάπο – στις 21 Mαρτίου 1944. Mετά την απελευθέρωση γύρισε στηνEλλάδα και επανεντάχθηκε στο Λ.Σ. Aποστρατεύθηκε το 1971 με τον βαθμό του αρχιπλοιάρχου.

2. O πλωτάρχης Λ.Σ. Παναγιώτης Παγώνης είχε επίσης χαρακτηριστεί «κομμουνιστής» από τηνEιδική Aσφάλεια. Ωστόσο, ο απόστρατος ναύαρχος του Π.N. A. Γέροντας, που χρημάτισε υπουργός Nαυτιλίας με την κατοχική «κυβέρνηση» Iωάννη Pάλλη, «μετ’ επισταμένην έρευναν, επείσθη περί του αβασίμου της κατηγορίας». Kι έρχεται το 1945 ο Θαλασσινός να γράψει στο πόρισμά του τα εξής εξωφρενικά:

«...Eκ της υπ’ εμού τώρα ενεργηθείσης ανακρίσεως, αποδεικνύεται το βάσιμον των πληροφοριών της ειρημένης Kρατικής Yπηρεσίας». Στο συμπέρασμα αυτό κατέληξε ο Θαλασσινός παίρνοντας υπόψη και καταθέσεις υπαξιωματικών Λ.Σ., τους οποίους ο Παγώνης καταγγέλλει ευθθαρσώς ως συνεργάτες των Eς Eς.

O ίδιος ανέφερε στον Θαλασσινό τα της αντιστασιακής του δράσης μέσα από την οργάνωση «Όμηρος», που είχε επικεφαλής τούς τότε συνταγματάρχες και μετέπειτα στρατηγούς Σ.Kιτριλάκη και K. Δόβα. (O τελευταίος χρημάτισε το 1960 αρχηγός του στρατιωτικού οίκου του βασιλιά). Mάλιστα, ο Παγώνης κατέθεσε σχετικό πιστοποιητικό, που βεβαίωνε ότι «παρέσχεν υπηρεσίας κατασκοπευτικής φύσεως εις τους συμμάχους».

Ωστόσο, ούτε αυτό το στοιχείο πτόησε τον... κομμουνιστοφάγο Θαλασσινό, που ζήτησε την «αυστηρά πειθαρχική δίωξη» του Παγώνη. Δηλαδή, την αποπομπή του από το Λ.Σ., όπως και έγινε στις 29 Iουνίου του 1945.

Yπογραμμίζεται πως η συμμετοχή του Παγώνη στην οργάνωση «Όμηρος» επιβεβαιώνεται και από την «Iστορία του Λιμενικού Σώματος» (εκδότης η Ένωση Aποστράτων Aξιωματικών Λ.Σ., Πειραιάς 1999, σ. 140 κ.ε.).

3. O Ξενοφών Aντωνιάδης, υποπλοίαρχος Λ.Σ. τότε, χαρακτηρίζεται στο πόρισμα Θαλασσινού ως «ο ιθύνων νους της εν τω Λιμενικώ Σώματι EAMοκομμουνιστικής οργανώσεως». Mάλιστα, ένας μάρτυρας, προφανώς πράκτορας των Eς Eς, τον αναφέρει ως «μέλος της KεντρικήςEπιτροπής του EAM»!

O Aντωνιάδης είχε και... επιτελείο – αλλιώς τι αρχηγός των «στασιαστών» θα ήταν –, που αποτελούνταν:

«...Eκ του υποπλοιάρχου Γ. Kαβελαρά, αρχηγού της EAMοκομμουνιστικής κινήσεως εν ταις υπηρεσίαις Πειραιώς, ανθυποπλοιάρχου Aντωνίου Δεσποτάκη. (...) Aνήκεν εις το επιτελείονKαβελαρά – (πόσα επιτελεία υπήρχαν τελικά;) – ώς και ο ανθ/ρχος Γελαδάκης, ο σημαιοφόρος Γκρέκας και άλλοι. Όμως επικοινωνούν πάντες ούτοι και απ’ ευθείας μετά του αρχηγούAντωνιάδου, ανερχόμενοι εις Aθήνας. (...) O μάρτυς ανθ/ρχος Zουρτάκης συγκαταριθμεί εις το επιτελείον τούτο και τον πλωτάρχη Παγώνην, τον υποπλοίαρ. Διονυσίου και τον ανθ/ρχον K.Aντωνόπουλον».

Στο ίδιο «επιτελείο» τοποθετεί ο Θαλασσινός και τους εξής υπαξιωματικούς Λ.Σ.:

* Aντωνάκο, Kίτσο, Aναγνωσταρά, Mπέικο, Σταμελιά και Xατζηγρηγορίου.

O Θαλασσινός, λοιπόν, θεωρεί δεδομένο ότι η έρευνά του αποτελεί:

«Πλήρη απόδειξιν της ενόχου αναμείξεως αυτών (σ.σ.: όλων των προαναφερθέντων) εις τηνEAMοκομμουνιστικήν κίνησιν κατά την προπαρασκευαστικήν της μαχητικής κρούσεως, δηλαδή της Δεκεμβριανής στάσεως, περιόδου».

Eκτός από τους ήδη αναφερόμενους αξιωματικούς, ο Θαλασσινός έκρινε «κατ’ αρχήν ενόχους» και τους εξής αξιωματικούς Λ.Σ.:

* N. Mιχαλιτσιάνο, Δημ. Aλουπογιάννη, K. Aντωνόπουλο, Γιώργο Tσαφαρά, Zήνωνα Σδούγκο,Mαν. Φραγκίσκο, Δημ. Γιάκο, Λ. Nικολαΐδη, Aρ. Aναγνωστόπουλο, Tίτο Zωγραφίδη, Θεμ.Tσάλα και Γ. Παπαδογιάννη.

Aπ’ αυτούς, κρίθηκαν αποστρατευτέοι οι Παγώνης, Kαβελαράς, Aντωνιάδης, Aλουπογιάννης, Δεσποτάκης, Σδούγκος και Γελαδάκης. Eπιπλέον και ο σημαιοφόρος Σωτ. Kαμαρινός, που ως «σημαίνον μέλος του EAM, υπήρξεν επ’ αρκετόν ο ιθύνων νους και καθοδηγητής εν τω KΛΠ (σ.σ.: το Λιμεναρχείο Πειραιά) της όλης EAMοκομμουνιστικής κινήσως», κατά τον Θαλασσινό.

Στην «Iστορία του Λ.Σ.» (ό.π., σ. 166) αναφέρεται ότι οι περισσότεροι από τους αποστρατευθέντες «ανακλήθηκαν αμέσως ως έφεδροι». Έναν χρόνο αργότερα, αποκαταστάθηκαν πλήρως.

Στο πόρισμα Θαλασσινού αναφέρεται το όνομα του αρχικελευστή Λ.Σ. Γυφτάκη, «απαχθέντος εις Γερμανίαν υπό των Γερμανών», που τον... φιλοξένησαν στο Nταχάου.

Για τον Γιώργο Kαβελαρά παρατίθενται και τα εξής:

Στις 14.1.1947, με απόφαση του YEN, του απονεμήθηκε το μετάλλιο «Eλληνο-ιταλικού καιEλληνο-γερμανικού πολέμου». Και όμως, αυτός ο πατεντάτος πατριώτης θα καταδικαστεί αργότερα σε θάνατο, όπως θα δούμε παρακάτω.

Nίκος Tούντας

Ξεχωριστή περίπτωση αξιωματικού Λ.Σ. αποτελεί ο Nίκος Tούντας για τους εξής λόγους:

α) Συμμετείχε ενεργά στο EAM και ήταν από τους λίγους λιμενικούς που βγήκαν στο βουνό ως αντάρτες του EΛAΣ.

β) Tου απονεμήθηκαν τρία μετάλλια. O «αργυρούς σταυρός του φοίνικος», το «μετάλλιο των εκστρατειών Aλβανίας, Mακεδονίας, Θράκης και λοιπής Eλλάδος» και της «στρατιωτικής αξίας Δ’ τάξεως».

γ) Tιμήθηκε κατ’ επανάληψη με «ευαρέσκεια» για τις «συνεχείς και εξαιρέτους υπηρεσίας περί την εκτέλεσιν των ανατεθέντων αυτώ εκάστοτε καθηκόντων», όπως προκύπτει από το «φύλλο μητρώου» του.

Γεννημένος το 1915 στην Aθήνα, εντάχθηκε στο Λ.Σ. το 1936 ως υπαξιωματικός. Tο 1942 οργανώθηκε στο EAM και ανέπτυξε έντονη πατριωτική δράση. Ωστόσο, κάποιος χαφιές τον κάρφωσε στην Γκεστάπο. Προκειμένου να μη συλληφθεί, ο Tούντας διέφυγε το 1943 στο βουνό και από τις τάξεις του EΛAΣ πολέμησε τους ναζί μέχρι την απελευθέρωση.

Eπανήλθε στο Λ.Σ. και αποστρατεύθηκε το 1965 με τον βαθμό του πλωτάρχη. Για την πατριωτική δράση του στην κατοχή, το 1985 αναγνωρίστηκε από το υπουργείο Eθνικής Άμυνας ως αγωνιστής της Eθνικής Aντίστασης (απόφαση 670/2278/564813/23.5.85).

Eις μνήμην...

Στην κατοχή, άνδρες του Λ.Σ. εκτελέστηκαν από τους κατακτητές για την αντιστασιακή τους δράση. Oι περισσότεροι συμμετείχαν σε οργανώσεις που έδιναν στρατιωτικές πληροφορίες στο συμμαχικό στρατηγείο του Καΐρου ή βοηθούσαν στη διαφυγή. Αρκετοί έδρασαν μέσα από τοEAM και κάποιοι ως αντάρτες του EΛAΣ. Ένας απ’ αυτούς ήταν ο αντιπλοίαρχος ΣταύροςKουτούπης, για τον οποίο το πόρισμα Θαλασσινού αναφέρει:

«Oύτος είχε προσχωρήσει... εις τους αντάρτας... επέστρεψεν εις Bόλον εκ των βουνών την 25ηνOκτωβρίου 1944».

O πρώτος αξιωματικός Λ.Σ. που έδωσε τη ζωή του ήταν ο αντιπλοίαρχος AλέξανδροςKατερίνης, λιμενάρχης Xανίων, όταν οι γερμανοί κατέλαβαν την Kρήτη. Όπως αναφέρεται στην «Iστορία του Λ.Σ.» (ό.π., σ. 124), ο Kατερίνης απέφευγε να κάνει συλλήψεις που διέταζαν οι ναζί και διευκόλυνε τη διαφυγή πατριωτών στην Aίγυπτο. Kάποιοι όμως τον πρόδωσαν. Kαι για να μη συλληφθεί από τους γερμανούς, αυτοκτόνησε. (H πληροφορία, όπως και οι επόμενες, αντλήθηκαν από την «Iστορία του Λ.Σ.»).

Πρώτοι, χρονολογικά (5 Iουνίου 1942), εκτελέστηκαν οι υποπλοίαρχοι Λ.Σ. Hλίας Kαζάκος, λιμενάρχης Mυτιλήνης, και Γιώργος Kωτούλας, που διευκόλυναν πατριώτες να διαφεύγουν στηMέση Aνατολή. Mαζί τους εκτελέστηκαν στην Kαισαριανή και οι φοιτητές Eλ. Kιοσές καιMιχαλόπουλος. Στη Mυτιλήνη υπάρχει οδός «λιμενάρχη Kαζάκου».

Tον Iούλιο του ίδιου χρόνου, οι γερμανοί εκτέλεσαν τον λιμενάρχη Λήμνου Γιάννη Aρβανιτάκη, που έδινε πληροφορίες στους συμμάχους μ’ έναν ασύρματο.

Tο 1944 (2 Aπριλίου) εκτελέστηκε ο υπαξιωματικός Λ.Σ. Γιάννης Mαυρέας από το Kιάτο.Eντάχθηκε στην Aντίσταση και πιάστηκε από τους γερμανούς.

Για σαμποτάζ σε βάρος των κατακτητών εκτελέστηκαν, στις 5.9.1944, οι υπαξιωματικοί Λ.Σ. Γρηγόρης Mουρμούρης και K. Pαχούτης. O Mουρμούρης τιμήθηκε μετά θάνατον με προαγωγή και αριστείο ανδρείας με το εξής σκεπτικό:

«... Ως επιδείξας ηρωισμόν προκαλέσαντα τον θαυμασμόν, τόσο κατά την βασανιστικήν ανάκρισιν όσον και κατά την στιγμήν της εκτέλεσης».

Στην «Iστορία του Λ.Σ.» (ό.π., σ. 157) καταγράφονται ως εκτελεσθέντες από τους ναζί και οι εξής πατριώτες υπαξιωματικοί Λ.Σ.:

* Παπαδόπουλος, Nικολουδάκης, Δαμαλάς, Γριμπάς και Mαυροματόπουλος.

«Σαμποτέρ και προδότες»!

Ένας άλλος λιμενικός, ο υπαξιωματικός Γιάννης Pοδάς, εκτελέστηκε για την πατριωτική του δράση. Δυστυχώς, τη φονική σκανδάλη πάτησε χέρι ελληνικό. Συγκεκριμένα:

Στην κατοχή ο Pοδάς, που υπηρετούσε στο Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης, οργανώθηκε στο EAM.Tο 1943 διέφυγε στη Mέση Aνατολή, όπου υπηρέτησε στο θωρηκτό «Aβέρωφ». Πήρε μέρος στο κίνημα της Mέσης Aνατολής. Mετά την απελευθέρωση, υπηρετούσε πάλι στο Λιμεναρχείο Θεσσαλονίκης. Tο 1947 παραπέφθηκε στο έκτακτο στρατοδικείο της Aθήνας, μαζί με άλλους 119, για παράβαση του Γ’ ψηφίσματος και του A.N. 509/47.

Tη συντριπτική πλειονότητα των κατηγορουμένων αποτελούσαν αξιωματικοί, υπαξιωματικοί και ναύτες του Πολεμικού Nαυτικού.

Στην ουσία, και οι 120 κατηγορούνταν για δήθεν δολιοφθορές σε πλοία του Π.N., στην καρδιά του εμφυλίου. O Στέφανος Φίλος, στο βιβλίο του «H υπόθεση του Nαυτικού. 1944-1948» (εκδόσεις Φιλιππότη, Aθήνα 1985) χαρακτηρίζει «σκηνοθετημένη» τη δίκη, και στη σελίδα 124 εξηγεί το γιατί:

«H όλη υπόθεση της δήθεν συνωμοσίας των “Σαμποτέρ του Nαυτικού” δεν ήταν τίποτε άλλο παρά μία κακοφτιαγμένη και φανταστική από τους σκευωρούς υπόθεση, που σκοπό είχε: α)Tην απομάκρυνση από τις τάξεις του Nαυτικού, λόγω αντιζηλιών, ικανών στελεχών, για να καταλάβουν τα κενά... δικοί τους άνθρωποι, περισσότερο “εθνικόφρονες”... β) Για να εκδικηθεί ο ναύαρχος Aλ. Σακελλαρίου όλους εκείνους που στη Mέση Aνατολή είχαν συντελέσει στην απομάκρυνσή του από την ηγεσία του Nαυτικού... γ) Για να τρομοκρατηθεί η κοινή γνώμη και “να ενστερνιστεί τον δήθεν υφιστάμενο” κομμουνιστικό “κίνδυνο” και να υιοθετήσει τη λήψη και εφαρμογή των εκτάκτων μέτρων...».

Παρά ταύτα, στις 25 Iουνίου 1948 εκτελέστηκαν στο Γουδή ο Pοδάς και άλλοι 19 (κυρίως αξιωματικοί και ναύτες του Π.N., καθώς και 3 ιδιώτες). Ένας από τους 20 εκτελεσθέντες ήταν ο 29χρονος υποπλοίαρχος του Π.N. Γιώργος Kακεπάκης, για τον οποίο ο Φίλος (ό.π., σ. 121) αναφέρει ότι:

«...με το σαπιοκάραβό του κατάφερε ό,τι δεν μπόρεσαν οι συμμαχικοί στόλοι, να μπει στηνAυγούστα (σ.σ.: Iταλίας) και να φέρει αιχμαλώτους. Tο στήθος του κοσμείται από έξι σειρές παρασήμων».

Δηλαδή, εκτελέστηκαν οι πολεμιστές, που πέθαναν τραγουδώντας τον Eθνικό Ύμνο, για να τους διαδεχθούν οι άκαπνοι.

Στην ίδια δίκη καταδικάστηκε σε θάνατο ο αξιωματικός Λ.Σ. Γ. Kαβελαράς. Δεν εκτελέστηκε, όμως, επειδή η καταδικαστική απόφαση πάρθηκε με ψήφους 3-2 και όχι ομόφωνα, όπως για τους 20.

Σε ισόβια κάθειρξη καταδικάστηκε ο σημαιοφόρος Λ.Σ. Γιάννης Aναγνωστόπουλος, ενώ αθωώθηκε ο υποπλοίαρχος Λ.Σ. Γιάννης Γελαδάκης.


20 Δεκεμβρίου 1821: Η πρώτη Εθνοσυνέλευση

Στα τέλη του φθινοπώρου του 1821, η ελληνική επανάσταση είχε στεριώσει στα νησιά, τη Ρούμελη και τον Μοριά. Οι αντικειμενικοί στόχοι της Φιλικής Εταιρείας είχαν επιτευχθεί. Εκείνο που χρειαζόταν πια, ήταν η πολιτική οργάνωση και η διοίκηση των απελευθερωμένων περιοχών. Οι Φιλικοί και οι επαναστάτες δεν είχαν μπει σε τέτοια θέματα, προεπαναστατικά, ακριβώς για να μη δημιουργηθούν φατρίες και ανταγωνισμοί. Κάποιοι, όμως, έπρεπε να διοικούν. Ο Δημήτριος Υψηλάντης κι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έβαζαν επιτακτικά το ζήτημα.

Από την πλευρά τους, οι κοτζαμπάσηδες κι οι παραδοσιακοί πρόκριτοι δίσταζαν να προχωρήσουν σε εκλογές για την ανάδειξη κυβέρνησης, καθώς τα δημοφιλή ονόματα εκείνης της εποχής ανήκαν σ’ αυτούς που πολεμούσαν. Καθυστερούσαν, ώσπου να μπορέσουν να ελέγξουν και πάλι την κατάσταση και να σιγουρευτούν πως θα την ξαναπάρουν στα χέρια τους. Έτσι κι αλλιώς, ο πολύς κόσμος αυτούς γνώριζε ως πολιτικούς ηγέτες. Όμως, η λαϊκή πίεση ογκονώταν. Στις απελευθερωμένες περιοχές άρχισαν να εκλέγονται οι πληρεξούσιοι που θα τις εκπροσωπούσαν σε μιαν εθνοσυνέλευση.

Οι παραδοσιακοί πρόκριτοι συσπειρώθηκαν γύρω από τον κοτζαμπάση της Μάνης Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη (1765-1848). Τον είχαν διορίσει οι Τούρκοι από το 1816, με ενέργειες του Σουκιούρ μπέη, που δεν ήταν άλλος από τον εξισλαμισμένο ξάδερφο του Πετρόμπεη και γιο του Σκυλογιάννη Μαυρομιχάλη. Ο Πετρόμπεης βρήκε αφοσιωμένο σύμμαχο τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο (1791-1865) που γύρισε από το εξωτερικό στο Μεσολόγγι, μόλις ξέσπασε η επανάσταση, και αναδείχτηκε πολιτικός ηγέτης στη Δυτική Ελλάδα.

Στις 11 Οκτωβρίου, έφτασαν στο Άργος οι πρώτοι πληρεξούσιοι. Έρχονταν από την Ύδρα. Μαζεύτηκαν και οι Πελοποννήσιοι. Ο Πετρόμπεης καθυστερούσε. Όταν οι πληρεξούσιοι απείλησαν πως θα πάρουν τα όπλα, ο Μανιάτης κοτζαμπάσης αναγκάστηκε να ορίσει τη 1 Δεκεμβρίου ως μέρα έναρξης των εργασιών της εθνοσυνέλευσης αλλά φρόντισε να συνεννοηθεί έγκαιρα με τον Μαυροκορδάτο.

Η πρώτη εθνοσυνέλευση ξεκίνησε την 1η Δεκεμβρίου 1821,στο Άργος. Δεν προχώρησε, όμως. Από την αρχή διαπιστώθηκε πως οι Στερεοελλαδίτες πληρεξούσιοι έλειπαν. Τους καθυστερούσε σκόπιμα ο Μαυροκορδάτος αλλά αυτοί που βρίσκονταν στο Άργος, δεν το γνώριζαν. Μετά από θυελλώδη συζήτηση, υπερίσχυσε η πρόταση του Πετρόμπεη: Η συνάθροιση ονομάστηκε Πελοποννησιακή Συνέλευση με περιορισμένες αρμοδιότητες. Πάντα με προτάσεις του Μαυρομιχάλη, η συνέλευση προχώρησε στην εκλογή Πελοποννησιακής Γερουσίας. Πρόεδρος της γερουσίας εκλέχτηκε ο Δημήτριος Υψηλάντης. Το λαϊκό αίσθημα ικανοποιήθηκε. Όμως, η προεδρία ήταν αξίωμα χωρίς αντίκρισμα, αφού η γερουσία δεν είχε ουσιαστικές αρμοδιότητες. Σύντομα, θα την υποκαθιστούσε η εθνοσυνέλευση, όπου οι πρόκριτοι θα επέβαλαν τη θέλησή τους. Με τον Δημήτριο Υψηλάντη πρόεδρο της Βουλής.

Για την ώρα ο Δημήτριος Υψηλάντης κι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης ήταν απασχολημένοι στην πολιορκία του Ακροκόρινθου. Οι πρόκριτοι συνέλεγαν πληρεξούσιους της εμπιστοσύνης τους για την εθνοσυνέλευση που ορίστηκε να γίνει στο χωριό Πιάδα, κοντά στην αρχαία Επίδαυρο. Ο Δημήτριος Υψηλάντης αποκαλούσε τον Μαυρομιχάλη και τον Μαυροκορδάτο "τυραννόφρονες και τουρκολάτρες". Όμως, οι πρόκριτοι απλά προσπαθού σαν να ελέγξουν την κατάσταση, θεωρώντας τους Φιλικούς επικίνδυνους αντίπαλους.

Στις 20 Δεκεμβρίου 1821, στην Πιάδα,ξεκίνησε τις εργασίες της η πρώτη εθνοσυνέλευση, "της Επιδαύρου", όπως ονομάστηκε. Την απαρτίζανε εξήντα πληρεξούσιοι από τη Ρούμελη, τον Μοριά και τα νησιά. Η πλειοψηφία τους ελεγχόταν από τον κοτζαμπάση της Μάνης Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη κι από τον σύμμαχό του πολιτικό ηγέτη της Δυτικής Ελλάδας Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο.

Πρώτη δουλειά της εθνοσυνέλευσης ήταν αν ψηφίσει σύνταγμα που ονομάστηκε "προσωρινό πολίτευμα της Επιδαύρου". Αρκετά προοδευτικό για την εποχή, καθιέρωσε τρεις εξουσίες: Τη νομοθετική που θα ασκούσε το Βουλευτικό (μια βουλή με εβδομήντα βουλευτές), την εκτελεστική που θα ασκούσε το Νομοτελεστικό (μια πενταμελής κυβέρνηση που θα εκλεγόταν από τη βουλή) και τη δικαστική. Βουλευτικό και νομοτελεστικό θα εκλέγονταν κάθε χρόνο.

Την πρωτοχρονιά του 1822, ο πρόεδρος της εθνοσυνέλευσης Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος εξέδωσε την πανηγυρική διακήρυξη της Ελληνικής Ανεξαρτησίας. Είναι το πρώτο επίσημο κείμενο του ελεύθερου ελληνικού κράτους στον διεθνή χώρο:

"Εν ονόματι της Αγίας και Αδιαιρέτου Τριάδος:

Το Ελληνικόν Έθνος, το υπό την φρικώδη οθωμανικήν δυναστείαν, μη δυνάμενον να φέρη τον βαρύτατον και απαραδειγμάτιστον ζυγόν της τυραννίας και αποσείσαν αυτόν με μεγάλας θυσίας, κηρύττει σήμερον δια των νομίμων παραστατών του, εις εθνικήν συνηγμένων συνέλευσιν, ενώπιον θεού και ανθρώπων, την πολιτικήν αυτού ύπαρξιν και ανεξαρτησίαν".

Στις 13 Ιανουαρίου, ενώ οι οπλαρχηγοί έλειπαν στον Ακροκόρινθο, η εθνοσυνέλευση αποφάσισε την κατάργηση όλων των διακριτικών της Φιλικής Εταιρείας και την αντικατάστασή τους με άλλα. Ανάμεσα σ’ αυτά ήταν και η σημαία της που αντικαταστάθηκε από τη γαλανόλευκη του ξακουστού πειρατή Γιάννη Σταθά. Την επομένη, 14 του μήνα, οι Φιλικοί απάντησαν με την εκπόρθηση του Ακροκόρινθου. Το πάρσιμο του κάστρου πανηγυρίστηκε με ενθουσιασμό από τους πληρεξούσιους. Ο πορθητής του, Δημήτριος Υψηλάντης, εκλέχτηκε πρόεδρος του βουλευτικού στις εκλογές που είχαν προγραμματιστεί για τις 15 Ιανουαρίου. Κι ο συναγωνιστής του, Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, διορίστηκε στρατηγός.

Η συνέλευση διαλύθηκε στις 16 Δεκεμβρίου 1822.

Κρατάει χρόνια η (ελληνορωσική) κολόνια...

Πρέπει να ήταν κάποια στιγμή, τον 6ο αιώνα, όταν τα τρία αδέλφια, ο Κίι, ο Στσεκ και ο Χόριβ έκτισαν μια πόλη πάνω στον Δνείπερο ποταμό. Την είπαν Κίεβο, από το όνομα του ανάμεσά τους πιο μεγάλου. Βρισκόταν ακριβώς πάνω στον «δρόμο του κεχριμπαριού» κι από εκεί ήταν εύκολος ο έλεγχος της γύρω περιοχής. Γρήγορα αναπτύχθηκε ως κέντρο εμπορίου. Περίπου τρεις αιώνες αργότερα (στα 860), διέθετε στόλο διακοσίων πλοίων που κίνησε να πάρει την Κωνσταντινούπολη. Οι Βυζαντινοί τον τσάκισαν. Αυτή ήταν και η πρώτη επαφή των μελλοντικών Ρώσων με τον Ελλαδικό χώρο.

Με τον καιρό, το Κίεβο έγινε «η μητέρα των ρωσικών πόλεων», πρωτεύουσα ενός κράτους που απλωνόταν στις σημερινές ΒΔ Ρωσία, Λευκορωσία και Ουκρανία. Στα 907, ο πρίγκιπας Όλεγκ θέλησε να πάρει την Κωνσταντινούπολη. Συγκέντρωσε 2.000 σκάφη, τα φόρτωσε με 80.000 στρατιώτες και κατέπλευσε στην έξοδο του Βοσπόρου. Δεν μπόρεσε να περάσει τα στενά. Έβαλε τους άνδρες του να μεταφέρουν τα πλοία από την ξηρά, κάτω από τα τείχη της Βασιλεύουσας. Αυτοκράτορας τότε ήταν ο Λέων Στ’ ο Σοφός. Πρότεινε στον Όλεγκ, αντί για πόλεμο, να κάνουν δουλειές. Ο Όλεγκ επέστρεψε στο Κίεβο με μια καλή κατ’ αυτόν εμπορική συνθήκη. Ο Ιγκόρ (941 – 945) δεν ήταν ευχαριστημένος με αυτήν. Στη σύντομη ηγεμονία του, εκστράτευσε δυο φορές εναντίον της Κωνσταντινούπολης και νικήθηκε και τις δυο. Τον δολοφόνησαν τα μέλη μιας φάρας.

Η χήρα του, Όλγα, κατέβηκε στην Κωνσταντινούπολη, έγινε δεκτή από τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο, βαπτίστηκε χριστιανή, πήρε μαθήματα διοίκησης κι επέστρεψε στο Κίεβο. Ο γιος της, Σβιατοσλάβος (962 – 972), μεγάλωσε ακόμα περισσότερο το κράτος. Ήδη, με πρωτεύουσα το Κίεβο, η, όπως την ονόμαζαν, «ηγεμονία της Ρως» αποτελούσε μεγάλο δουκάτο. Με βυζαντινή υποκίνηση, πήρε την Πρεσλάβα, αιχμαλώτισε τον ηγεμόνα των Βουλγάρων και μετά θέλησε να πάρει και την Θράκη. Ο νέος αυτοκράτορας του Βυζαντίου, Ιωάννης Τσιμισκής, μπήκε στη Βουλγαρία και τον έδιωξε.

Νέος ηγεμόνας των Ρως, ο πια μέγας δούκας Βλαδίμηρος Α’ (972 – 1015), διδάχθηκε από Βυζαντινούς κληρικούς την χριστιανική θρησκεία και κυρίως την θεϊκή προέλευση της μοναρχίας. Στα 988, αυτός και οι τοπικοί άρχοντες των Ρως, μαζί με όσους από τον λαό είχαν πεισθεί, βαπτίστηκαν στη Χερσώνα χριστιανοί. Από την όλη διαδικασία, ο μέγας δούκας αναβαθμίστηκε σε βασιλιά. Πήρε και σύζυγό του την Άννα, αδελφή του τότε αυτοκράτορα Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου. Η ρωσική εκκλησία έμελλε να τον ανακηρύξει άγιο. Για την ώρα, θρησκεία, αλφάβητο, τέχνη και νόμισμα του Βυζαντίου εισχώρησαν στα εδάφη της Ουκρανίας και της Ρωσίας. Όσο ο Βλαδίμηρος να πεθάνει, το Κίεβο είχε αποκτήσει τετρακόσιες εκκλησίες και ονομαζόταν «Δεύτερη Κωνσταντινούπολη».

Το φλερτ επί τουρκοκρατίας

Επτακόσια χρόνια μετά τον Βλαδίμηρο, ο τσάρος Μεγάλος Πέτρος αναζητούσε διέξοδο στις νότιες θάλασσες. Συγκρούστηκε με τους Τούρκους, ξεσηκώνοντας τους υπόδουλους Έλληνες που τραγουδούσαν στο όνομά του. Εξέδωσε προκήρυξη με την οποία τους καλούσε να επαναστατήσουν και ονόμασε τον εαυτό του «Ρωσογραικών αυτοκράτορα». Στις ελληνικές εκκλησιές, μνημόνευαν το όνομά του και ο Αγαθάγγελος προφήτευε τον λυτρωμό που θα έφερνε «το ξανθό γένος». Ήταν η πρώτη εκδήλωση του ρωσικού ενδιαφέροντος για έξοδο στο Αιγαίο. Όμως, στις 22 Οκτωβρίου του 1721, ο Πέτρος ανακηρύχθηκε «αυτοκράτορας πασών των Ρωσιών», εγκαταλείποντας τις αυταπάτες με τους «Ρωσογραικούς».

Σαράντα χρόνια αργότερα (8 Ιουλίου 1762), απαλλαγμένη από σύζυγο κι αναστολές, η Αικατερίνη Β’ στέφθηκε τσαρίνα. Ονειρεύτηκε μια νέα βυζαντινή αυτοκρατορία με έδρα την Πετρούπολη. Στα 1766, ο Γεώργιος Παπάζογλης ή Παπαζώλης ήταν λοχαγός του ρωσικού στρατού. Η Αικατερίνη του ανέθεσε να προετοιμάσει το έδαφος στην Ελλάδα. Ο πόλεμος κηρύχτηκε τον Οκτώβριο του 1768 στα χαρτιά. Οι εχθροπραξίες άρχισαν την επόμενη άνοιξη, ενώ ο ρωσικός στόλος με επικεφαλής τους Ορλόφ έφτασε μέσω Γιβραλτάρ, το 1770, στο Αιγαίο. Οι επαναστατημένοι Έλληνες είδαν να βγαίνουν από τα πλοία τετρακόσιοι όλοι κι όλοι Ρώσοι, κάμποσοι Μαυροβούνιοι και λίγοι Κροάτες.

Ο στόλος κινήθηκε να βρει τους Τούρκους και τους καταναυμάχησε στο Τσεσμέ, ενώ στη στεριά το τουρκικό λεπίδι θέριζε. Ο ρωσικός στρατός ήταν μακριά. Το 1772 πέρασε τον Δούναβη. Το 1773 απωθήθηκε πίσω αλλ’ η Ρωσία είχε ήδη κερδίσει τις παραδουνάβιες ηγεμονίες. Την ίδια χρονιά, σουλτάνος έγινε ο Αμπντούλ Χαμίτ Α’. Στις 9 Ιουλίου 1774 υπέγραψε τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, ένα χωριό που σήμερα ανήκει στη Βουλγαρία. Η τσαρίνα αναγνωρίστηκε προστάτισσα της ορθοδοξίας. Η συνθήκη αυτή έβαλε τη σφραγίδα στην τυπική έναρξη της διαδικασίας για την επίλυση του «ανατολικού ζητήματος», καθώς όριζε πως οι παραδουνάβιες ηγεμονίες γίνονταν αυτόνομες κάτω από τη ρωσική προστασία, η χριστιανική θρησκεία ανακηρυσσόταν προστατευόμενη στα εδάφη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και η Ρωσία αναδεικνυόταν προστάτισσα των υπόδουλων χριστιανών. Πέντε χρόνια αργότερα (1779), μια συμπληρωματική παράγραφος προέβλεπε ελευθερία ναυσιπλοΐας για τα πλοία που έφεραν ρωσική σημαία.

Στα 1787, η Αικατερίνη ξανάρχισε τον πόλεμο με τους Τούρκους ζητώντας και πάλι τη βοήθεια των Ελλήνων που όμως δεν πείστηκαν, εκτός από ελάχιστους. Ήταν τότε που ο Λάμπρος Κατσώνης κι ο Γεώργιος Ανδρούτσος βγήκαν στο Αιγαίο, για να εγκαταλειφθούν κι αυτοί, όταν ο πόλεμος τελείωσε (συνθήκη Ιασίου, 12 Μαρτίου του 1792). Ήταν η τελευταία ελληνορωσική σύμπραξη, πριν από την ελληνική επανάσταση.

Προς Ναβαρίνο

Ξεκίνησε στα 1821 και δικαιώθηκε πέντε χρόνια αργότερα: Στις 4 Απριλίου 1826, ο τσάρος Νικόλαος Α’ (1796 - 1855) υπέγραψε με την Αγγλία το πρωτόκολλο της Πετρούπολης. Είναι το πρώτο κείμενο που αναφέρει τη λέξη Ελλάδα στη διεθνή διπλωματία. Τη θεωρούσε αυτοδιοικούμενη χώρα κάτω από την επικυριαρχία του σουλτάνου.

Η ευρωπαϊκή λαϊκή πίεση μετά την πτώση του Μεσολογγίου (10 Απριλίου 1826) απέφερε καρπούς στις 6 του Ιουλίου του 1827. Την ημέρα αυτή, υπογράφηκε η συνθήκη του Λονδίνου ανάμεσα στην Αγγλία, τη Γαλλία και τη Ρωσία. Αναγνώριζε αυτόνομη Ελλάδα, από τη γραμμή Αμβρακικού - Παγασητικού και νότια, κάτω από την επικυριαρχία του σουλτάνου. Το κυριότερο, όμως, ήταν πως η συνθήκη περιελάμβανε μυστικά άρθρα που προέβλεπαν την αποστολή τριεθνούς στόλου στην Πελοπόννησο, με εντολή την επιβολή των αποφάσεων. Εκτελεστές της συνθήκης ορίστηκαν οι ναύαρχοι Ερρίκος Δανιήλ Γκοτιέ, κόμης Ντεριγνί για τη Γαλλία, Εδουάρδος Κόντριγκτον για την Αγγλία και Λογγίνος Χέιντεν για τη Ρωσία.

Μη γνωρίζοντας τα μυστικά άρθρα, η Τουρκία απέρριψε τους όρους της συνθήκης. Οι στόλοι των τριών δυνάμεων απέπλευσαν με προορισμό την Ελλάδα. Η Τουρκία έστειλε ενισχύσεις στον Ιμπραήμ που τότε λεηλατούσε την Πελοπόννησο. Αυτός οδήγησε τον στόλο του στο Ναβαρίνο (τη σημερινή Πύλο). Ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος διέθετε 89 πλοία με 2.458 κανόνια και 16.000 άνδρες. Ο τριεθνής, 27 πλοία με 1.276 κανόνια. Η ναυμαχία του Ναβαρίνου ξεκίνησε τυχαία στις 8 Οκτωβρίου 1827. Το αποτέλεσμα ήταν τραγικό για τον Ιμπραήμ: Είχε χάσει εξήντα πλοία και 6.000 άνδρες. Από τον τριεθνή στόλο, είχαν σκοτωθεί 172 άνδρες. Όμως, όλα τα πλοία του ήταν εκεί, έτοιμα να ξαναρχίσουν ναυμαχία, αν χρειαζόταν. Δεν χρειάστηκε. Ο Ιμπραήμ προτίμησε να εκκενώσει την Πελοπόννησο.

Όμως, ο τσάρος επειγόταν να διαδεχτεί τον σουλτάνο στα ευρωπαϊκά εδάφη για να βγει στο Αιγαίο. Τίποτα δεν προμηνούσε μια τέτοια κατάληξη, αν ο ίδιος δεν ενεργούσε κατάλληλα. Το μεγάλο χαρτί του ήταν η προστασία όλων των χριστιανών υπηκόων του σουλτάνου. Οι συνθήκες του εξασφάλιζαν δικαίωμα επέμβασης μόνο για τους ορθοδόξους. Νόμισε πως βρήκε στην Παλαιστίνη την αφορμή που γύρευε.

Από τη Βηθλεέμ, στο Λονδίνο

Στα 1847, ξέσπασαν συμπλοκές ανάμεσα σε καθολικούς και ορθοδόξους, επειδή χάθηκε ένα ασημένιο αστέρι από τη σπηλιά της Βηθλεέμ. Με ρωσική επέμβαση, ένα φιρμάνι (8 Φεβρουαρίου 1852) καθόρισε τα ζητήματα καταπώς ήθελαν οι ορθόδοξοι. Στη Γαλλία, ο βασιλιάς Ναπολέοντας Γ’ χρησιμοποίησε το φιρμάνι για να προσεταιριστεί τους καθολικούς κι ο Νικόλαος εκμεταλλεύτηκε τη δράση των Γάλλων πρακτόρων ως δήθεν αντιρωσική ενέργεια. Αρχές του 1853, κάλεσε τον Άγγλο πρεσβευτή στην Πετρούπολη, Σέιμορ, κι άνοιξε μαζί του συζήτηση, για την οποία κρατήθηκαν πρακτικά.

Σύμφωνα με αυτά, ο τσάρος εξέφρασε τις ανησυχίες του για την τύχη της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, την οποία παρομοίασε με άνθρωπο ετοιμοθάνατο. Δήλωσε ξεκάθαρα πως δεν ενδιαφερόταν για την τύχη του Ελληνισμού, με τίποτα δεν επιθυμούσε να δει την Κωνσταντινούπολη ελληνική κι ούτε ήταν της γνώμης πως η Ελλάδα έπρεπε να γίνει κράτος σημαντικό. Πολύ περισσότερο, ήταν ενάντιος στην επανίδρυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Φυσικά, ξεκαθάρισε πως ούτε αγγλική επιθυμούσε να δει την Κωνσταντινούπολη, για την οποία θεωρούσε ως λύση μια ρωσική εντολή προστασίας. Σ’ αυτά τα πλαίσια, δεχόταν λογικό να δοθούν στην Αγγλία η Αίγυπτος και η Κρήτη. Είχε πολλά παράπονα για τη δράση των Γάλλων στους Άγιους Τόπους. Οι απαντήσεις του Άγγλου πρεσβευτή ήταν πολύ προσεκτικά διατυπωμένες, γεγονός που θα έπρεπε να είχε πονηρέψει τον Νικόλαο.

Οι Άγγλοι άφησαν να διαρρεύσει η συζήτηση τσάρου - Σέιμορ παγώνοντας κάθε σκέψη των Ελλήνων υπηκόων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να κινηθούν υπέρ των Ρώσων. Στις 4 Οκτωβρίου 1853 ξεκίνησε ο Κριμαϊκός πόλεμος με τα Βαλκάνια παγερά αδιάφορα καθώς κανένας δε φαινόταν να πείθεται από τους Ρώσους πράκτορες που διέτρεχαν τη χερσόνησο. Μόνο ο βασιλιάς της Ελλάδας Όθωνας θεώρησε πως του δινόταν μια καλή ευκαιρία για αντιπερισπασμό των Ελλήνων από τα μύρια όσα του καταλόγιζαν κι οδήγησε την Ελλάδα στο φιάσκο της εποχής εκείνης: Οι Αγγλογάλλοι έστειλαν στρατό και στόλο και κατέλαβαν Αθήνα και Πειραιά τον Μάιο του 1854.

Η συνθήκη των Παρισίων, με την οποία τερματίστηκε ο Κριμαϊκός πόλεμος, υπογράφτηκε στις 18 Μαρτίου του 1856 κι ουσιαστικά διακήρυσσε τον σεβασμό της εδαφικής ακεραιότητας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Με τη Ρωσία να έχει νέο τσάρο τον Αλέξανδρο Β’. Στις 19 Φεβρουαρίου (3 Μαρτίου με το νέο ημερολόγιο) 1878, υποχρέωσε την Τουρκία να υπογράψει τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου. Το ψητό βρισκόταν στη δημιουργία της Μεγάλης Βουλγαρίας! Περιλάμβανε την Κυρίως Βουλγαρία (Δυτική Ρωμυλία) και την Ανατολική Ρωμυλία παραμορφωμένες: Η Μεγάλη Βουλγαρία απλωνόταν ως πέρα από την Αχρίδα καταλαμβάνοντας Μοναστήρι, Σκόπια, Καστοριά, Σέρρες, Καβάλα, δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος της Μακεδονίας (εκτός από τη Θεσσαλονίκη) κι όλη τη Βορειοανατολική Θράκη ως το Λουλέ Μπουργκάζ. Επενέβησαν οι Άγγλοι που θορυβήθηκαν από την άφιξη των Ρώσων στο Αιγαίο και πέτυχαν μια μυστική αγγλορωσική συμφωνία στο Λονδίνο (18 Μαΐου του 1878): Προέβλεπε τη διεξαγωγή ενός πανευρωπαϊκού συνεδρίου για την επανατοποθέτηση της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου σε νέες βάσεις. Άρχισε την 1η Ιουνίου στο Βερολίνο με πρόεδρο τον καγκελάριο Ότο Βίσμαρκ. Η Βουλγαρία συρρικνώθηκε, η Ελλάδα πήρε την Θεσσαλία και ο τσάρος βρέθηκε μακριά από το Αιγαίο.

Ο 20ός αιώνας

Η επόμενη ελληνορωσική στρατιωτική συνάντηση βρήκε τους Έλληνες να εκστρατεύουν εναντίον της Ρωσίας. Ήταν ο καυτός Νοέμβριος του 1918, όταν οι αλλεπάλληλες εξεγέρσεις στην Ευρώπη, έπεισαν νικητές και ηττημένους του Α’ Παγκόσμιου πολέμου πως ο μπολσεβικισμός αποτελούσε διαρκή απειλή για τη διαμορφωνόμενη τάξη στην Ευρώπη. Ο Λένιν, άλλωστε, διαλαλούσε πως η Σοβιετική Ένωση ήταν η σπίθα που δημιούργησε τη μεγάλη φωτιά. Άγγλοι, Γάλλοι, Γερμανοί κι Αμερικανοί, αλλά και Ιάπωνες και Έλληνες και Σέρβοι και Φιλανδοί βάλθηκαν να τελειώσουν με την κομμουνιστική παρένθεση: 40.000 Έλληνες, Γάλλοι, Σέρβοι και Πολωνοί κυρίευσαν την Οδησσό κι ένα κομμάτι της Κριμαίας. Τον Μάρτιο του 1919, οι Γάλλοι στρατιώτες αρνήθηκαν να πολεμήσουν. Μοιραία, οι ξένοι, μαζί και οι Έλληνες, αποχώρησαν.

Μεσολάβησαν ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος, ο ελληνικός εμφύλιος με την αυστηρή αποχή του Στάλιν από τα δρώμενα και ο ψυχρός πόλεμος. Μετά, οι ελληνοσοβιετικές σχέσεις εξομαλύνθηκαν. Στις 4 Σεπτεμβρίου 1978, ο Γεώργιος Ράλλης ήταν ο πρώτος Έλληνας υπουργός (Εξωτερικών), που γίνηκε επίσημα δεκτός στη Μόσχα.

Η Σοβιετική Ένωση διαλύθηκε το 1991. Στα 1998, η Κύπρος (με πρόεδρό της τον Γλαύκο Κληρίδη) παράγγειλε από τη Ρωσία τους αμυντικούς αντιαεροπορικούς πυραύλους S-300. Η Τουρκία απείλησε πόλεμο, οι Αμερικάνοι ξεκίνησαν πιέσεις και οι πύραυλοι βρέθηκαν στις αποθήκες της 115 Πτέρυγας Μάχης στην Κρήτη. Από τον περασμένο μήνα, ανήκουν και τυπικά στην Ελλάδα καθώς η Κύπρος δέχτηκε να υπογράψει τη σχετική συμφωνία. Αρχές του 2008, θα γίνει και η πρώτη βολή.

Στις 26 Μαρτίου 2000, ο Βλαδιμίρ Πούτιν εκλέχτηκε πρόεδρος της Ρωσίας. Στις 17 Ιουλίου του 2001, συναντήθηκε επίσημα στη Μόσχα με τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Κώστα Σημίτη. Ξεκίνησε νέα εποχή στις ελληνορωσικές σχέσεις. Με πρώτη συνέπειά της την ένταξη του ρωσικού αντιαεροπορικού πυραυλικού συστήματος TOR 1 στην ελληνική Πολεμική Αεροπορία. Είχαν παραγγελθεί από τον Φεβρουάριο του 1999.

Στις 9 Δεκεμβρίου 2004 και ενώ στην Αθήνα βρισκόταν σε εξέλιξη φιλολογία για το αν οι υπουργοί του ΠΑΣΟΚ είχαν πάρει προμήθεια για την αγορά των TOR 1, ο πρωθυπουργός Κώστας Καραμανλής βρισκόταν επίσημα στη Μόσχα και υπέγραφε με τον Πούτιν αμυντική συμφωνία. Στις 5 Δεκεμβρίου, φέτος, το ΚΥΣΕΑ αποφάσισε την έναρξη διαπραγματεύσεων για την προμήθεια 415 ρωσικών τεθωρακισμένων οχημάτων μάχης (ΤΟΜΑ) τύπου ΒΜΡ-3.


Ο EΛΑΣ χωρίς συμμάχους μάχεται εναντίον όλων...

Το αιματοκύλισμα της πλατείας Συντάγματος και οι συγκρούσεις που ξεκίνησαν από την επόμενη ημέρα ξάφνιασαν και προβλημάτισαν στην αρχή, αλλά και κινητοποίησαν εν μέρει στη συνέχεια τον διεθνή περίγυρο. Μην ξεχνάμε ότι μόλις πριν από λίγο καιρό οι σύμμαχοι εκθείαζαν τον ελληνικό λαό για τη συμμετοχή του στο διεθνές αντιστασιακό κίνημα κατά του φασισμού, και τώρα τον έβλεπαν να σέρνεται από τη σύμμαχο Αγγλία σε έναν εμφύλιο πόλεμο.

Ο Ρούσβελτ αρνήθηκε να βοηθήσει τους άγγλους στις συγκρούσεις στην Ελλάδα, ενώ χαρακτηριστικό αυτής της δυσαρέσκειας ήταν ότι ο αμερικάνος πρέσβης εκείνης της εποχής στην Αθήνα δεν άφησε τους άγγλους στρατιώτες ούτε να πιουν νερό από το πηγάδι της αμερικάνικης πρεσβείας. Αντιπροσωπευτική αυτής της θετικής αντιμετώπισης είναι η αναφορά του αμερικάνου λοχαγού Μακνήλ για τα γεγονότα της Κυριακής εκείνης:

«Εκατοντάδες από τους διαδηλωτές έσκυβαν να βουτήξουν το μαντήλι τους μέσα στο νωπό αίμα που λίμνιζε στο κατάστρωμα του δρόμου... Ίσως εξήντα χιλιάδες άτομα να είχαν κατακλύσει την πλατεία, ενώ άλλες χιλιάδες βρίσκονταν πέρα από αυτή».

Αλλά και μέσα στην Αγγλία ο Τσόρτσιλ αντιμετώπιζε προβλήματα, μια και όλος ο Tύπος μαζί με το Εργατικό Κόμμα τον σφυροκοπούσαν καθημερινά για τη σκληρότητα με την οποία αντιμετώπιζε τον ηρωικό και πρώην σύμμαχο ελληνικό λαό. Ο βρετανός υπουργός Μακμίλαν ωρύεται κατά των δημοσιογράφων που στρέφονται υπέρ του ΕΛΑΣ:

«Πλάι στους εξτρεμιστές του ΕΛΑΣ, οι διεστραμμένοι διανοούμενοι είναι μεταξύ των πιο επικίνδυνων εχθρών μας. Εκτός από τους “Τάιμς” πρέπει να παλέψουμε και το BBC, ιδιαίτερα την ευρωπαϊκή του υπηρεσία της οποίας προΐσταται κάποιος Νιούσαμ, που είναι εντελώς αναξιόπιστος και πρέπει να τον ελέγχουμε».

Ο Τσόρτσιλ θέλει τον εμφύλιο

Στις 11 Δεκεμβρίου ο Τσόρτσιλ προσπαθούσε να καθησυχάσει τους ανησυχούντες λέγοντας ότι όλα αυτά γίνονταν για το καλό μας: «Είναι φυσικά πολύ επιθυμητό να σταματήσει ο εμφύλιος πόλεμος. Αλλά είναι πολύ πιο σημαντικό να κερδίσουμε μια αποφασιστική νίκη για τον νόμο και την τάξη στην πρωτεύουσα».

Στην Αθήνα όμως αυτά ακούγονταν πολύ μακρινά και θεωρητικά, μια και εδώ οι μάχες είχαν απλωθεί σε όλη την πόλη δημιουργώντας κλίμα αβεβαιότητας και ανασφάλειας. Χαρακτηριστικό της σύγχυσης που επικρατούσε τις πρώτες ημέρες ήταν ότι ο ΕΛΑΣ δεν ερχόταν σε σύγκρουση με βρετανικά στρατεύματα, γιατί δεν ήθελε να βάλει τους άγγλους στη διαμάχη μη έχοντας συνειδητοποιήσει ακόμη ότι αυτοί την προκάλεσαν...

Υπήρξαν και περιπτώσεις που ολόκληρες στρατιωτικές μονάδες του ΕΛΑΣ – όπως το 2ο σύνταγμα πεζικού – αφοπλίζονταν αμαχητί από τους άγγλους στρατιώτες γιατί είχαν εντολή να μην ανοίγουν πυρ εναντίον τους, κάτι που καταρρίπτει τις θεωρίες που υποστηρίζουν ότι τα Δεκεμβριανά ήταν ένα οργανωμένο σχέδιο του ΚΚΕ για βίαιη κατάληψη της εξουσίας. Μάλλον ένα ανοργάνωτο λάθος χωρίς σαφή στόχο ήταν, μια και εδώ βλέπουμε ότι δεν είχε αναγνωριστεί άμεσα ποιος ήταν ο ουσιαστικός αντίπαλος.

Στο πεδίο της σύγκρουσης ο συσχετισμός δυνάμεων ήταν συντριπτικός εις βάρος του ΕΛΑΣ. Οι βρετανοί διέθεταν 21.000 άνδρες (ενώ έρχονταν συνεχώς ενισχύσεις) συν τις κυβερνητικές δυνάμεις που έφταναν τις 11.000, ενώ είχαν μαζί τους βαρύ οπλισμό, αεροπορική υποστήριξη και συνεχή ανεφοδιασμό.

Από την άλλη, ο ΕΛΑΣ διέθετε περίπου 18.000 μαχητές καλά εκπαιδευμένους σε ανταρτοπόλεμο, οι οποίοι όμως υστερούσαν σε εξοπλισμό, αντιμετώπιζαν έλλειψη πυρομαχικών και φυσικά την απουσία βαρύ οπλισμού και αεροπορικής υποστήριξης. Διέθετε επίσης πολύ περισσότερες δυνάμεις στην ύπαιθρο, οι οποίες δεν χρησιμοποιήθηκαν, αφού δεν έφτασαν ποτέ στην Αθήνα.

Εμπρός για τη... «Σκομπία»

Η στρατηγική του ΕΛΑΣ ήταν η ταυτόχρονη επίθεση εναντίον πολλών διαφορετικών στόχων εντός του λεκανοπεδίου. Αυτό απέφερε αποτελέσματα τις πρώτες ημέρες λόγω του στοιχείου της έκπληξης, όμως στη συνέχεια λειτούργησε αρνητικά, καθώς οι δυνάμεις του ήταν διασπασμένες.

Παρ’ όλα αυτά, μέχρι τις 11 Δεκεμβρίου κατορθώνει να καταλάβει το νοσοκομείο Σωτηρία, τη Σχολή Ευελπίδων, την Τροχαία και το Πολυτεχνείο, ενώ έχει προηγηθεί η νίκη της 2ης Ταξιαρχίας επί της παρακρατικής Χ του Γρίβα. Επόμενος στόχος ήταν η κατάληψη της περιοχής μεταξύ Συντάγματος και Ομόνοιας, η λεγόμενη «Σκομπία», που αποτελούσε τον διοικητικό πυρήνα των βρετανικών και κυβερνητικών δυνάμεων, μαζί με το Γουδή.

Οι βρετανοί αιφνιδιάζονται και ο Σκόμπι σκέφτεται προσωρινά να εγκαταλείψει το κέντρο της πόλης και να ανασυνταχτεί νοτιότερα. Όπως έγραψαν αργότερα οι εφημερίδες:

«Τούτο εσήμαινε καταστροφήν... Εχρειάσθησαν διαβήματα της Κυβερνήσεως αλλεπάλληλα. Εχρειάσθη προσωπική παρέμβασις του Βασιλέως προσωπικώς προς τον Τσόρτσιλ... και ούτω επετεύχθη η αποτροπή της απομακρύνσεως των βρετανικών δυνάμεων, γεγονός το οποίο θα εσήμαινε την πλήρη στρατιωτική κατίσχυσιν του ΕΛΑΣ έναντι της Κυβερνήσεως». Στις 11 Νοεμβρίου ο Τσόρτσιλ γράφει: «Πρέπει ειλικρινά να ομολογήσω ότι ποτέ δεν γνώριζα ότι το ΕΑΜ ήταν τόσο ισχυρό».

Για τους παλιότερους αντιπάλους του ΕΛΑΣ γερμανούς, ήταν γνωστές οι ικανότητες των μαχητών ανταρτών. Ο ίδιος ο Γκαίμπελς προειδοποιούσε τους βρετανούς ότι θα τα έβρισκαν δύσκολα στην Ελλάδα: «Ο κομμουνισμός εις την Ελλάδα διαθέτει μαχητικότατα στοιχεία, ειδικευμένα εις την διεξαγωγήν του κλεφτοπολέμου, διαθέτει επίσης άφθονον πολεμικόν υλικόν ελαφρών και βαρέων όπλων, καθώς και αποφασιστικούς ηγέτας, οι οποίοι εξασφάλισαν απεριόριστον ενίσχυσιν εκ του εξωτερικού».

Ο Γκαίμπελς είχε γνωρίσει στο πετσί του το πόσο αξιόμαχος ήταν ο ΕΛΑΣ, αλλά είχε κάνει λάθος στην «απεριόριστη ενίσχυση από το εξωτερικό», μια και οι αντάρτες ήταν στην πράξη πολιτικά και στρατιωτικά απομονωμένοι από το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, δηλαδή ουσιαστικά από τη Σοβιετική Ένωση.

«Οι έλληνες έκαναν βλακεία»

Ο Στάλιν είχε τηρήσει μέχρι κεραίας τη συμφωνία του Οκτωβρίου με τον Τσόρτσιλ, δίνοντας την Ελλάδα στην Αγγλία και παίρνοντας τα εύσημα από τον άγγλο ηγέτη: «Ο Στάλιν τήρησε αυστηρώς και πιστώς τη συμφωνία μας του Οκτωβρίου. Και κατά τη διάρκεια της, επί μακράς εβδομάδας, μάχης εναντίον των κομμουνιστών εις τας οδούς των Αθηνών, ούτε μία λέξις μομφής εσημειώθη εις την "Πράβδα" ή την “Ιζβέστια”».

Ο ίδιος ο Στάλιν έχει τη δική του άποψη για τα γεγονότα, σύμφωνα με αυτά που έχει αναφέρει ο ηγέτης του Βουλγαρικού Κομμουνιστικού Κόμματος και της Γ’ Διεθνούς, Γκιόργκι Δημητρώφ:

«Εγώ συμβούλευσα την Ελλάδα να μην αρχίσουν αυτόν τον αγώνα. Οι άνθρωποι του ΕΛΑΣ δεν έπρεπε να βγουν από την κυβέρνηση του Παπανδρέου. Καταπιάστηκαν με δουλειά για την οποία δεν τους επαρκούν οι δυνάμεις. Φαίνεται υπολόγιζαν ότι ο Κόκκινος Στρατός θα κατέβει ώς το Αιγαίο. Εμείς αυτό δεν μπορούμε να το κάνουμε. Εμείς δεν μπορούμε να στείλουμε και στην Ελλάδα δικά μας στρατεύματα. Οι Έλληνες έκαναν βλακεία».

Η αντεπίθεση των κυβερνητικών

Στα πεδία των μαχών η αποτυχία της κατάληψης της «Σκομπίας» θα είναι καταλυτική για την έκβαση της σύγκρουσης. Οι βρετανικές και κυβερνητικές δυνάμεις ανακάμπτουν, και πλέον το ντόμινο πέφτει αντίστροφα, μια και οι βρετανοί κερδίζουν στο στρατιωτικό αλλά και στο ψυχολογικό πεδίο. Ο λαός έχει μόλις βγει από μια σκληρή τετραετία μαχών και κατοχής και θέλει ειρήνη. Οι άγγλοι είναι οι νικητές του πολέμου, οι άγγλοι μοιράζουν τη διεθνή βοήθεια και τον επισιτισμό που είναι απαραίτητος για την επιβίωση των εξουθενωμένων κατοίκων.

Πλέον τον έλεγχο της κατάστασης τον έχουν οι κυβερνητικές δυνάμεις και ο ΕΛΑΣ αμύνεται. Ο Τσόρτσιλ θέλει να έρθει από την αρχή της κρίσης στην Ελλάδα, αλλά περιμένει να δει πού πηγαίνει η κατάσταση. Όταν στα μέσα Δεκέμβρη τα πράγματα φαίνεται να ξεκαθαρίζουν, ο Τσόρτσιλ μπορεί να έρθει στην Αθήνα ως θριαμβευτής για να βάλει όρους και όχι για να δεχτεί.

Έρχεται ξαφνικά τα Χριστούγεννα ως «ειρηνοποιός» κάνοντας στο κυβερνητικό στρατόπεδο, όπως θα πει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, «το πιο όμορφο χριστουγεννιάτικο δώρο που μπορούσαμε να επιθυμήσουμε» και συγκαλεί σύσκεψη με τους αντιμαχόμενους. Η σύσκεψη παραλίγο να τιναχτεί στον αέρα – στην κυριολεξία – πριν ακόμα ξεκινήσει, όταν μια μέρα στα υπόγεια της «Μεγάλης Βρετανίας» ανακαλύπτονται τόνοι εκρηκτικών που θα ανατίναζαν το ξενοδοχείο, το οποίο τότε ήταν το σύμβολο του κατεστημένου της «Σκομπίας».

Η απόπειρα, με όχι ξεκάθαρο ακόμα στόχο, αποτυγχάνει και η σύσκεψη γίνεται κανονικά. Σε αυτήν συμμετέχουν οι αντιπρόσωποι Αμερικής και Σοβιετικής Ένωσης, από κυβερνητικής πλευράς οι Γ. Παπανδρέου, Θ. Σοφούλης, Ν. Πλαστήρας και Δ. Μάξιμος, ενώ από το ΕΑΜ - ΕΛΑΣ οι Σιάντος, Παρτσαλίδης και Μάντακας.

Στόχος η ταπείνωση του ΕΛΑΣ

Αν κάποιος θέλει να περιγράψει με τρεις γραμμές το πολιτικό νόημα της σύσκεψης, μπορεί να εστιάσει σε τρία σημεία: Άρχισε χωρίς να περιμένουν τους εκπρόσωπους του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ, ο Τσόρτσιλ είπε ότι ο στρατός του είναι στην Ελλάδα «με τη γνώση και τη συγκατάθεση του προέδρου Ρούσβελτ και του στρατάρχη Στάλιν» και ο εκπρόσωπος της Σοβιετικής Ένωσης δεν είπε κουβέντα.

Όπως ήταν αναμενόμενο, δεν βρίσκεται λύση. Οι άγγλοι δεν θέλουν μόνο την ήττα της Αριστεράς, αλλά και την ταπείνωσή της, ενώ τα στελέχη του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ φαίνεται να μην έχουν σαφείς στόχους και τακτική. Το ότι μόλις δύο εβδομάδες αργότερα ο ΕΛΑΣ υπογράφει τη Συμφωνία της Βάρκιζας με επαχθέστερους όρους από αυτούς της σύσκεψης, δεν σημαίνει τίποτα.

Και να μην την είχε υπογράψει, τίποτα δεν θα άλλαζε, μια και η στρατιωτικά κουρασμένη, οικονομικά εξαθλιωμένη και πολιτικά εξαρτημένη Ελλάδα δεν μπορούσε να πάει κόντρα στα σχέδια που είχαν κάνει άλλοι για αυτήν. Ο νέος διεθνής χάρτης έπρεπε να τηρηθεί απαρέγκλιτα και σε αυτό είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της Ρουμανίας, που την ίδια εποχή είχε παρόμοια προβλήματα, με την ίδια με εμάς κατάληξη.

Εκεί ο ρουμάνος δικτάτορας Αντονέσκου είχε αρνηθεί την ένταξη της Ρουμανίας στη σοβιετική σφαίρα επιρροής, με αποτέλεσμα τον βομβαρδισμό του Βουκουρεστίου από αμερικανικά και βρετανικά αεροσκάφη... Άρα, αφού ο Δεκέμβρης είχε προσχεδιασμένο αποτέλεσμα, γιατί έγινε;

Από την πλευρά της Αριστεράς υπήρχε ένα ηθικό θέμα, μια και έβλεπε αυτούς που συνεργάστηκαν με τους γερμανούς να παίρνουν πόστα στη νέα εξουσία αφήνοντας την Aριστερά στην άκρη, ενώ η πλευρά των κυβερνητικών ήθελε να δείξει ότι η περίοδος της Κατοχής ήταν ένα διάλειμμα και ότι στο νέο διεθνές περιβάλλον η τύχη της Aριστεράς στην Ελλάδα έπρεπε να περιοριστεί σε αυτό που όριζε το περίφημο χαρτάκι: 90-10...

Σαν επίλογο ας αφήσουμε τα σχόλια του Γ. Θεοτοκά στο ημερολόγιό του, που δίνουν ένα συνολικό στίγμα των ημερών: «Εκτροχιαστήκαμε. Κουτή τακτική της Δεξιάς, που, με την εμπάθειά της, εμπόδισε, όσο ήτανε στο χέρι της, την πολιτική του κατευνασμού... Κουτή τακτική της Αριστεράς, που, την τελευταία στιγμή, έσπρωξε τα πράγματα στα άκρα... Υπερβολική αδιαλλαξία των Άγγλων, που εκδηλώθηκε και με πράξεις και με λόγια και που με ξενίζει βαθιά».