Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2009

Η δυναμική των αντιθέσεων
Ανάγκη ανάδειξης νέων δυνάμεων που θα αντιπαρατεθούν στην οικογενειοκρατία
Αντώνης Καραμπατζός
Λέκτωρ της νομικής σχολής Αθηνών

Οσο παράξενη και αν μοιάζει η παρατήρηση αυτή, φαίνεται να επαληθεύεται συχνά στην ιστορία. Η σύγκρουση μεταξύ ισχυρών αντιπάλων παρατάξεων οδήγησε στη γένεση και μακροημέρευση πολιτειών με ισχύ, κύρος και αξιοθαύμαστα οικονομικά και πολιτιστικά επιτεύγματα. Πατρίκιοι και πληβείοι, κεντροδεξιοί και σοσιαλδημοκράτες, ρεπουμπλικανοί και δημοκρατικοί συγκρούονται μεταξύ τους, ενίοτε και με σφοδρό τρόπο (ανάλογα με την εποχή), αλλά η σύγκρουση αυτή φαίνεται να έχει συχνάόχι όμως πάντοτε- θετικό πρόσημο για την πρόοδο της πολιτείας.O οξύνους πολιτικός φιλόσοφος Νικολό Μακιαβέλιπαρατηρούσε ότι ο διαγκωνισμός για την εξουσία μεταξύ ισχυρών πολιτικών παρατάξεωνσυνεισφέρει στην πρόοδο μιας πολιτείας, καλλιεργώντας έναν επωφελή για το κοινωνικό σύνολο ανταγωνισμό θέσεων και πράξεων, ακόμη και αν αυτός αποκτά ενίοτε έντονα χαρακτηριστικά. Στο έργο του Discorsi sopra la prima deca di Τito Livio(Λόγοι για τα πρώτα δέκα βιβλία του Τίτου Λίβιου ), οΜακιαβέλιαναφέρεται συγκεκριμένα στο παράδειγμα της Ρώμης, υποστηρίζοντας ότι αυτή έφτασε την τελειότητα αποκλειστικά και μόνο μέσα από τις διχοστασίες μεταξύ Συγκλήτου και Πληβείων, προσθέτει δε ότι όλοι οι νόμοι που ευνοούν την ελευθερία γεννώνται ακριβώς μέσα από την αντιπαράθεση δύο μεγάλων παρατάξεων.
Επεκτείνοντας τον φιλοσοφικό μας προβληματισμό ακόμη πιο βαθιά στο παρελθόν, βλέπουμε ότι η ίδια ιδέα ανιχνεύεται και στο έργο τουΗράκλειτου, όπως με ενάργεια το προσεγγίζει ο ανυπέρβλητοςΚορνήλιος Καστοριάδης (Η ελληνική ιδιαιτερότητα- τόμ. Α΄, εκδ. Κριτική, σ. 354):«... Οι άνθρωποι, λέει [ο Ηράκλειτος], δεν κατανοούν (ουξυνίασιν) πώς αυτό που αντιτίθεται στον εαυτό του (διαφερόμενον εαυτώ) συμφωνεί (ο μολογεί) μαζί του. ... Και συνεχίζει ο Ηράκλειτος με αυτή την πολυσυζητημένη έκφραση που δύσκολα μεταφράζεται:παλίντροπος αρμονίη... μια αρμονία που έχει δύο αντιτιθέμενους φορείς, σαν του τόξου και της λύρας.Για να τεντωθεί το τόξο χρειάζονται πράγματι δύο αντίθετες δυνάμεις. Αυτό είναι ακριβώς που δεν καταλαβαίνουν οι άνθρωποι,όταν θεωρούν τα αντίθετα ως ενότητες ξεχωριστές και πάγιες και τη μεταξύ τους αντίθεση ως αρνητική και καταστροφική, ενώ [σύμφωνα με τον Ηράκλειτο πάντοτε] αυτό που αντιτίθεται συμφωνεί με τον εαυτό του· η πιο όμορφη αρμονία είναι εκείνη που προκύπτει από συγκρουόμενες οντότητες,και τα πάντα γίνονται κατά την έριδα, τη διχόνοια και τη διαφωνία».Πολλά λοιπόν - αν όχι όλα- γίνονται κατά την έριδα, μέσα δηλαδή από τη διαλεκτική δυναμική των αντιθέσεων.
Ηαντιπαράθεση μεταξύ παρατάξεων που εκπροσωπούν αντιτιθέμενα συμφέροντα έχει διαχρονικά ωφελήσει και τον τόπο μας. Αυτό ίσως ηχεί παράλογο σε μία εποχή που η έννοια της «συναίνεσης» τείνει να αναχθεί σε αξία αδιαμφισβήτητου πολιτειακού κύρους, αλλά ωστόσο αληθεύει σε μεγάλο βαθμό. Η χώρα μας προόδευσε σημαντικά τον προηγούμενο αιώνα μέσα από δύσκολες εσωτερικές συγκρούσεις (Βενιζελικοί- Βασιλικοί, Δεξιά- Αριστερά κ.ο.κ.), ενώ έμαθε να πορεύεται τον δρόμο της πραγματικής δημοκρατίας από το 1974 και μετά, οπότε και τα αντιμαχόμενα πολιτικά στρατόπεδα αντελήφθησαν ότι είναι σώφρων επιλογή, προπαντός προς αποφυγήν νέων εκατέρωθεν αιματοχυσιών, η καθιέρωση του δημοκρατικού παιγνίου ως του κατ΄ εξοχήν πεδίου εκφράσεως των ανταγωνιζόμενων συμφερόντων. Πολλά από τα συλλογικά μας επιτεύγματα δεν οφείλονται στην ύπαρξη συναίνεσης, αλλά αντιθέτως στον διαγκωνισμό ισχυρών πολιτικών παρατάξεων για την κατάκτηση της εξουσίας. Σε κάποιες στιγμές μάλιστα η χορδή του τόξου τεντώθηκε τόσο πολύ, που κόντεψε να σπάσει. Η συναίνεση έδρασε ευεργετικά πιθανώς μόνο στο πεδίο του εξωτερικού προσανατολισμού της χώρας, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι και εκεί παρατηρήθηκαν αρχικά σφοδρές συγκρούσεις.
Ωστόσο, στην εποχή που έχουμε πλέον εισέλθει η οπτική μας θα πρέπει να αλλάξει. Η διατήρηση της προοδευτικής δυναμικής στην Ελλάδα τελεί πλέον υπό την αδήριτη προϋπόθεση ότι το δημοκρατικό παίγνιο παίζεται κανονικά· μόνον υπ΄ αυτήν την προϋπόθεση μπορεί η πολιτική αντιπαράθεση να αποδώσει ωφέλιμους καρπούς.
Αυτό σημαίνει πρωτίστως ότι πρέπει να υπάρχει σεβασμός στη συνταγματική τάξη και, συναφώς, αποδοχή της δημοκρατικής εναλλαγής των κομμάτων στην εξουσία. Επίσης, σημαίνει ότι πρέπει να διασφαλίζεται η ανεμπόδιστη άσκηση του- συνταγματικώς κατοχυρούμενου- δικαιώματος συμμετοχής στα κοινά, ιδίως σε όσους επιθυμούν να μετάσχουνκατ΄ αξίαν,και όχι λόγω ονόματος. Το πρώτο στοιχείο φαίνεται ότι έχει παγιωθεί πλέον στη χώρα μας, το δεύτερο όμως θα απαιτήσει ίσως κάποιον καιρό ακόμη για να εμπεδωθεί, δεδομένου ότι η δημοκρατία μας είναι σε μεγάλο βαθμό «οικογενειοκρατούμενη». Δυστυχώς το φαινόμενο της οικογενειοκρατίας αποτελεί πλέον για τη χώρα μας σοβαρότατη ένδειξη «πολιτειακής κόπωσης», που υποσκάπτει την ισότητα ευκαιριών στο νευραλγικό πεδίο της πολιτικής συμμετοχής-...«αδικον γάρ τό παρά τήναξίαν γιγνόμενον»(Αριστοτέλης ). Οταν δε κάποιοι είναι συστηματικά «πιο ίσοι» από τους άλλους κατά την κατάληψη των δημοσίων αξιωμάτων και την άσκηση πολιτικής, τότε καλλιεργείται η λογική της «κάστας» και της πάση θυσία προστασίας των δικών της στενών συμφερόντων. Γι΄ αυτό και θα πρέπει πλέον να αναδειχθούν στο πολιτικό προσκήνιο νέες δυνάμεις, που θα αντιπαρατεθούν με τον νεποτισμό και τις δυσμενείς συνέπειές του. Χρειάζεται βεβαίως θάρρος για κάτι τέτοιο, ανάλογο ίσως με εκείνο του αθηναίου στρατηγού Ιφικράτη, ο οποίος, όταν ένας απόγονος του Αρμοδίου τον προσέβαλε για την άσημη γενιά του (ο στρατηγός ήταν γιος σκυτοτόμου), είπε με αποφασιστικότητα: «Η δική μας γενιά αρχίζει από εμάς, ενώ η δική σας σταματάει σε εσάς!».
Πέραν όμως αυτών μια σύγχρονη φιλελεύθερηπολιτεία δεν μπορεί να συνεχίσει να πορεύεται με ενισχυμένα πλειοψηφικά συστήματα, που αναμφίβολα νοθεύουν τη λαϊκή βούληση και δεν επιτρέπουν την κοινοβουλευτική έκφραση περισσότερων κοινωνικών τάσεων, η οποία θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως στοιχείο αναγκαίο για την πρόοδο της κοινωνίας, ενώ θα καθιστούσε εφικτή και τη δημιουργία κυβερνήσεων συνασπισμού (βλ. λ.χ. το γερμανικό μοντέλο). Με άλλα λόγια, είναι καιρός πια να κινηθούμε στη χώρα μας προς ένα αναλογικότερο και άρα αντιπροσωπευτικότερο εκλογικό σύστημα, διότι διαφορετικά εξωθούμε σταδιακά ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνίας εκτός πολιτικού παιχνιδιού, απονομής δημοσίων αξιωμάτων και ανάληψης κοινωνικής ευθύνης. Τα πρόσφατα γεγονότα του Δεκεμβρίου απέδειξαν, μεταξύ άλλων, πόσο επικίνδυνες μπορεί να αποβούν για το πολίτευμά μας αυτές ακριβώς οι συνθήκες πολιτικής περιθωριοποίησης. Επιθυμητή μεν η κυβερνητική σταθερότητα, αλλά δεν μπορεί να ανάγεται σε απόλυτη αξία, εν όψει μάλιστα και του γεγονότος ότι ευρύτερη κοινοβουλευτική εκπροσώπηση σημαίνει ενίσχυση του δημοκρατικού ελέγχου και της διαφάνειας.
Οσο και αν μοιάζει παράδοξο, οι προαναφερθείσες αλλαγές μπορούν να προέλθουν ακόμη και μέσα από το ίδιο το υπάρχον πολιτικό κατεστημένο, αρκεί βεβαίως να ασκηθεί και η σχετική πίεση από πολιτικές ομάδες και φορείς εκτός του κατεστημένου. Το τελευταίο από απλό ένστικτο αυτοσυντήρησης θα έχει κάθε συμφέρον να αναδιανείμει σε νέες δυνάμεις κάποια από τα εξουσιαστικά προνόμια που επί δεκαετίες τώρα έχει συγκεντρώσει, προκειμένου να μη τα χάσει όλα...

Το πείραμα του εκσυγχρονισμού
Πολιτικό πρόγραμμα ή επικοινωνιακό επινόημα;
Βασίλης Βουτσάκης
Διδάσκει φιλοσοφία δικαίου στη νομική αθηνών
Eίναι η πολιτική απλώς θέμα επικοινωνίας; Κάποιοι, ενισχυμένοι από μια αγοραία ανάγνωση της διακυβέρνησης Καραμανλή, λένε πως ναι. Στη μεταμοντέρνα εποχή μας, αναφωνούν, τώρα που δυστυχώς εξαντλήθηκε η πνοή των μεγάλων κινητήριων μύθων, του κομμουνισμού, του αντιιμπεριαλισμού κ.λπ., η πολιτική έχει εκπέσει σε απλή διαχείριση συμβόλων και έχει περάσει στα χέρια των σύγχρονων τεχνικών της εξουσίας, των επικοινωνιολόγων.
Αυτή η ανάλυση εξειδικεύεται και στα καθ΄ ημάς. Ως τώρα μια από τις συνηθέστερες κριτικές στην οκταετία Σημίτη ήταν ότι διαχειρίστηκε απλώς τα πράγματα: ας θυμηθούμε τα περί άχρωμου λογιστή ή αυτόματου πιλότου. Τώρα η κριτική αλλάζει κλίμακα: ο εκσυγχρονισμός, το πρόγραμμα που συνδέθηκε με τον Κώστα Σημίτη, δεν ήταν παρά επικοινωνιακό τέχνασμα. Υπό το πρίσμα αυτό ο εκσυγχρονισμός δεν είχε πολιτικό περιεχόμενο. Δεν βοηθούσε κοινωνικές δυνάμεις και ρεύματα να στοιχηθούν ούτε απαντούσε σε κοινωνικές ανάγκες.
Εδώ και πολλά χρόνια έχει αναγνωρισθεί - σε πείσμα των απλοϊκών θεωριών που ανάγουν τα πάντα στην οικονομία ή τα υλικά συμφέροντα- η σημασία των ιδεών, των νοοτροπιών, των ιδεολογιών. Εχει γίνει δεκτό ότι κάποιες ιδέες αποτελούν μέσα πολιτικής ηγεμονίας, υπό την ιδιότητά τους δε αυτή είναι υλικές, έχουν απτές επιπτώσεις στην πολιτική ζωή, σε μεγάλο βαθμό τη διαπλάθουν. Οι ιδέες αυτές επιτρέπουν στους φορείς της κοινωνικής ζωής να συλλαμβάνουν και να ορίζουν τα ζητήματα που κατ΄ εξοχήν τους απασχολούν, να ιεραρχούν τις προτεραιότητές τους, να εναρμονίζουν, να συγκροτούν την ταυτότητά τους.
Τέτοιες ιδέες καθιστούν επίσης δυνατή την εγγραφή διαφόρων ζητημάτων (του κοινωνικού ή του προσωπικού μας χώρου) στον δημόσιο χώρο, τον εμπλουτισμό ή την τροποποίησή τους ώστε να γίνουν κατανοητά και να αναγνωρισθούν ως ζητήματα και από άλλους.
Στη δημοκρατία αυτή η διαδικασία είναι πρωταρχικής σημασίας. Αλλο πράγμα είναι να συμμορφώνεσαι με μια πολιτική επειδή σε αναγκάζουν και άλλο να την υποστηρίζεις και να την πιστεύεις. Ετσι αυξάνουν και οι πιθανότητες να την αγκαλιάσουν και οι διάφοροι κοινωνικοί φορείς, η σύμπραξη των οποίων είναι απαραίτητη για να υλοποιηθεί.
Αυτός είναι ο λόγος που κανένας αναλυτής του δημόσιου βίου δεν προσπερνά αδιάφορα τις ιδέες προς όφελος κάποιων απρόσμεικτων ωμών κοινωνικών αναγκών και προβλημάτων. Και αυτός είναι ο λόγος που μπορούμε να διαχωρίσουμε το πεδίο της ιδεολογίας από το πεδίο της επικοινωνίας. Το ερώτημα λοιπόν που τίθεται είναι αν ο εκσυγχρονισμός ήταν επικοινωνιακή επινόηση ή πολιτικό πρόγραμμα. Το ερώτημα αυτό αναλύεται σε δύο σκέλη:Πρώτον, ποιες πολιτικές δυνάμεις συγκροτήθηκαν, ποιες κοινωνικές συμμαχίες υφάνθηκαν μέσω του εκσυγχρονισμού;Δεύτερον, ποιες επιπτώσεις είχε στην πολιτική ζωή το πρόγραμμα του εκσυγχρονισμού; Τα πεπραγμένα της 8ετίας θα ήταν ίδια χωρίς τον εκσυγχρονισμό;
Ως προς τοπρώτοερώτημα, οι περισσότεροι αναλυτές συμφωνούν ότι περί το τέλος της δεκαετίας του ΄80 διαρρηγνύεται η κοινωνική συμμαχία που είχε κρατήσει το ΠαΣοΚ του Ανδρέα Παπανδρέου στην εξουσία για πολλά χρόνια: κάτι η ανάδυση κάποιων μεσοαστικών στρωμάτων, κάτι τα νέα καταναλωτικά ήθη, κάτι η στενότερη
σύνδεση με την Ευρωπαϊκή Ενωση- είναι σαφές ότι η ελληνική κοινωνία δεν αναγνώριζε εαυτήν στον τριτοκοσμικό σοσιαλισμό που την είχε συναρπάσει λίγα χρόνια πριν. Το 1990 η ελληνική κοινωνία χρειαζόταν κάτι άλλο, αυτό το άλλο όμως είχε συγκεκριμένη πολιτική φυσιογνωμία, τη φυσιογνωμία δε αυτή διείδαν, ανίχνευσαν και κατέγραψαν (συνάμα διαπλάθοντάς την) ο Σημίτης και οι εκσυγχρονιστές του ΠαΣοΚ και όχι μόνο (βλ. τις πολιτικά σημαντικές προσχωρήσεις στελεχών της Κεντροδεξιάς και της ανανεωτικής Αριστεράς). Υπό την έννοια αυτή δεν αρκούσε μια ισχυρή αρχηγική παρουσία. Ούτε η επιβεβαίωση των ιδεωδών της δημοκρατικής παράταξης. Χρειαζόταν ένα πολιτικό πρόγραμμα που να στεγάζει τις ανησυχίες του συνταξιούχου και τα όνειρα του δυναμικού επιχειρηματία. Ενα πολιτικό πρόγραμμα που να εκφράζει μια αρκετά διαφορετική κοινωνική συμμαχία από εκείνη που εξέφραζε το ΠαΣοΚ του 1980. Με άλλα λόγια: χρειαζόταν πολιτική και όχι απλώς επικοινωνιακή πρόταση.
Ακριβώς δε (και έτσι φθάνουμε στοδεύτερο ερώτημα) επειδή οι εκσυγχρονιστές υπήρξαν εκείνοι που διέγνωσαν τις ανησυχίες και τις αξιώσεις αυτής της ευρείας κοινωνικής συμμαχίας, διατύπωσαν και την απάντησή τους. Στο επίκεντρο της απάντησής τους αυτής νομίζω ότι δεν βρίσκεται μόνο η ΟΝΕ ή μόνο το Ελσίνκι ή μόνο τα έργα. Ολα αυτά είναι εξαιρετικά σπουδαία, προϋποθέτουν όμως κάτι ακόμη θεμελιωδέστερο. Με τον εκσυγχρονισμό αρχίσαμε να επιχειρούμε να δούμε όχι μόνο τι χώρα δεν θέλουμε (μια χώρα αυταρχισμού, πολιτικών και κοινωνικών αποκλεισμών, προχειρότητας, φόβου και πελατειακών δικτύων) αλλά και τι χώρα θέλουμε. Με τον Σημίτη είχαμε μια πολιτική πρόταση. Η πολιτική πρόταση αυτή άγγιζε και την
ουσία της δημοκρατίας μας, την ύπαρξη δημόσιας σφαίρας: του χώρου στον οποίον οικοδομούνται τα συμφέροντα της ολότητας αλλά και ο τρόπος συνύπαρξης των ιδιωτικών συμφερόντων μεταξύ τους μέσω της πολιτικής διαβούλευσης διαπάλης και δράσης- τουλάχιστον στις σύγχρονες δημοκρατίες.
Ο εκσυγχρονισμός κατέστησε κεντρικό ζήτημα την ποιότητα της δημόσιας σφαίρας στη χώρα μας. Κατ΄ αρχάς από διαδικαστική άποψη: κατά τη διάρκεια της οκταετίας ζήσαμε τη σημασία του προγραμματισμού, των αξιών όπως η συνέπεια, η συνοχή, η σοβαρότητα και η μετριοπάθεια. Εν συνεχεία όμως και από ουσιαστική άποψη: ιδίως με τη σύγκρουση με την Εκκλησία του Χριστόδουλου επιδιώχθηκε η οριοθέτηση της δημόσιας σφαίρας από ένα από τα πιο βαρύνοντα στη χώρα μας (παράπλευρα) κέντρα εξουσίας. Αλλά και η σύλληψη των μελών της «17 Νοέμβρη» υπό το ίδιο πρίσμα πρέπει να διαβασθεί: η δημόσια σφαίρα οικοδομείται όσο αφήνουμε πίσω αυτοδικίες και τυφλές εκδικήσεις. Το ίδιο (για να περιοριστώ σε ένα ακόμη παράδειγμα) και η ίδρυση και η οργάνωση ανεξαρτήτων αρχών: η δημόσια σφαίρα λειτουργεί όσο λειτουργούν μηχανισμοί ελεγκτικοί της εκτελεστικής εξουσίας.
Ακόμη και οι αποτυχίες της 8ετίας (η ισχνή συνταγματική αναθεώρηση, η αποτυχία μιας σε βάθος επίλυσης του Ασφαλιστικού) συνδέονται με το πρόβλημα που επιχείρησε να λύσει ο εκσυγχρονισμός: την έκταση και ποιότητα της δημόσιας σφαίρας. Και όλα αυτά που έγιναν τότε γίνονται πιο ευδιάκριτα τώρα που ζούμε την καθημερινή αποδιάρθρωση της δημόσιας σφαίρας, που τόσο δύσκολα είχε οικοδομηθεί. Καθιστούν την επανασυγκρότησή της κύριο αίτημα των καιρών.