Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2009

Σταυροφορίες















































Οι Σταυροφορίες ξεκίνησαν σαν η ιδέα μίας ιερής εκστρατείας από μέρους των Δυτικών (Καθολικών) Χριστιανών, με σκοπό την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων (Παλαιστίνη, Ιερουσαλήμ) από τους μουσουλμάνους. Θεωρείται ότι ήταν η απάντηση της Δύσης στον ιερό πόλεμο, ή τζιχάντ, που κατά καιρούς κήρυττε το Ισλάμ. Ο σκοπός των Σταυροφοριών ήταν η κατάκτηση των Αγίων Τόπων και η συντριβή του Ισλάμ. Αφορμές για τις Σταυροφορίες αποτέλεσαν η κακομεταχείριση των προσκυνητών που επισκέπτονταν την Ιερουσαλήμ και η έκκληση του Βυζαντινού αυτοκράτορα ο οποίος δεχόταν ισχυρή πίεση από τους Τούρκους.

Τα στρατεύματα των σταυροφόρων αποκαλούνταν με τίτλους όπως ο στρατός «του σταυρού», «του Χριστού», «του Κυρίου» και «της πίστης». Το σύμβολο του σταυρού ήταν το αναγνωριστικό σημείο των Σταυροφόρων, από το οποίο λάμβαναν και το προσφιλές τους όνομα. Οι Σταυροφόροι ονομάζονταν «οι στρατιώτες του Χριστού», προσκυνητές, λατ. περεγκρίνι, και «οι έχοντες το σημείο του σταυρού», λατ. κρουσισιγκνάτι ή σιγκνατόρες. Η συμμετοχή σε σταυροφορία σήμαινε ότι σταυροφόρος «έπαιρνε τον σταυρό» ή «έπαιρνε το σημείο του σταυρού». Από τους συγχρόνους τους δεν υπήρχε καμία αμφιβολία ότι οι Σταυροφορίες ήταν θεϊκή αποστολή και μάλιστα περιγράφονταν ως «τα Έργα του Θεού, τα οποία επιτελούνταν μέσω των Φράγκων». Όσοι θανατώνονταν κατά τις σταυροφορικές εκστρατείες είχαν το προνόμιο ειδικού συγχωροχαρτιού για τις αμαρτίες που είχαν διαπράξει και θεωρούνταν στη συνείδηση του λαού μάρτυρες. Οι κληρικοί της εποχής προωθούσαν απόψεις όπως ότι οι δίκαιοι δεν έπρεπε να φοβούνται ότι θα τους καταλογιζόταν ως αμαρτία το να σκοτώσουν τον εχθρό του Ιησού Χριστού, ότι ο στρατιώτης του Χριστού μπορεί εκ του ασφαλούς να σκοτώσει και ακόμη περισσότερο να σκοτωθεί και ότι όταν ο στρατιώτης πεθάνει, ωφελεί τον εαυτό του ενώ όταν σφαγιάζει, ωφελεί τον Χριστό. Για τους κληρικούς ήταν αποδεκτό να συμμετέχουν στον πόλεμο εφόσον, όπως αναφέρει ο Θωμάς Ακινάτης, το τρόπαιο δεν θα ήταν εγκόσμια οφέλη αλλά η άμυνα της Εκκλησίας ή των φτωχών και των καταπιεσμένων.

Οι σταυροφορίες ξεκινούσαν με απόφαση του εκάστοτε πάπα της Ρώμης και —τουλάχιστον στην αρχή— ήταν πολύ σημαντικά γεγονότα. Συνήθως η κήρυξη μιας Σταυροφορίας συνοδευόταν και από εγκλήματα και διώξεις από απλούς πολίτες κατά των Εβραίων, αρκετές κοινότητες των οποίων βρίσκονταν στη Δυτική Ευρώπη. Ήταν η εύκολη λύση για όσους ήθελαν να εκτονώσουν το θρησκευτικό τους μένος, και για πολλούς άλλους που έβρισκαν την ευκαιρία για κλοπές και καταστροφές. Έγιναν αρκετές σταυροφορίες από τον 11ο αιώνα μ.Χ., μέχρι και το 15ο, οπότε και έγιναν οι τελευταίες σταυροφορίες κατά των Οθωμανών Τούρκων. Η τελευταία αναλαμπή των σταυροφοριών ήταν η Ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571.

Όμως πίσω από τον ενθουσιασμό και τα ιδανικά που υπερασπίζονταν οι σταυροφόροι υπήρχαν βαθύτεροι και λιγότερο ευγενείς σκοποί. Οι σταυροφορίες ξεκίνησαν υποκινούμενες κυρίως από την Καθολική εκκλησία, με σκοπό να επεκτείνει την εξουσία της στην Ανατολή, και να καταφέρει να υποτάξει την εκκλησία της Κωνσταντινούπολης. Παράλληλα πολλοί ηγεμόνες ονειρεύονταν πλούτη, δόξα και περιπέτειες. Ακόμη και οι απλοί άνθρωποι και στρατιώτες που ακολούθησαν είχαν τα δικά τους όνειρα για πλούτη,αναγνώριση και μια καλύτερη ζωή. Οι βυζαντινοί αυτοκράτορες είχαν τα δικά τους σχέδια και προσπάθησαν να στρέψουν τους Σταυροφόρους στην Μικρά Ασία χωρίς μεγάλη επιτυχία. Όλοι όσοι πήραν μέρος άμεσα ή έμμεσα ήθελαν να κερδίσουν κάτι αλλά τα αποτελέσματα των σταυροφοριών άλλαξαν εντελώς διαφορετικά την Ευρώπη από αυτό που περίμεναν.

Η βυζαντινή αυτοκρατορία αποδυναμώθηκε περισσότερο, αναγκαζόμενη να έχει το νου της στη Δύση, αντί να συγκρατεί τους Τούρκους στην Ανατολία,και το αποκορύφωμα ήταν η προσωρινή διάλυσή της από την Δ' Σταυροφορία. Τελικά οι Βυζαντινοί, αναγκαζόμενοι να πολεμούν στα Βαλκάνια, στην Αδριατική και στο Αιγαίο, έχασαν την Μικρά Ασία και κατακτήθηκαν από τους Τούρκους.Η Δ' Σταυροφορία δεν έπληξε μόνο τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, αλλά και την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία.Η βίαια υποταγή της στη Ρώμη και οι διωγμοί των ορθόδοξων ιερέων στην κυρίως Ελλάδα και την Κύπρο από τους σταυροφόρους έμειναν χαραγμένα στη μνήμη της. Από την άλλη, διωγμοί και σφαγές Λατίνων, απλών ανθρώπων ή ιερέων, από τους Βυζαντινούς, που είχαν συμβεί κάποιες φορές και πριν το 1204 που κυριεύθηκε η Κωνσταντινούπολη από τους Σταυροφόρους αλλά και αρκετές φορές μετά, συνέτειναν στο να μη βλέπουν με καλό μάτι οι Δυτικοί τους Βυζαντινούς. Μάλιστα, η ιδέα μίας σταυροφορίας κατά της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας υπήρξαν εποχές που συζητιόταν αρκετά έντονα στη Δύση.

Για 200 χρόνια οι Άγιοι Τόποι έγιναν πεδίο μαχών αλλά και εμπορίου και πολιτισμικής επαφής.

Οι Άραβες και οι Τούρκοι βελτίωσαν τις τακτικές τους, έμαθαν καινούρια γι' αυτούς όπλα από τους σταυροφόρους, εφηύραν νέα δικά τους και κατάφεραν το 1187 να ανακαταλάβουν την Ιερουσαλήμ, το 1260 να νικήσουν τους Μογγόλους στο Αν Τζαϊλούτ και να καταλάβουν τον Άγιο Ιωάννη της Άκρας από τους Σταυροφόρους το 1291 τερματίζοντας την κυριαρχία των σταυροφόρων στην Ανατολή. Ήδη όμως, το ενδιαφέρον στη Δύση για τις σταυροφορίες είχε εξαντληθεί, και η εποχή των σταυροφοριών τελείωσε και τυπικά.

Οι σταυροφόροι κατέλαβαν την Ιερουσαλήμ το 1099,και ίδρυσαν τις δικές τους ηγεμονίες στην Ανατολή. Η δύναμή τους, όμως, δεν ήταν ποτέ πολύ μεγάλη, καθώς αποτελούσαν την μειοψηφία του πληθυσμού, και σταδιακά βρέθηκαν σε θέση άμυνας. Τους δύο αιώνες που παρέμειναν στην περιοχή επωφελήθηκαν και αυτά που έμαθαν, τα διέδωσαν, σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, στις πατρίδες τους. Έμαθαν τον αραβικό πολιτισμό, εκτίμησαν την ιατρική και πολλοί από αυτούς στα κάστρα τους ζούσαν σαν μουσουλμάνοι, φορώντας ανατολίτικα ρούχα, κάνοντας λουτρά και γευόμενοι την ανατολίτικη κουζίνα. Καλλιεργήθηκαν πνευματικά και έγιναν πραγματικοί ευγενείς άρχοντες. Βελτίωσαν και αυτοί με τη σειρά τους τις πολεμικές τους μεθόδους αλλά τελικά εκδιώχθηκαν από την Ανατολή. Ακόμη, ιδρύθηκαν 3 θρησκευτικά-πολεμικά τάγματα που θα επηρέαζαν σε μεγάλο βαθμό την πορεία των σταυροφοριών. Αυτά ήταν το τάγμα των Ναϊτών,το τάγμα των Ιωαννιτών και το τάγμα των Τευτόνων Ιπποτών.Υπήρχαν και άλλα τάγματα όμως αυτά ήταν τα πιο γνωστά διότι ήταν και τα πιο ισχυρά. Όλα τα τάγματα προέρχονταν από όλη την Ευρώπη. Οι Ναίτες φορούσαν άσπρη φορεσιά με κόκκινο σταυρό,οι Ιωαννίτες μάυρη φορεσιά με άσπρο σταυρό και οι Τεύτονες άσπρη φορεσιά με μάυρο σταυρό.Οι περισσότεροι Ιωαννίτες υπήρχαν στο Πριγκιπάτο της Αντιόχειας,οι Ναΐτες στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ ενώ οι Τεύτονες κυρίως στην ανατολική Ευρώπη.Υπήρχαν όμως και άλλοι που πολεμήσαν ενάντια των Σαρακηνών.


Α' Σταυροφορία

Σταυροφορίες






















H Πρώτη Σταυροφορία διήρκησε τρία χρόνια, από το 1096 ως το 1099. Είχε ως αποτέλεσμα την κατάκτηση της Ιερουσαλήμ από τους Σταυροφόρους, πολεμιστές από τη Δυτική Ευρώπη, οι οποίοι ξεκίνησαν από τις πατρίδες τους με αυτό το σκοπό.


Η κατάσταση στην Ανατολή πριν την Α' Σταυροφορία

Μέχρι το 1060, περίπου, στις περιοχές από την Μικρά Ασία ως την Αίγυπτο επικρατούσε σχετική ηρεμία, και οι Φατιμίδες Άραβες που κατείχαν τους Αγίους Τόπους ήταν αρκετά ανεκτικοί με τους χριστιανούςΣελτζούκων Τούρκων στην Μέση Ανατολή. Οι Σελτζούκοι εξορμώντας από τις περιοχές της κεντρικής Ασίας, την Χωρασμία και την Υπερωξιανή, κατέκτησαν την Περσία και την Μεσοποταμία, καθιστώντας τους Αβασίδες Χαλίφες της Βαγδάτης ηγεμόνες-ανδρείκελα με θρησκευτική και συμβολική εξουσία μόνο.
προσκυνητές που έφταναν εκεί. Εκείνη όμως την εποχή ξεκίνησε η εισβολή των

Το 1064 ο σουλτάνος των Μεγάλων Σελτζούκων, Αλπ Αρσλάν, εισέβαλε στη Γεωργία και την Αρμενία και τις κατέλαβε, ενώ ξεκίνησε επιδρομές στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο αυτοκράτορας Ρωμανός Δ' Διογένης1071 στην μάχη του Μαντζικέρτ. Αυτή η ήττα επέτρεψε στους Σελτζούκους να εισβάλουν στην Μικρά Ασία και να την καταλάβουν σχεδόν ολόκληρη. Λίγο αργότερα συγκρούστηκαν με τους Φατιμίδες και κατέλαβαν τη Συρία και το 1076Ιερουσαλήμ. Όμως, μετά το 1092 και το θάνατο του σουλτάνου Μαλίκ Σαχ Α', το κράτος τους διασπάστηκε, και οι κατά τόπους ηγεμόνες άρχισαν να πολεμούν και μεταξύ τους. Έτσι η πιθανότητα συνεννόησής τους εναντίον ενός κοινού εχθρού ελαχιστοποιήθηκε. Οι Σελτζούκοι, μουσουλμάνοισουνίτες, φανατικοί εχθροί με τους σιίτες Φατιμίδες και νεοφώτιστοι στο Ισλάμ, άρχισαν να φέρνουν μεγάλα εμπόδια σε όλους τους προσκυνητές που ταξίδευαν στην Ιερουσαλήμ. Ένας από αυτούς τους προσκυνητές που κακομεταχειρίστηκαν ήταν ο Πέτρος ο Ερημίτης. Αυτός ο φανατικός και φαινομενικά ανίσχυρος καλόγερος θα ξεσήκωνε με τα κυρήγματά του ένα τεράστιο λαϊκό κίνημα στη Δύση για να εκδικηθεί την προσβολή που του έγινε. προσπάθησε να τον αντιμετωπίσει αλλά ηττήθηκε ταπεινωτικά από αυτόν το την

Η κατάσταση στη Δύση - Κήρυξη της Α' Σταυροφορίας

Καθολικοί χριστιανοί και μουσουλμάνοι είχαν πολεμήσει μεταξύ τους και πριν το 1095 στην Ιβηρική χερσόνησο όπου, πλέον, ξεκινούσε η μεγάλη αντεπίθεση των χριστιανών ηγεμόνων, η περίφημη Reconquista, η Ανάκτηση των από αιώνες χαμένων εδαφών από τους μουσουλμάνους. Σε αυτούς τους πολέμους συμμετείχαν κατά των μουσουλμάνων πολεμιστές και από άλλα μέρη της Δυτικής Ευρώπης. Αλλά και σε άλλα μέρη είχαν σημειωθεί συγκρούσεις μεταξύ τους, όπως στη νότιο Ιταλία και Σικελία.Το 1072 ο Ροβέρτος Γυισκάρδος κατάφερε να καταλάβει το Παλέρμο από τους Άραβες τερματίζοντας την εποχή της αραβικής κυριαρχίας στη Σικελία.

Για τον απλό κάτοικο της Δύσης στον Μεσαίωνα, η Ανατολή φάνταζε ως κάτι το πολύ μακρινό και εξωτικό. Ελάχιστοι γνώριζαν για τις μεγάλες προόδους των Αράβων στις επιστήμες, στη λογοτεχνία, στην αρχιτεκτονική και στις καλές τέχνες, αλλά πολλοί είχαν ακούσει ιστορίες για τα παλάτια και για τα πλούτη τους. Συνήθως αυτές τις ιστορίες τις θεωρούσαν μυθοπλασίες και τίποτα παραπάνω αλλά μετά από την κατάκτηση μερικών αραβικών εδαφών στην Ισπανία, οι Δυτικοί είδαν από πρώτο χέρι ότι πολλές από αυτές τις διαδόσεις ήταν αληθινές. Αυτό έκανε πολύ κόσμο να ονειρεύεται όλο και περισσότερο την Ανατολή.

Το 1088, ο Ουρβανός Β' έγινε πάπας. Την ίδια εποχή, όλο και περισσότεροι κύκλοι στη Ρώμη έβλεπαν θετικά την ιδέα της διεξαγωγής μίας Σταυροφορίας. Ένας προηγούμενος πάπας, τον οποίο είχε γνωρίσει ο Ουρβανός, ο Γρηγόριος Η', είχε προσπαθήσει προς αυτή την κατεύθυνση ήδη από το 1074, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Η ιδέα όμως των Σταυροφοριών υπήρχε και παλαιότερα και μάλιστα συνδεόταν και με μεσαιωνικούς δυτικοευρωπαϊκούς θρύλους για την εμφάνιση του Χριστού ως πάνοπλου ιππότη να καταδιώκει τους απίστους στη Δευτέρα Παρουσία, για την οποία πολλοί πίστευαν ότι θα γινόταν το έτος 1000 (βλέπε χιλιασμός). Η πραγματοποίηση, όμως, των ιδεών αυτών ήταν ένα άλλο θέμα.

Τελικά, η αφορμή για το ξεκίνημα της Α' Σταυροφορίας ήρθε απροσδόκητα από τη Βυζαντινή Ανατολή, καθώς από το 1054 υπήρχε το Σχίσμα των Εκκλησιών. Ο αυτοκράτορας Αλέξιος Κομνηνός έστειλε μία επιστολή στον πάπα,στην οποία του ζητούσε να του στείλει μισθοφόρους από τη Δύση για να καταφέρει να νικήσει τους Σελτζούκους Τούρκους στην Μικρά Ασία. Ο πάπας άδραξε την ευκαιρία για επέκταση της επιρροής του στην Ανατολή και για αναθέρμανση του θρησκευτικού αισθήματος στη Δύση και έστειλε αγγελιοφόρους σε όλους τους σημαντικούς ηγεμόνες και κόμητες να πάψουν τους μεταξύ τους πολέμους και να πάνε στους Αγίους Τόπους για να πολεμήσουν και να τους απελευθερώσουν. Όσοι δέχονταν έραβαν στον ώμο τους έναν κόκκινο σταυρό. Έτσι ονομάστηκαν «σταυροφόροι», αυτοί που φέρουν σταυρό.

Ο ίδιος ο πάπας στη σύνοδο του Κλερμόν (1095) θα κηρύξει επίσημα τη Σταυροφορία, τον ιερό πόλεμο κατά των απίστων που κατείχαν τους Αγίους Τόπους. Η Σταυροφορία παρουσιάστηκε ως «Θέλημα Θεού» (Λατ. Deus vult)[1]. Όσοι συμμετείχαν έπαιρναν άφεση αμαρτιών και αυτό ήταν ένα επιπλέον κίνητρο για πολλούς, πέρα από την προοπτική των νέων εδαφών, της λαφυραγωγίας και της περιπέτειας.

Μετά τη Σύνοδο, ο Πέτρος ο Ερημίτης άρχισε να περιοδεύει βγάζοντας πύρινους λόγους και ξεσηκώνοντας τα πλήθη κατά των μουσουλμάνων που κατείχαν τους Αγίους Τόπους. Αν και ο Πέτρος είχε μεγάλη απήχηση στον απλό λαό, πολλά μέλη του κλήρου θεωρούσαν ότι ήταν μία ανοργάνωτη προσπάθεια καταδικασμένη σε αποτυχία.Όμως, δεν ήταν μόνο ο Πέτρος που είχε ξεφύγει από τον έλεγχό τους. Μέσα στο 1096 έγιναν σφαγές Εβραίων που κατοικούσαν στη Γαλλία και στη Γερμανία και λεηλασίες των περιουσιών τους.

Η Σταυροφορία του λαού

Στις αρχές του 1096, ο Πέτρος ο Ερημίτης, έχοντας περιοδεύσει στη Γαλλία και στη Γερμανία, έφτασε στην Κολωνία. Από εκεί, έχοντας μαζέψει χιλιάδες λαού γύρω του, άρχισε την πορεία προς την Ιερουσαλήμ. Τα πράγματα όμως δεν ήταν τόσο καλά όσο έδειχναν. Η σταυροφορία του λαού, όπως ονομάστηκε αλλιώς η σταυροφορία του, ήταν στην ουσία σταυροφορία απλών ανθρώπων, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν είχαν πολεμήσει ξανά, γυναικόπαιδα, ηλικιωμένοι, μερικοί φτωχοί ιππότες και αρκετοί τυχοδιώκτες. Όλοι αυτοί νόμιζαν ότι η πορεία στην Ιερουσαλήμ θα ήταν εύκολη, σύντομη και ότι στη Γη της Επαγγελίας θα πλούτιζαν σε μικρό χρονικό διάστημα. Όταν αυτές οι ψευδαισθήσεις άρχισαν να διαλύονται άρχισε να διαλύεται η πίστη τους στο πρόσωπο του Πέτρου και μαζί η όποια συνοχή μπορούσε να έχει αυτός ο συρφετός. Στην Ουγγαρία και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία λεηλάτησαν και έκαψαν πόλεις, σκότωσαν και τρομοκράτησαν τον τοπικό πληθυσμό. Ο αυτοκρατορικός στρατός τους πρόλαβε, τους σταμάτησε και τους οδήγησε στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί ο αυτοκράτορας Αλέξιος συναντήθηκε με τον Πέτρο και τον συμβούλευσε να μην περάσει αμέσως στην Ασία αλλά να περιμένει και τους υπόλοιπους σταυροφόρους που θα ήταν πιο καλά οπλισμένοι και οργανωμένοι. Όμως πολύ σύντομα το πλήθος που ακολουθούσε τον Πέτρο άρχισε να θυμώνει και να κατηγορεί τον αυτοκράτορα που δεν τους άφηνε να περάσουν απέναντι, στην Μικρά Ασία, ενώ οι επιδρομές στα προάστεια της Κωνσταντινούπολης ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ο Αλέξιος μετά από αυτά βιάστηκε να τους μεταφέρει απέναντι με πλοιά όπου επιδόθηκαν σε λεηλασίες περισσότερο εναντίον των ντόπιων χριστιανών παρά εναντίον των μουσουλμάνων. Πλέον, όμως, ο Πέτρος δεν ασκούσε καμία εξουσία πάνω στον όχλο και παρά τις αρχικές τους επιτυχίες οι περισσότεροι σφαγιάστηκαν σε ενέδρα των Σελτζούκων υπό τον Κιλίτζ Αρσλάν Α' ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι και πουλήθηκαν ως δούλοι. Ελάχιστοι γλίτωσαν και μεταφέρθηκαν στην ευρωπαϊκή ακτή και σε άσχημη κατάσταση.

Άφιξη των υπόλοιπων Σταυροφόρων-Νίκαια


Μέχρι να τελειώσει έτσι άδοξα η σταυροφορία του λαού, νέες ομάδες σταυροφόρων έφταναν σταδιακά στην Κωνσταντινούπολη, προξενώντας και αυτοί προβλήματα από όπου περνούσαν. Οι νέοι σταυροφόροι είχαν εμπειροπόλεμους αρχηγούς και όλοι ήταν καλά εξοπλισμένοι. Αρχηγοί τους ήταν, ο αντιπρόσωπος του πάπα, Αντεμάρ του Πουί, ο Ροβέρτος της Νορμανδίας, ο Ούγος των Βερμαντουά, ο Ραϋμόνδος της Τουλούζης, ο Ροβέρτος της Φλάνδρας, ο Γοδεφρείδος του Μπουιγιόν και ο Βοημούνδος του Τάραντα. Ο τελευταίος είχε εισβάλει μαζί με τον πατέρα του, Ροβέρτο Γυϊσκάρδο, στην αυτοκρατορία πριν από 15 χρόνια, χωρίς επιτυχία. Αυτόν, ειδικά, οι Βυζαντινοί τον έβλεπαν με καχυποψία, αν όχι με μίσος. Ο Αλέξιος, με συνετή πολιτική και συνεχείς διαπραγματεύσεις με όλους τους αρχηγούς των Σταυροφόρων, κατάφερε να τους υποχρεώσει να υποσχεθούν να επιστρέψουν όλα τα εδάφη που θα κατελάμβαναν μέχρι την Αντιόχεια στην αυτοκρατορία, και σε αντάλαγμα τους μετέφερε με καράβια στην Μικρά Ασία και τους έδωσε οδηγούς και ένα μικρό εκστρατευτικό σώμα μέχρι την Αντιόχεια. Η πρώτη πόλη που χτύπησαν οι σταυροφόροι για να εκδικηθούν τη σφαγή των ομοεθνών τους ήταν η Νίκαια της Βιθυνίας στις αρχές του 1097. Ο Κιλίτζ Αρσλάν, που πίστευε ότι οι καινούριοι πολεμιστές που έρχονταν δε θα ήταν κάτι διαφορετικό από αυτούς που είχε νικήσει μερικούς μήνες πριν, βρέθηκε να πολεμά με οργανωμένους και εμπειροπόλεμους πολεμιστές με πανοπλίες. Ηττήθηκε και αποσύρθηκε στα βουνά εγκαταλείποντας την πρωτεύουσά του στην τύχη της. Οι σταυροφόροι πολιόρκησαν τη Νίκαια, η οποία μετά από λίγο καιρό ήταν έτοιμη να πέσει στα χέρια τους. Η φρουρά της Νίκαιας, όμως, προχώρησε σε ξεχωριστές διαπραγματεύσεις με τους Βυζαντινούς και συμφώνησε να παραδώσει την πόλη μόνο σε αυτούς. Οι Βυζαντινοί μπήκαν μέσα στην πόλη νύχτα από την μεριά της λίμνης και κρυφά από τους σταυροφόρους. Αυτό το γεγονός, καθώς και η απώλεια των λαφύρων εξόργισε τους σταυροφόρους αλλά συνέχισαν χωρίς φασαρίες την πορεία τους προς την Αντιόχεια. Στο δρόμο για την Αντιόχεια ο Κιλίτζ Αρσλάν τους επιτέθηκε στο Δορύλαιο αλλά κατάφεραν να τον νικήσουν.Ο Κιλίτζ Αρσλάν δεν τους ενόχλησε ξανά και ο δρόμος μέχρι την Αντιόχεια ήταν ανοικτός,όμως η πορεία τους ήταν μαρτυρική και πολλοί πέθαναν από τις κακουχίες.

Αντιόχεια

Πριν φτάσουν στην Αντιόχεια οι σταυροφόροι, ο Βαλδουίνος της Βουλλώνης, αδερφός του Γοδεφρείδου του Μπουγιόν, και ο Ταγκρέδος, ανηψιός του Βοημούνδου του Τάραντα, αποσπάσθηκαν από το κύριο σώμα των σταυροφόρων και εισέβαλαν στην Κιλικία.Ο Ταγκρέδος συνάντησε τους σταυροφόρους μπροστά στην Αντιόχεια.Ο Βαλδουίνος, όμως, δεν ενώθηκε ποτέ ξανά με το κύριο σώμα του στρατού των σταυροφόρων. Προσκαλεσμένος από τον Τορός, τον ηγεμόνα της Έδεσσας της Συρίας, εγκαταστάθηκε εκεί για να προστατεύει την περιοχή, που κατοικούνταν κυρίως από Αρμενίους, από τους Τούρκους. Λίγους μήνες αργότερα ο Τορός δολοφονήθηκε κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, και ο Βαλδουίνος ανακηρύχθηκε ηγεμόνας της Έδεσσας(1098). Ήταν ο πρώτος από τους σταυροφόρους που ίδρυσε κράτος στην περιοχή.

Την Αντιόχεια κυβερνούσε ένας Τούρκος, ο Γιαγκί Σιγιάν, πρώην σκλάβος του σουλτάνου Μαλίκ Σαχ, που τον είχε διορίσει κυβερνήτη της πόλης περίπου το 1090.Αυτός ζήτησε βοήθεια από όλους τους γειτονικούς ηγεμόνες για να αντιμετωπίσει τους σταυροφόρους. Μπροστά στην Αντιόχεια οι σταυροφόροι λιμοκτονούσαν αλλά ξεκίνησαν και συνέχισαν την πολιορκία.Νίκησαν στρατούς που στάλθηκαν από το Χαλέπι και τη Δαμασκό για να βοηθήσουν την Αντιόχεια.Τελικά τον Ιούνιο του 1098 η πόλη έπεσε στα χέρια τους μετά από προδοσία ενός Αρμένιου φρουρού, του Φιρούζ, που σε συνεννόηση με τον Βοημούνδο επέτρεψε σε ένα σώμα σταυροφόρων να μπουν νύχτα στην πόλη.Σχεδόν αμέσως, οι σταυροφόροι χρειάστηκε να την υπερασπιστούν από την επίθεση του αταμπέγ των Σελτζούκων της Μοσούλης, του Κερβογά, και των συμμάχων του.Τις κρίσιμες ημέρες της πολιορκίας από τον Κερβογά, ένας άσημος προκυνητής, ο Πιέρ Μπαρτολομύ, άρχισε να μιλά για οράματα που είχε για την Αγία Λόγχη (τη λόγχη με την οποία τρύπησαν τον Χριστό στο σταυρό), ότι δηλαδή βρισκόταν στην Αντιόχεια.Πολλοί τον πίστεψαν, και όταν πράγματι βρήκε μία λόγχη σκάβοντας σε μία εκκλησία, οι σταυροφόροι πήραν θάρρος, πιστεύοντας ότι αυτό ήταν σημάδι ότι ο Θεός ήταν μαζί τους.Υπήρχαν και πολλοί που δεν τον πίστεψαν, αλλά το αποτέλεσμα ήταν τελικά οι σταυροφόροι να βρουν το θάρρος να αντιμετωπίσουν τον Κερβογά σε μάχη έξω από τα τείχη, στην οποία και νίκησαν.Η νίκη τους, όμως, οφειλόταν εν μέρει στις φιλονικίες που είχαν ξεσπάσει στο στρατόπεδο των αντιπάλων τους. Σύντομα ο Ραϋμόνδος της Τουλούζης και ο Βοημούνδος του Τάραντα (ο οποίος πριν ακόμη πέσει η Αντιόχεια είχε καταφέρει με δόλο να απομακρύνει τους βυζαντινούς αντιπροσώπους από το στρατόπεδο, και στη συνέχεια είχε αποκηρύξει τη συμφωνία με τον Αλέξιο) φιλονίκησαν για την κυριαρχία της πόλης. Οι σταυροφόροι έμειναν για αρκετούς μήνες άπρακτοι στην Αντιόχεια και το γεγονός αυτό έκανε τους στρατιώτες και τους απλούς προσκυνητές να απειλήσουν να προχωρήσουν χωρίς τους αρχηγούς τους στην Ιερουσαλήμ.Μετά από αυτό ο Ραϋμόνδος υποχώρησε, και ο Βοημούνδος έμεινε στην Αντιόχεια ως ηγεμόνας.

Ιερουσαλήμ

Οι σταυροφόροι συνέχισαν προς το νότο για την Ιερουσαλήμ στις αρχές του 1099,την οποία είχαν ανακαταλάβει οι Άραβες Φατιμίδες της Αιγύπτου το 1098 από τους Τούρκους.Οι Φατιμίδες είχαν παρεξηγήσει τους σκοπούς των σταυροφόρων, νόμιζαν ότι ήταν στην υπηρεσία των Βυζαντινών και ότι δε θα τους επιτείθονταν, καθώς είχαν κοινούς εχθρούς τους σουνίτες Σελτζούκους Τούρκους της Συρίας. Οι σταυροφόροι ξεκίνησαν την πολιορκία της πόλης στις 7 Ιουνίου, αλλά η κατάσταση ήταν πολύ δύσκολη. Η ζέστη ήταν αφόρητη, το νερό ελάχιστο και ένα άλλο πρόβλημα ήταν η έλλειψη πολιορκητικών μηχανών. Για άλλη μία φορά ένας από τους σταυροφόρους, ο Πέτρος Ντεζιντέριους, είδε ένα όραμα που θα επηρέαζε τη σταυροφορία. Είδε σε όραμα τον Αντεμάρ του Πουί, που είχε πεθάνει πριν λίγους μήνες, να του υπόσχεται την πτώση της πόλης μετά από εννέα ημέρες αν οι σταυροφόροι έκαναν μία λιτανεία με γυμνά πόδια γύρω από αυτήν. Η λιτανεία πραγματοποιήθηκε. Στο πλήθος μίλησε και ο Πέτρος ο Ερημίτης και τους εμψύχωσε. Τη νύχτα της 13ης προς τη 14η Ιουλίου οι σταυροφόροι άρχισαν την επίθεση και γρήγορα βρέθηκαν μέσα στην πόλη. Ο Ραϋμόνδος συμφώνησε με τον Άραβα επικεφαλής της φρουράς να τον αφήσει να φύγει με τους σωματοφύλακές του. Όμως η πτώση της Ιερουσαλήμ στα χέρια των σταυροφόρων συνοδεύθηκε από ένα λουτρό αίματος, καθώς οι σταυροφόροι σκότωσαν σχεδόν όλους τους κατοίκους της Ιερουσαλήμ, χωρίς να κάνουν διάκριση ανάμεσα σε μουσουλμάνους, εβραίους ή χριστιανούς.

Ηγεμόνας της περιοχής αναγνωρίστηκε ο Γοδεφρείδος του Μπουγιόν, ο οποίος αρνήθηκε να στεφθεί βασιλιάς στα μέρη που έζησε ο Χριστός, αλλά πήρε τον τίτλο του προστάτη του Παναγίου Τάφου.Ακόμη εκλέχτηκε και ένας Λατίνος Πατριάρχης. Οι σταυροφόροι κατάφεραν να νικήσουν και τον αιγυπτιακό στρατό,που κατευθυνόταν προς την Ιερουσαλήμ,στην Ασκαλώνα. Αρκετοί σταυροφόροι μετά από αυτήν την επιτυχία γύρισαν πίσω.Η θέση όμως των σταυροφόρων στην Ανατολή ήταν επισφαλής. Πολλά τουρκικά φρούρια και μεγάλα κέντρα έλεγχαν μεγάλο κομμάτι των περιοχών κοντά στις πόλεις των Σταυροφόρων κάνοντας ακόμη χειρότερα τα πράγματα. Το Δεκέμβρη του 1099 έφτασε στην Ιερουσαλήμ ο επίσκοπος Δαϊμβέρτος, που κατάφερε να γίνει πατριάρχης της Ιερουσαλήμ.Τον Ιούλιο του 1100 ο Γοδεφρείδος πέθανε, και ο Δαϊμβέρτος προσπάθησε να πάρει ο ίδιος την εξουσία. Όμως, ο Βαλδουίνος της Βουλλώνης έφτασε από την Έδεσσα και εμπόδισε τα σχέδια του Δαϊμβέρτου. Τα Χριστούγεννα της ίδιας χρονιάς ο Δαϊμβέρτος τον έστεψε βασιλιά της Ιερουσαλήμ στη Βηθλεέμ.

Άλλες προσπάθειες από τη Δύση


Τα κράτη των σταυροφόρων το 1135.

Ο νέος πάπας, Πασχάλης Β', ζήτησε από τους ηγεμόνες της Δύσης να εκστρατεύσουν στην Ανατολή, αυτή τη φορά για να ενισχύσουν το βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Πολλοί ξεκίνησαν, αλλά προξένησαν πάλι προβλήματα στο Βυζάντιο, ενώ οι περισσότεροι σφαγιάστηκαν στην Μικρά Ασία από τους Τούρκους στο δρόμο προς την Αντιόχεια. Ένας στρατός σταυροφόρων στον οποίο συμμετείχε και ο Ραϋμόνδος της Τουλούζης επιτέθηκέ στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας για να ελευθερώσει το Βοημούνδο που εν τω μεταξύ τον είχε πιάσει αιμάλωτο ο εμίρης της Σεβάστειας, αλλά ηττήθηκαν κοντά στην Αμάσεια και διαλύθηκαν.Ο Ραϋμόνδος τελικά, πέθανε το 1105,προσπαθώντας να καταλάβει την Τρίπολη του Λιβάνου. Η πόλη συνέχισε να βρίσκεται σε πολιορκία από τον ανηψιό του Ραϋμόνδου, τον Γουλιέλμο-Ιορδάνη. Το 1109 παραγκωνίστηκε από το γιο του Ραϋμόνδου, Βερτράνδο, που με τη βοήθεια του βασιλιά της Ιερουσαλήμ, Βαλδουίνου Α', κατάφερε να καταλάβει την πόλη τον ίδιο χρόνο.

Ο Βοημούνδος απελευθερώθηκε με λύτρα που πληρώθηκαν το 1103 και συνέχισε να πολεμά τους Σελτζούκους στη Συρία προσπαθώντας να αυξήσει τη δύναμη και τα εδάφη του πριγκηπάτου του.Ηττήθηκε, όμως, στην μάχη της Χαρράν το 1104 από τους Σελτζούκους. Παράλληλα, αρνιόταν να παραδώσει την Αντιόχεια στους Βυζαντινούς. Αυτή του η άρνηση προκάλεσε την επίθεση των Βυζαντινών στην Κιλικία και στη Συρία. Ο Βοημούνδος βρέθηκε γρήγορα σε δύσκολη θέση και αναγκάστηκε να διαφύγει στην Ιταλία. Εκεί, μαζί με άλλους σταυροφόρους που είχαν παράπονα από τους Βυζαντινούς και που πίστευαν πως τους είχαν προδώσει στους Τούρκους πήραν την άδεια του πάπα Πασχάλη Β' για σταυροφορία κατά των Βυζαντινών. Ακόμη, πέτυχε το 1106 να παντρευτεί την Κωνσταντία, κόρη του βασιλιά της Γαλλίας, Φιλίππου Α', και να εξασφαλίσει και τη δική του βοήθεια.Το 1107 ο Βοημούνδος με 34.000 άνδρες αποβιβάστηκε στην Αυλώνα, και λίγο αργότερα άρχισε να πολιορκεί το Δυρράχιο.Ο Αλέξιος τον απέκλεισε γρήγορα και μετά από κάποιους μήνες άκαρπων προσπαθειών από τον Βοημούνδο για την κατάληψη του Δυρραχίου, ο Βοημούνδος αναγνώρισε την εξουσία του αυτοκράτορα στην Αντιόχεια και έγινε υποτελής του με τη συνθήκη της Δεαβόλεως.

Η Α’ Σταυροφορία είχε πετύχει το σκοπό της, την κατάληψη της Ιερουσαλήμ, και όχι μόνο: εξ αιτίας της ιδρύθηκαν Λατινικές ηγεμονίες στην περιοχή,το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, η Κομητεία της ΈδεσσαςΚομητεία της Τριπόλεως,το Πριγκηπάτο της Αντιοχείας και το αρμενικό Βασίλειο της Μικρής Αρμενίας της Κιλικίας. Είχε καταφέρει ακόμη να χαλαρώσει την πίεση των Τούρκων στη Βυζαντινή αυτοκρατορία. Όμως μεταξύ των σταυροφόρων και των Βυζαντινών υπήρχε ψυχρότητα και αμοιβαία καχυποψία.

Τέλος, με την ίδρυση των σταυροφορικών κρατών η Α' Σταυροφορία είχε και άλλες συνέπειες. Η παρουσία των σταυροφόρων στην Παλαιστίνη ήταν προκλητική για τους μουσουλμάνους. Η οργή για τις σφαγές που είχαν κάνει και για την απώλεια της Ιερουσαλήμ ήταν τεράστια. Στα χρόνια που έρχονταν οι φωνές για ενότητα στον μουσουλμανικό κόσμο θα πολλαπλασιάζονταν και οι σταυροφόροι θα έπρεπε να κάνουν μεγάλο αγώνα για να διατηρήσουν τα εδάφη τους.

Β' Σταυροφορία

Σταυροφορίες



















Η Δεύτερη Σταυροφορία ήταν μία προσπάθεια της Δύσης να αντεπιτεθεί στην όλο και αυξανόμενη πίεση των Τούρκων.Ξεκίνησε το 1147 και τερματίστηκε το 1149 πετυχαίνοντας να χειροτερέψει την κατάσταση για τα σταυροφορικά κράτη αλλά και να μεγαλώσει το χάσμα μεταξύ της δυτικής Χριστιανοσύνης και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η αφορμή

Ο Σελτζούκος αταμπέγ της Μοσούλης, Ζενγκί, που είχε καταφέρει να κυριεύσει και το Χαλέπι, κατέλαβε το 1144 την Έδεσσα, καταλύοντας το σταυροφορικό κράτος του οποίου ήταν έδρα. Στη συνέχεια ασχολήθηκε με προβλήματα στο εσωτερικό της επικράτειάς του και δύο χρόνια αργότερα δολοφονήθηκε από έναν αξιωματικό του.Ο γιος του και σουλτάνος του Χαλεπιού, Νουρεντίν, αντιμετώπισε με επιτυχία την εξέγερση των Αρμενίων της Έδεσσας που υποστηρίχθηκε και από τον παλιό κόμη της, Ζοσελέν Β', άρχισε να πιέζει επικίνδυνα την Αντιόχεια και αναδείχθηκε στο σημαντικότερο αντίπαλο των σταυροφόρων για τα επόμενα 30 χρόνια.

Η κήρυξη

Ο πάπας Ευγένιος όταν έμαθε τα νέα για τη δυσχερή θέση στην οποία είχαν περιέλθει οι σταυροφορικές ηγεμονίες εξέδωσε βούλλα την 1η Δεκεμβρίου 1145 με την οποία κήρυσσε την έναρξη Σταυροφορίας. Μετά από διαβουλεύσεις μερικών μηνών ο βασιλιάς της Γαλλίας Λουδοβίκος Ζ' αποφάσισε να εκστρατεύσει στους Αγίους Τόπους. Ο αντιπρόσωπος του πάπα, Βερνάρδος του Κλαιρβώ, αφού κατάφερε να σταματήσει αντισημιτικές εκδηλώσεις στη Γαλλία και στη Γερμανία συναντήθηκε με το Γερμανό αυτοκράτορα Κορράδο Γ'. Ο Κορράδος αρχικά αρνήθηκε να συμμετάσχει ο ίδιος στη σταυροφορία που ετοιμαζόταν αλλά έδωσε την άδεια σε όποιους ευγενείς ήθελαν να γίνουν σταυροφόροι να το κάνουν. Τελικά τα Χριστούγεννα του 1146 ο Βερνάρδος τον έπεισε να γίνει και ο ίδιος σταυροφόρος..

Η πορεία των Γερμανών

Τον Μάιο 1147 ο Κορράδος με τα γερμανικά στρατεύματα ξεκίνησε για την Ανατολή. Οι Γερμανοί διέσχισαν χωρίς αναταραχές την Ουγγαρία και συνέχισαν ειρηνικά και κατά την είσοδό τους στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Όμως στη Φιλιππούπολη έγιναν κάποιες συγκρούσεις που συνεχίστηκαν και στην Αδριανούπολη με μεγαλύτερη σφοδρότητα. Οι Γερμανοί τελικά έφτασαν στα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης και στα τέλη Σεπτεμβρίου πέρασαν στην Μικρά Ασία χωρίς να περιμένουν τους Γάλλους. Όμως σε μία ενέδρα των Τούρκων στο Δορύλαιο οι περισσότεροι σταυροφόροι σκοτώθηκαν. Όσοι έζησαν επέστρεψαν στην Κωνσταντινούπολη.


Η πορεία των Γάλλων

Οι Γάλλοι ξεκίνησαν στα τέλη Ιουνίου του 1147. Όταν έφτασαν στο Δούναβη, βυζαντινοί απεσταλμένοι τους ζήτησαν να συμπεριφερθούν με σεβασμό στον πληθυσμό της αυτοκρατορίας, πράγμα που έγινε. Ταυτόχρονα οι βυζαντινοί φρόντισαν για τον ανεφοδιασμό των Γάλλων με τρόφιμα στήνοντας υπαίθριες αγορές στην πορεία τους. Όταν ο Λουδοβίκος έφτασε στην Κωνσταντινούπολη ο αυτοκράτορας Μανουήλ Α' τον δέχθηκε με τιμές. Στη συνέχεια ο Λουδοβίκος ενώθηκε με τον Κορράδο και μαζί συνέχισαν ως την Έφεσσο. Εκεί ο Κορράδος αρρώστησε και ο Μανουήλ τον κάλεσε στην Κωνσταντινούπολη για να αναρρώσει. Όταν οι Γάλλοι έφτασαν στην Αττάλεια ήταν εξαντλημένοι από την πορεία και αποφάσισαν να συνεχίσουν τον υπόλοιπο δρόμο με καράβια. Όμως στα πλοία δεν χωρούσε όλος ο στρατός και έτσι πολλοί έμειναν στην Αττάλεια. Από αυτούς μόνο ένα μικρό τμήμα κατάφερε να ενωθεί με τον υπόλοιπο στρατό στην Αντιόχεια. Στην Αντιόχεια ο Λουδοβίκος συνάντησε τον ηγεμόνα της, Ραϋμόνδο του Πουατιέ, και παρά τις πιέσεις του, απέφυγε να δεσμευθεί για επίθεση εναντίον του Νουρεντίν και συνέχισε την πορεία του προς την Ιερουσαλήμ. Εκεί, όταν έφτασε το 1148, ξανασυναντήθηκε με τον Κορράδο που είχε φτάσει με καράβια από την Κωνσταντινούπολη.

Δαμασκός

Στην Ιερουσαλήμ οι Γάλλοι και οι Γερμανοί πέρασαν δύο μήνες χωρίς συγκρούσεις με τους μουσουλμάνους που απειλούσαν το βασίλειο,αλλά με έντονες φιλονικίες μεταξύ τους. Τελικά οι τρεις σύμμαχοι, ο Λουδοβίκος, ο Κορράδος και ο Βαλδουίνος της Ιερουσαλήμ, αποφάσισαν να επιτεθούν στη Δαμασκό. Παρ’όλο που στην αρχή η επίθεσή τους είχε επιτυχία, τα πράγματα γρήγορα χειροτέρεψαν.Από τη μία οι σταυροφόροι δεν έφταναν για να αποκλείσουν ολοκληρωτικά την πόλη, και από την άλλη ο Νουρεντίν, μετά από την έκκληση του εμίρη της Δαμασκού για βοήθεια, πλησιάζε με το στρατό του.Σαν να μην έφτανε αυτό, οι σταυροφόροι διαφώνησαν για το ποιος θα διοικούσε τη Δαμασκό όταν θα την κατελάμβαναν και αυτό αύξησε τις τριβές μεταξύ τους. Τελικά, μπροστά στον κίνδυνο να κυκλωθούν από τους Δαμασκηνούς και τον Νουρεντίν υποχώρησαν και η Β' Σταυροφορία έληξε με αποτυχία.

Αποτυχία και επιπτώσεις

Η συμμαχία ανάμεσα στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ, στους Γάλλους και στους Γερμανούς διαλύθηκε. Ο Κορράδος αναχώρησε αμέσως για την πατρίδα του μέσω Κωνσταντινούπολης, ενώ ο Λουδοβίκος έμεινε στην περιοχή μέχρι το 1149 αρνούμενος να παραδεχθεί την ήττα του.

Οι σταυροφορικές ηγεμονίες αντιμετώπιζαν ενωμένους, πλέον, τους μουσουλμάνους και πιο ισχυρούς από ποτέ. Στα επόμενα χρόνια η περιοχή θα συνταρασσόταν από τις μάχες ανάμεσα στο Βαλδουίνο Γ' της Ιερουσαλήμ και το Νουρεντίν.

Στη Δύση, ο Κορράδος αποφάσισε να συμμαχήσει με τον Μανουήλ κατά των Νορμανδών της Σικελίας, ενώ ο Λουδοβίκος στο δρόμο της επιστροφής έστεψε τον ηγεμόνα τους, Ρογήρο, βασιλιά. Οι Γάλλοι κατηγορούσαν τους Γερμανούς και τους Βυζαντινούς για την αποτυχία, ενώ οι Γερμανοί κατηγορούσαν τους Γάλλους. Παντού στη Δύση υπήρχε καχυποψία κατά των Βυζαντινών, που θα εξελισσόταν σε μίσος και ανοικτό πόλεμο με τη Δ' Σταυροφορία.

Η Γ΄ Σταυροφορία

Η Τρίτη Σταυροφορία (1189-1192) ήταν η απάντηση της Δυτικής Χριστιανοσύνης στην αντεπίθεση του Ισλάμ στην περιοχή της Παλαιστίνης και της Συρίας εναντίον των σταυροφορικών κρατών.Παρ'όλο που με την Γ' Σταυροφορία άλλαξε το πολιτικό σκηνικό στην ανατολική Μεσόγειο, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί μετά την μάχη του Χαττίν (1187) και τη συντριβή του σταυροφορικού στρατού από τον Σαλαντίν, οι σταυροφόροι απέτυχαν να ανακτήσουν την Ιερουσαλήμ.

Η κατάσταση στην Ανατολή πριν το 1187

Τα χρόνια πριν το 1187 υπήρξε αύξηση της ισχύος ενός μουσουλμάνου ηγέτη, του Σαλαντίν, που κατάφερε μέχρι το 1186 να ενώσει όλους τους μουσουλμάνους, από την Αίγυπτο μέχρι την Μεσοποταμία, και να αναδειχθεί στον πιο επικίνδυνο ηγέτη που είχαν να αντιμετωπίσουν οι σταυροφόροι μέχρι τότε. Αντίθετα με την πρωτοφανή σύμπνοια και ενότητα που είχαν οι μουσουλμάνοι, το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ σπαρασσόταν από εσωτερικές αντιπαλότητες. Ο Βαλδουίνος Δ' πέθανε το 1185. Μην έχοντας εμπιστοσύνη στον επ' αδελφή γαμπρό του, Γκυ των Λουζινιάν, μετά την άρνησή του να τον βοηθήσει σε μία επίθεση κατά των μουσουλμάνων, είχε ορίσει διάδοχό του τον πεντάχρονο ανηψιό του, τον Βαλδουίνο Ε' το 1183.Ο Βαλδουίνος Ε' ανέβηκε στο θρόνο, αλλά επειδή ήταν ανήλικος ο θείος του πριν πεθάνει όρισε αντιβασιλέα, το Ραϋμόνδο της Τρίπολης.Το 1186, όμως, ο Βαλδουίνος Ε' πέθανε. Ο Ραϋμόνδος προσπάθησε να σταματήσει την άνοδο στο θρόνο της μητέρας του Βαλδουίνου, Σιβύλλας, και του συζύγου της, Γκι ντε Λουζινιάν. Σ' αυτό συμφωνούσαν οι περισσότεροι φεουδάρχες και αξιωματούχοι του βασιλείου. Ο υποψήφιος που πρότεινε για το θρόνο της Ιερουσαλήμ ήταν ο σύζυγος της Ισαβέλλας, αδερφής της Σιβύλλας και του Βαλδουίνου Δ', ο Ονφρουά ντε Τορόν. Η προσπάθεια του Ραϋμόνδου, όμως, δεν απέδωσε. Ο Ονφρουά δήλωσε πίστη στον Γκυ, και αυτό ανάγκασε τους περισσότερους φεουδάρχες να δεχθούν ως βασιλιά τους τον Γκυ. Ο Ραϋμόνδος αποσύρθηκε στην Τρίπολη.

Την ίδια περίοδο ένας από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του Γκυ, ο Ραϋνάλδος του Σατιγιόν, κύριος του Κεράκ και παλαιότερα πρίγκηπας της Αντιόχειας, άρχισε να επιτίθεται στα καραβάνια των προσκυνητών που περνούσαν από το Κεράκ προς την Μέκκα και να τα λεηλατεί. Ο Σαλαντίν διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε από τον Γκυ να σταματήσει τις επιθέσεις του Ραϋνάλδου και να ελευθερώσει τους αιχμάλωτους προσκυνητές. Ο Γκυ συμφώνησε και διέταξε την απελευθέρωση των αιχμαλώτων, αλλά ο Ραϋνάλδος αρνήθηκε να υπακούσει. Έτσι ξεκίνησε νέα σύγκρουση μεταξύ του Σαλαντίν και των σταυροφόρων.

Μάχη του Χαττίν

Στις αρχές του 1187, ο στρατός του Σαλαντίν στρατοπέδευσε στην Τιβεριάδα. Ο Ραϋμόνδος μπροστά στον κίνδυνο μιας νέας μουσουλμανικής επίθεσης συμφιλιώθηκε με τον Γκυ και τον αναγνώρισε σαν βασιλιά. Τότε ο Γκυ αποφάσισε να συγκεντρώσει όλο το σταυροφορικό στρατό και να εκστρατεύσει εναντίον του Σαλαντίν. Ο Ραϋμόνδος προσπάθησε να τον αποτρέψει με το επιχείρημα ότι ο Σαλαντίν αυτό ακριβώς ήθελε να κάνουν οι σταυροφόροι. Τον συμβούλεψε να συγκρατηθεί και να διατάξει το στρατό να κρατήσει τις θέσεις του στα κάστρα.Έτσι ο Σαλαντίν θα αναγκαζόταν να υποχωρήσει γιατί θα ήταν πολύ δύσκολο να συντηρήσει για μεγάλο χρονικό διάστημα το στρατό του σε εχθρικό έδαφος.Ο Ραϋμόνδος κατηγορήθηκε για αυτές του τις συμβουλές για δειλία, και αναγκάστηκε να δεχθεί το σχέδιο του Γκυ.

Το σύνολο του σταυροφορικού στρατού με όλους τους σημαντικούς αρχηγούς του και τον Τίμιο Σταυρό προέλασε στην Τιβεριάδα εκτός των σταυροφορικών ταγμάτων οι οποίοι πήγαν στην Αντιόχεια και από κει στις χώρες τους διότι κατάλαβαν πως θα έχαναν. Όμως, στις 3 Ιουλίου του 1187, εγκλωβίστηκε από το στρατό του Σαλαντίν σε μία άνυδρη πεδιάδα. Την επόμενη ημέρα, οι μουσουλμάνοι άναψαν φωτιές γύρω από τις θέσεις των σταυροφόρων και προστατευμένοι από τον καπνό τους έριχναν συνεχώς βέλη. Όλες οι προσπάθειες του σταυροφορικού στρατού να σπάσει τον κλοιό των μουσουλμάνων απέτυχαν και στο τέλος της ημέρας παραδόθηκαν όλοι, εξαντλημένοι από τη δίψα. Ελάχιστοι γλύτωσαν από αυτήν την καταστροφή. Ο Σαλαντίν χάρισε στον Γκυ τη ζωή του, αλλά όχι και στον Ραϋνάλδο τον οποίο σκότωσε ο ίδιος. Ο Σαλαντίν, μετά από αυτή τη σημαντική του επιτυχία, κατέλαβε τα περισσότερα κάστρα και όλες σχεδόν τις πόλεις που κατείχαν οι σταυροφόροι, εκτός από την Τύρο, την Τρίπολη και την Αντιόχεια. Μπήκε θριαμβευτικά στην Ιερουσαλήμ στις 2 Οκτωβρίου, που παραδόθηκε μετά από σύντομη πολιορκία. 88 χρόνια μετά την κατάληψη της πόλης, στη διάρκεια της Α' Σταυροφορίας, από χριστιανούς έπεσε ξανά στα χέρια των μουσουλμάνων. Ο Σαλαντίν είχε κάθε λόγο να είναι ευχαριστημένος.

Κήρυξη μίας νέας Σταυροφορίας

Τα νέα της πτώσης της Ιερουσαλήμ συντάραξαν την Ευρώπη. Όπως λέγεται, ο Πάπας Ουρβανός Γ'Γρηγόριος Η', εξέδωσε παπικό διάταγμα (βούλα) για μια νέα σταυροφορία και κάλεσε τους χριστιανούς σε νηστεία και μετάνοια. Ιταλοί υπό τον μαρκήσιο του Μομφερρά, Κορράδο, έσπευσαν να βοηθήσουν τους χριστιανούς της Παλαιστίνης, ενώ ο πάπας Γρηγόριος έστειλε τον καρδινάλιο-λεγάτο Ερρίκο του Αλμπάνο στη Γαλλία και στη Γερμανία. Ο αυτοκράτορας της Γερμανίας Φρειδερίκος Α' Βαρβαρόσσας, που ήταν και βετεράνος της Β' Σταυροφορίας, απάντησε θετικά στο κάλεσμα του πάπα και πήρε το σταυρό το Μάρτιο του 1188. πέθανε συγκλονισμένος από την είδηση αυτή. Ο νέος Πάπας,

Στο μεταξύ, το φθινόπωρο του 1187 ο Γουλιέλμος Β’ της Σικελίας έστειλε στόλο αποτελούμενο από εξήντα πλοία μαζί με διακόσιους ιππότες, κάτω από τη διοίκηση του ναυάρχου του Μαργαριτώνη, να περιπολεί τα παράλια της Παλαιστίνης συστηματικά για να μην επιτρέψει στον Σαλλαδίνο να κατακτήσει κανένα από τα λιμάνια που είχαν τόσο ζωτική σημασία για το Λατινικό Βασίλειο της Ιερουσαλήμ. Ο Μαργαριτώνης υποχρέωσε το 1188 τον Σαλλαδίνο να λύσει την πολιορκία του κάστρου Κρακ των Ιπποτών, των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη, κοντά στην Τρίπολη της Συρίας. Τον επόμενο χρόνο έλυσε πολιορκίες στο κάστρο του Μαργκάτ, στη Λαττάκια (Λαοδίκεια) και στην Τύρο.

Παράλληλα, ο αρχιεπίσκοπος της Τύρου, Γιόσκιους (Ιωσίας), πήγε στην Ευρώπη να ζητήσει βοήθεια. Στις 22 Ιανουαρίου του 1189 στη Νορμανδία, κήρυξε τη σταυροφορία μπροστά στο βασιλιά της Αγγλίας, Ερρίκο Β', το Γάλλο βασιλιά, Φίλιππο Αύγουστο, και άλλους ισχυρούς φεουδάρχες, από την Αλσατία, τις Κάτω Χώρες, και αλλού. Ο Άγγλος βασιλιάς άρχισε αμέσως τις προετοιμασίες για τη σταυροφορία, και μάλιστα επέβαλλε στους υπηκόους του έναν καινούργιο φόρο, τη δεκάτη του Σαλαδίνου, αλλά πέθανε πολύ σύντομα. Στο θρόνο τον διαδέχθηκε ο γιος του, Ριχάρδος Α', που συνέχισε τις προετοιμασίες.

Η πορεία του Φρειδερίκου

Ο Φρειδερίκος Βαρβαρόσσας ξεκίνησε το Μάιο του 1189 επικεφαλής ισχυρού στρατεύματος και με τεύτονες έχοντας προηγουμένως κάνει συμφωνία με το βασιλιά της Ουγγαρίας Μπέλα Γ' και το Βυζαντινό αυτοκράτορα Ισαάκιο Β'. Ο Φρειδερίκος διέσχισε ειρηνικά την Ουγγαρία. Τα γερμανικά στρατεύματα πέρασαν στην Μικρά Ασία από την Καλλίπολη, με τη βοήθεια του βυζαντινού στόλου. Οι Γερμανοί συνέχισαν την πορεία τους με κάποιες μικροσυμπλοκές με τους Βυζαντινούς, μέχρι που εισήλθαν στην τουρκική επικράτεια. Ο Φρειδερίκος νίκησε τους Σελτζούκους του Ικονίου σε τρεις μάχες, στο Φιλομήλιο, στο Γιγκλάριο και στο Ικόνιο. Στις αρχές Ιουνίου οι Γερμανοί στρατοπέδευσαν στην όχθη του ποταμού Καλίκαδνου. Στις 10 Ιουνίου ο Φρειδερίκος πνίγηκε στο ποτάμι προσπαθώντας να το διαβεί έφιππος. Την ηγεσία του στρατεύματος ανέλαβε ο γιος του Φρειδερίκος της Σουηβίας και οι σταυροφόροι κατάφεραν να φτάσουν στην Αντιόχεια.Μετά πήγαν στην Άκρα όπου συνάντησαν τους υπόλοιπους Ευρωπαίους και ενίσχυσαν την πολιορκία.

Η πορεία του Ριχάρδου και του Φιλίππου

Οι δύο άλλοι Ευρωπαίοι βασιλείς που επρόκειτο να συμμετάσχουν στη σταυροφορία, ο Ριχάρδος Α' και ο Φίλιππος Β' ήταν δύο ολότελα διαφορετικοί χαρακτήρες. Είχαν καταφέρει, όμως, να συμβιβάσουν τις αγγλογαλλικές διαφορές και ξεκίνησαν από τη νότια Γαλλία σαν φίλοι. Στη συνέχεια ακολούθησαν διαφορετικές πορείες, ο Ριχάρδος συναντήθηκε με τον στόλο του στην Μασσαλία και ο Φίλιππος με τον στρατό του κατευθύνθηκε στη Γένοβα, και βρέθηκαν πάλι στην Μεσσήνη της Σικελίας το Σεπτέμβριο του 1190. Ο προηγούμενος βασιλιάς της Σικελίας, Γουλιέλμος Β', που είχε πεθάνει τον προηγούμενο χρόνο, ήταν σύζυγος της αδελφής του Ριχάρδου, Ιωάννας. Όταν έφτασε ο Ριχάρδος και ο Φίλλιπος στη ΣικελίαΚωνσταντία) και τέλος, ο Ριχάρδος αναγνώριζε ως νόμιμο διάδοχό του τον ανηψιό του Αρθούρο της Βρετάνης, ο οποίος μόλις ενηλικιωνόταν θα παντρευόταν με μία κόρη του Ταγκρέδου.Και ο Ριχάρδος και ο Φίλλιπος είχαν ιππότες από όλη την Ευρώπη αλλά και από τα σταυροφορικά τάγματα που επίσης προέρχονταν από όλη την Ευρώπη. Οι δύο στρατοί αφού τακτοποιήθηκαν οι εκκρεμότητες στη Σικελία, αναχώρησαν από εκεί για την Παλαιστίνη,στις 30 Μαρτίου ο Γαλλικός, και στις 10 Απριλίου ο Αγγλικός. Ο στόλος του Ριχάρδου μετά από μία καταιγίδα προσορμίστηκε στην Κύπρο. Είχαν χάσει μερικά καράβια από την καταιγίδα, και σε ένα από αυτά βρίσκονταν η Ιωάννα, η Βερεγγάρια (μέλλουσα σύζυγος του Ριχάρδου) και ένα μεγάλο τμήμα των χρημάτων που είχαν συγκεντρωθεί για τη σταυροφορία. Λίγες ημέρες αργότερα ανακάλυψαν ότι οι επιβάτες (και μαζί τους τα χρήματα) είχαν αιχμαλωτιστεί από τον ηγεμόνα της Κύπρου, τον Ισαάκιο Κομνηνό, τον άνθρωπο που απόσχισε την Κύπρο από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο Ριχάρδος κυρίεψε την Κύπρο, απελευθέρωσε τους δικούς του, αιχμαλώτισε τον Ισαάκιο Κομνηνό και πούλησε αμέσως το νησί στους Ναΐτες Ιππότες. Πριν φύγει από την Κύπρο, ο Ριχάρδος τέλεσε τους γάμους του με την Βερεγγάρια. άφησαν τα μισά στρατεύματα να επιστρέψουν στις χώρες τους ανάμεσά τους και τα σταυροφορικά τάγματα αφού είχαν 100.000 στρατιώτες ο καθένας. Τελικά, τον Μάρτιο του 1191, ο Ταγκρέδος, ο Ριχάρδος και ο Φίλιππος ήρθαν σε συμφωνία με την οποία οι αξιώσεις του Ριχάρδου σχετικά με την Ιωάννα ικανοποιούνταν, ο Ριχάρδος και ο Φίλιππος αναγνώριζαν ως βασιλιά της Σικελίας τον Ταγκρέδο (αν και η νόμιμη διάδοχος ήταν η θεία του Γουλιέλμου,

Ο Φίλιππος έφτασε στην Άκρα στις 20 Μαΐου 1191 για να ενισχύσει τους σταυροφόρους που ήδη πολιορκούσαν την πόλη. Ο Ριχάρδος έφτασε στην Άκρα στις 8 Ιουνίου 1191.

Πολιορκία της Άκρας


Η Άκρα ήταν ένα σπουδαίο λιμάνι και πολύ πλούσιο κέντρο του βασιλείου της Ιερουσαλήμ, που είχε πέσει αμαχητί στα χέρια του Σαλαντίν το Σεπτέμβριο του 1187.

Τον Απρίλιο του 1189 ο Σαλαντίν απελευθέρωσε τον Γκυ ντε Λουζινιάν, του οποίου η χρησιμότητα είχε εκμηδενιστεί. Αφού απελευθερώθηκε, ο Γκυ προσπάθησε να εγκαταστήσει την έδρα του στην Τύρο. Ο Κορράδος του Μομφερρά, ο οποίος είχε ηγηθεί της επιτυχημένης άμυνας στην πολιορκία από τον Σαλαντίν, αρνήθηκε να του την παραδώσει με τη δικαιολογία ότι μαζί με την Ιερουσαλήμ ο Γκυ είχε χάσει και το βασιλικό αξίωμά. Μετά την αποτυχία του στην Τύρο, ο Γκυ αποφάσισε να επιτεθεί στην Άκρα. Η αιφνιδιαστική επίθεση του Γκυ απέτυχε και αποφάσισε να πολιορκήσει την Άκρα.Η είδηση της πολιορκίας της Άκρας εξαπλώθηκε με μεγάλη ταχύτητα σε όλη την Ευρώπη και πολλοί ξακουστοί και ισχυροί φεουδάρχες έσπευδαν να λάβουν μέρος σε αυτή. Ταυτόχρονα, ο ίδιος ο Σαλαντίν έσπευσε στην Άκρα για να βοηθήσει την πολιορκούμενη φρουρά της. Στρατοπέδευσε στα περίχωρα της Άκρας προσπαθώντας να περνά τρόφιμα και εφόδια μέσα στην πόλη ενώ εμπόδιζε τον δια ξηράς ανεφοδιασμό των πολιορκητών από την Τύρο. Οι σταυροφόροι προσπάθησαν να τον απωθήσουν αλλά απέτυχαν.

Εν τω μεταξύ, ενισχύσεις κατέφθαναν συνεχώς από την Ευρώπη. Στο στρατόπεδο των σταυροφόρων άρχισαν να αντιμετωπίζουν προβλήματα σίτισης και πολλές αρρώστιες εκδηλώθηκαν ανάμεσα στους πολιορκητές.Από ασθένεια πέθανε η σύζυγος του Γκυ, βασίλισσα Σιβύλλα, γεγονός που πυροδότησε νέες δυναστικές έριδες. Ο Κορράδος του Μονφερρά νυμφεύθηκε την αδερφή της, Ισαβέλλα, για να αποκτήσει δικαιώματα στον θρόνο της Ιερουσαλήμ. Από ασθένεια πέθαναν τον χειμώνα του 1190-91 ο Λατίνος πατριάρχης της Ιερουσαλήμ, Ηράκλειος,ο Φρειδερίκος της Σουηβίας, ο θάνατος του οποίου άφησε προσωρινά τα γερμανικά στρατεύματα χωρίς ηγεσία, και πολλοί άλλοι διοικητές και απλοί στρατιώτες.Τον Απρίλιο του 1191 έφτασε στην Άκρα ο δούκας Λεοπόλδος της Αυστρίας και ανέλαβε την ηγεσία του γερμανικού στρατεύματος.Ο Ερρίκος της Καμπανίας μόλις που γλύτωσε.

Στις 20 Μαΐου έφτασε στο στρατόπεδο των πολιορκητών ο βασιλιάς Φίλιππος με το κύριο σώμα των 50.000 Γάλλων σταυροφόρων και στις 8 Ιουνίου του 1191 ο Ριχάρδος με τους με άλλους 50.000 Άγγλους σταυροφόρους. Οι δυσκολίες συνεχίστηκαν, αλλά όλα έδειχναν ότι το τέλος της πολιορκίας πλησίαζε. Η φρουρά της αναγκάστηκε να συνθηκολογήσει και να παραδόσει την Άκρα στις 12 Ιουλίου του 1191. Έτσι, τελείωσε η επική πολιορκία.Η νίκη, όμως, κηλιδώθηκε από τη σφαγή 2.700 αιχμαλώτων τον Αύγουστο από τον Ριχάρδο.

Ο βασιλιάς Φίλιππος μετά το τέλος της πολιορκίας αποφάσισε να επιστρέψει στη Γαλλία. .Αλλά και ο δούκας Λεοπόλδος γύρισε πίσω στην Αυστρία προσβεβλημένος από τον Ριχάρδο. Έτσι ο Ριχάρδος έμεινε ο μοναδικός ανώτατος διοικητής των σταυροφορικών δυνάμεων.

Μάχη του Αρσούφ


Μετά την πολιορκία της Άκρας οι σταυροφόροι αποφάσισαν να προχωρήσουν νότια και να καταλάβουν τη Γιάφα, από όπου θα μπορούσαν να συνεχίσουν προς το εσωτερικό της Παλαιστίνης και την Ιερουσαλήμ. Στις 7 Σεπτεμβρίου ο Σαλαντίν επιτέθηκε στο στρατό των σταυροφόρων στο Αρσούφ, λίγο πιο βόρεια από τη Γιάφα. Οι σταυροφόροι κράτησαν τις θέσεις τους και προκάλεσαν μεγάλες απώλειες στο στρατό του Σαλαντίν που αναγκάστηκε να υποχωρήσει. Η μάχη έληξε με νίκη των σταυροφόρων δίνοντας τους μεγάλη περηφάνια αφού ήταν η πρώτη φορά που νικούσαν τους σαρακηνούς σε μάχη μετά το Χαττίν.Ο δρόμος για τη Γιάφα ήταν ανοικτός.

Διαπραγματεύσεις και συνέχεια των εχθροπραξιών

Ο Ριχάρδος όταν έφτασε στην Γιάφα προσπάθησε να διαπραγματευθεί με τον Σαλαντίν. Οι διαπραγματεύσεις ήταν μία ευκαιρία ανασυγκρότησης και για τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές. Οι σταυροφόροι θα ξεκουράζονταν για λίγο καιρό και οι μουσουλμάνοι θα αναπλήρωναν τις απώλειές τους. Η πρότασή του ήταν να παντρευτεί ο αδελφός του Σαλαντίν, Ελ Αντίλ, την αδελφή του Ριχάρδου, Ιωάννα, και να κυβερνήσουν τις περιοχές του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ που κατείχαν και οι σταυροφόροι και οι μουσουλμάνοι.Η Ιερουσαλήμ θα ήταν ανοικτή τόσο στους μουσουλμάνους όσο και στους χριστιανούς προσκυνητές. Η άρνηση της Ιωάννας για αυτόν τον γάμο έθεσε τέλος στις διαπραγματεύσεις. Μετά την κατάρρευση των διαπραγματεύσεων, και ενώ είχε φτάσει ο Νοέμβριος του 1191, ο Ριχάρδος αποφάσισε να προχωρήσει στο εσωτερικό για να επιτεθεί στην Ιερουσαλήμ. Φτάνοντας κοντά στην Ιερουσαλήμ άλλαξε γνώμη καθώς θα ήταν ασύνετο να πολιορκήσει την πόλη στη διάρκεια του χειμώνα που θα έπλητε κυρίως τους σταυροφόρους αφού θα ήταν αναγκασμένοι να μείνουν στην ύπαιθρο γύρω από την πόλη για όσο διαρκούσε η πολιορκία. Αποφάσισε την επιστροφή στα παράλια και δουλεύοντας μαζί με το στρατό του ξαναέκτισαν το κάστρο της Ασκαλώνας. Οι εργασίες ολοκληρώθηκαν στο πρώτο μισό του 1192.

Παράλληλα, τους σταυροφόρους απασχολούσε η διαμάχη του Γκυ με τον Κορράδο για τον θρόνο της Ιερουσαλήμ. Ο Ριχάρδος κατάλαβε ότι κανένας αξιωματούχος του Βασιλείου της Ιερουσαλήμ δεν ήθελε να έχει ξανά για βασιλιά του τον Γκυ και απέσυρε την υποστήριξή του από αυτόν. Τον Απρίλιο του 1192 οι Ναΐτες Ιππότες επέστρεψαν την Κύπρο στον Ριχάρδο επειδή ο τοπικός πληθυσμός είχε εξεγερθεί εναντίον της σκληρής διακυβέρνησής τους και της βαριάς φορολογίας που είχαν επιβάλει. Λίγο αργότερα ο Ριχάρδος πούλησε την Κύπρο στον έκπτωτο Γάλλο βασιλιά της Ιερουσαλήμ Γκι ντε Λουζινιάν, σαν αντάλλαγμα για την παραίτησή του από τα δικαιώματά του στο Βασίλειο της Ιερουσαλήμ.

Στις 28 Απριλίου του 1192, λίγες ημέρες μετά την αναγνώρισή του ως βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, ο Κορράδος δολοφονήθηκε από δύο Χασασσίνους. Οι Χασσασίνοι είχαν διαφορές μαζί του. Ο Κορράδος λίγο καιρό νωρίτερα είχε αρπάξει εμπόρευμα που ανήκε στους Χασσασίνους και αρνιόταν να το επιστρέψει. Αρκετοί σταυροφόροι κατηγόρησαν τον Ριχάρδο ότι βρισκόταν πίσω από τη δολοφονία. Τίποτα, όμως, δεν αποδείχθηκε. Λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία η Ισαβέλλα παντρεύτηκε τον Ερρίκο της Καμπανίας για να μη μείνουν οι σταυροφόροι της περιοχής ξανά χωρίς βασιλιά.

Τον Ιούνιο του 1192 ο Ριχάρδος προχώρησε ξανά προς την Ιερουσαλήμ. Στρατοπέδευσε στην Χεβρώνα, όπου ήταν αρκετά κοντά ώστε να μπορεί να δει την Ιερουσαλήμ. Ο Σαλαντίν όλον αυτόν τον καιρό είχε ενισχύσει τα τείχη της Ιερουσαλήμ και είχε επιχωματώσει τα πηγάδια και είχε καταστρέψει τις πηγές γύρω από την πόλη ώστε οι σταυροφόροι να μην μπορούν να βρουν πόσιμο νερό. Ο Σαλαντίν βρισκόταν με ένα μέρος του στρατού μέσα στην πόλη και ο υπόλοιπος στρατός του ήταν στα βουνά της γύρω περιοχής. Οι σταυροφόροι αντιμετώπιζαν ένα σοβαρό δίλημα, την υποχώρηση και την ντροπή ή την επίθεση και την καταστροφή. Το μόνο που είχε να κάνει ο Σαλαντίν ήταν να περιμένει. Τελικά ο Ριχάρδος, αντιλαμβανόμενος ότι ακόμη κι αν κατάφερνε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ δεν θα κατάφερνε να την κρατήσει, διέταξε υποχώρηση. Ένα σχέδιο να κατευθυνθεί στην Αίγυπτο και να καταλάβει το Κάιρο απέτυχε. Στην οπισθοχώρηση η πειθαρχία χαλάρωσε υπερβολικά, πολλοί σταυροφόροι αρνήθηκαν να συμμετάσχουν σε επίθεση στην Αίγυπτο και έτσι ο στρατός επέστρεψε στην Άκρα.

Μάχη της Γιάφας


Ριχάρδος και Σαλαντίν (από μεσαιωνικό χειρόγραφο).

Σχεδόν ταυτόχρονα με την υποχώρηση των σταυροφόρων ο Σαλαντίν βγήκε από την Ιερουσαλήμ και επιτέθηκε στη Γιάφα. Η πόλη κατελήφθη γρήγορα από τους σαρακηνούς και η φρουρά της κλείστηκε στο κάστρο της πόλης.Τα νέα έφτασαν στην Άκρα και όταν τα έμαθε ο Ριχάρδος επέλεξε κάποιους από τους άνδρες του και επιβιβάστηκαν σε 7 πλοία με κατεύθυνση τη Γιάφα. Ο υπόλοιπος στρατός θα έφτανε από την ξηρά.

Φτάνοντας στη Γιάφα ο Ριχάρδος με τους άντρες του απόβιβαστηκαν και κατάφεραν μέχρι να πέσει η νύχτα να διώξουν τους μουσουλμάνους από την πόλη. Το πρωί έφτασε ο υπόλοιπος σταυροφορικός στρατός. Ο Σαλαντίν διέταξε ξανά επίθεση και η μάχη έξω από τη Γιάφα διήρκεσε αρκετές ώρες μέχρι να διατάξει τους άντρες του να υποχωρήσουν. Η μάχη τελείωσε με νίκη των σταυροφόρων. Είχαν διατηρήσει τις θέσεις τους και είχαν σιγουρέψει την κυριαρχία τους στη Γιάφα. Για αυτούς τους λόγους το ηθικό και η αυτοπεποίθησή τους ήταν αρκετά μεγάλα ενώ των σαρακηνών και του Σαλαντίν είχαν πέσει πάρα πολύ καθώς συνειδητοποίησαν ότι δεν ήταν αρκετά ισχυροί ώστε να εκδιώξουν μια και καλή τους σταυροφόρους από την Παλαιστίνη. Η μάχη έδειξε και στους δύο αντιπάλους ότι ήταν ισοδύναμοι. Οι σταυροφόροι κατείχαν σταθερά τα παράλια και οι σαρακηνοί το εσωτερικό, αλλά κανένας δεν ήταν τόσο ισχυρός ώστε να κυριαρχήσει και στα παράλια και στην ενδοχώρα.

Συμφωνία ειρήνης

Ο Ριχάρδος αποφάσισε ότι ήταν ώρα να επιστρέψει στις κτήσεις του. Αλλά και ο Σαλαντίν είχε πολεμήσει για πολλά χρόνια και χρειαζόταν την ειρήνη για να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις του και να αναπληρώσει τις απώλειές του.Έτσι, έκαναν συμφωνία στις 2 Σεπτεμβρίου του 1192 με τους εξής όρους:

  • Οι δύο αντιμαχόμενοι συμφωνούσαν σε ανακωχή που θα διαρκούσε για τρία χρόνια.
  • Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ θα εκτεινόταν στην παράλια ζώνη από την Τύρο μέχρι και τη Γιάφα.
  • Οι οχυρώσεις της Ασκαλώνας θα γκρεμίζονταν και η πόλη θα επέστρεφε ανοχύρωτη στην κυριαρχία του Σαλαντίν.
  • Οι χριστιανοί προσκυνητές και επισκέπτες θα μπορούσαν ανεμπόδιστα και με ασφάλεια να πηγαίνουν στην Ιερουσαλήμ.

Ο Ριχάρδος με τον όρο της τρίχρονης ανακωχής προσπαθούσε να μην χάσει σε γοήτρο, αφού αν ήταν διαφορετικά διατυπωμένος, ως όρος για ειρήνη, θα αποδεχόταν ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την Ιερουσαλήμ. Θεωρητικά τρία χρόνια ήταν αρκετά για να γυρίσει στις κτήσεις του, να τακτοποιήσει τις υποθέσεις του και να επιστρέψει στην Παλαιστίνη με ακόμη μεγαλύτερο στρατό.

Τα μετέπειτα γεγονότα

Ο Σαλαντίν πέθανε το 1193 στη Δαμασκό της Συρίας. Όταν άνοιξαν το θησαυροφυλάκιό του διαπίστωσαν ότι μέσα δεν υπήρχαν αρκετά χρήματα για την κηδεία του. Είχε μοιράσει όλη του την περιουσία στους φτωχούς υπηκόους του[1]. Μετά το θανατό του ξέσπασε διαμάχη, αρχικά μεταξύ των γιων του και αργότερα και του αδερφού του, Ελ Αντίλ, που αναδείχθηκε ο τελικός κυρίαρχος σε όλη την επικράτεια του Σαλαντίν το 1200.

Ο Γκυ πέθανε στην Κύπρο το 1194. Την Κύπρο κληρονόμησε ο αδελφός του Γκι, ο Αμορί (ή Αμάλριχος). Το 1197 η Κύπρος αναγνωρίστηκε ως Βασίλειο.

Ο Ερρίκος της Καμπανίας πέθανε το 1197 πέφτοντας από το μπαλκόνι του παλατιού του στην Άκρα, στη διάρκεια μίας παρέλασης. Η Ισαβέλλα παντεύτηκε σε τέταρτο γάμο τον Αμάλριχο της Κύπρου το 1198.

Ο Ριχάρδος δεν επέστρεψε ποτέ στην Παλαιστίνη. Έφυγε από τους Αγίους Τόπους και προσπάθησε να φτάσει στην Αγγλία μέσω Γερμανίας μεταμφιεσμένος σε προσκυνητή. Κοντά στη Βιέννη αιχμαλωτίστηκε από τον Λεοπόλδο της Αυστρίας, που δεν είχε ξεχάσει την προσβολή του από τον Ριχάρδο στην Άκρα. Στη συνέχεια παραδόθηκε στον Γερμανό αυτοκράτορα και γιο του Φρειδερίκου Βαρβαρόσσα, Ερρίκο ΣΤ'. Η συμφωνία που είχε κάνει ο Ριχάρδος με τον Ταγκρέδο της Σικελίας το 1191 αγνοούσε τα δικαιώματα της Κωνσταντίας,συζύγου του Ερρίκου, στον σικελικό θρόνο. Μία άλλη κατηγορία που προσάφθηκε στον Ριχάρδο ήταν η δολοφονία του Κορράδου του Μονφερρά. Ο Ριχάρδος απελευθερώθηκε το 1194 αφού συμφώνησε να πληρώσει ως λύτρα 150.000 ασημένια μάρκα. Τα επόμενα χρόνια συμφιλιώθηκε με τον αδελφό του, Ιωάννη τον Ακτήμονα, που αναγνώρισε τη βασιλική εξουσία του Ριχάρδου, και προσπάθησε να διατηρήσει τις κτήσεις του στη Γαλλία απέναντι στις βλέψεις του Φιλίππου. Το 1199 τραυματίστηκε στον ώμο από βέλος κατά την πολιορκία του Σαλύ, στη Γαλλία. Πέθανε από γάγγραινα λίγο αργότερα.Μετά το θάνατό του βασιλιάς της Αγγλίας και κληρονόμος των Γαλλικών κτήσεών του έγινε ο αδελφός του, Ιωάννης. Όμως, απέτυχε να υπερασπίσει την επικράτειά του ενάντια στον Φίλιππο που κατάφερε τελικά να κυριαρχήσει σε όλη τη βόρεια Γαλλία.

Η αποτυχία της Τρίτης Σταυροφορίας να καταλάβει την Ιερουσαλήμ οδήγησε στη διεξαγωγή της Δ' Σταυροφορίας, λίγα χρόνια αργότερα.

Το Βασίλειο της Ιερουσαλήμ επέζησε μέχρι το 1291, όταν η Άκρα καταλήφθηκε από τους Μαμελούκους.


Η Δ’ Σταυροφορία

Η Δ' Σταυροφορία (1201-1204) είχε στόχο την κατάληψη της Ιερουσαλήμ μέσω μιας εισβολής στην Αίγυπτο, αλλά παρέκκλινε από το στόχο της και οι Σταυροφόροι κατέλαβαν τελικά την Κωνσταντινούπολη, καταλύοντας τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και ιδρύοντας τη Λατινική Αυτοκρατορία. Ως ιστορικό γεγονός, η Δ' Σταυροφορία αποτέλεσε ένα εξαιρετικά πολύπλοκο ιστορικό φαινόμενο, το οποίο υπήρξε αποτέλεσμα διάφορων συμφερόντων και συναισθημάτων: θρησκευτικά αισθήματα, ελπίδες των Σταυροφόρων για ηθική ανταμοιβή και επιθυμία για κέρδη και περιπέτειες και υλικά κέρδη από την άλλη πλευρά. Όμως, η επικράτηση των υλικών συμφερόντων, η οποία ήταν αισθητή και στις προηγούμενες Σταυροφορίες, εκδηλώθηκε ξεκάθαρα κατά την Δ’ Σταυροφορία με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης το 1204.

Η πολιτική κατάσταση πριν την έναρξη της Δ’ Σταυροφορίας

Άγιοι Τόποι

Την εποχή εκείνη η Παλαιστίνη ανήκε στην αιγυπτιακή δυναστεία των Αγιουβιδών. Μετά τον θάνατο όμως του Σαλαδίνου (Μάρτιος 1193), τα μέλη της δυναστείας ήλθαν σε εμφύλια σύγκρουση. Η εξέλιξη αυτή φαίνονταν ότι ήταν ευνοϊκή για την επιτυχή έκβαση μιας επικείμενης Σταυροφορίας.

Μάλιστα την εποχή εκείνη στα χέρια των Σταυροφόρων είχαν μείνει μόνο, δύο αξιόλογες πόλεις: η Αντιόχεια (στη Συρία) και η Τρίπολη (στην Παλαιστίνη), καθώς και ένα παραλιακό κάστρο, η Άκρα. Ήταν επομένως επιτακτική η κήρυξη Σταυροφορίας για την επανάκτηση των υπόλοιπων Αγίων Τόπων (κυρίως των Ιεροσολύμων).

Βυζαντινή Αυτοκρατορία

Την έτη πριν την έναρξη της Δ' Σταυροφορίας στο Βυζάντιο επικρατούσε γενικός αναβρασμός και ατμόσφαιρα εμφυλίου πολέμου, ου οφείλονταν στις ανεπαρκείς ικανότητες τις αυτοκρατορικής δυναστείας των Αγγέλων.

Στην Πελοπόννησο, ο τοπικός άρχοντας Λέων Σγουρός είχε αποστατήσει, και με έδρα το Άργος επέκτεινε την κυριαρχία του βόρεια, μέχρι την κεντρική Εύβοια και τη Λάρισα. Στη Ρόδο αποστάτησε ο τοπικός άρχοντας, Λέων Γαβαλάς. Στην Μικρά Ασία σημαντικό υπήρξε το κίνημα του Θεόδωρου Λάσκαρη στη Βιθυνία. Στον Πόντο, τον Απρίλιο του 1204, η Τραπεζούντα καταλήφθηκε με γεωργιανό στρατό από τον εγγονό του Ανδρόνικου, Αλέξιο Α', ο οποίος ίδρυσε εκεί στη συνέχεια την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Η περιοχή της Σμύρνης, είχε αποσπαστεί από το Βυζάντιο από το 1198. Η περιοχή της Φιλαδέλφειας το 1203 αποστάτησε με επικεφαλής τον τοπικό της άρχοντα. Η Αττάλεια είχε και αυτή ανεξάρτητο δικό της κυβερνήτη, κάποιον Ιταλό τυχοδιώκτη. Η άλλοτε ισχυρή κεντρική εξουσία της Αυτοκρατορίας ήταν πια σκιώδης.

Η Δύση μετά την Γ’ Σταυροφορία

Κατά τα τέλη του 12ου αιώνα και κυρίως την εποχή που αυτοκράτορας της (γερμανικής) Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, Ερρίκου Στ’, η επιρροή των Γερμανών ήταν αισθητή στην Ιταλία, ενώ τα σχέδια του απειλούνταν από το Βυζάντιο.

Ο νέος Πάπας, που εξελέγη το 1198, Ιννοκέντιος Γ', έστρεψε την προσοχή του στην πλήρη αποκατάσταση της παπικής εξουσίας, στην οποία αποτελούσαν εμπόδιο οι εκάστοτε Γερμανοί Αυτοκράτορες και στην τοποθέτησή του ως αρχηγού κατά του Ισλάμ σε επικείμενη Σταυροφορία. Η πόλεις τις Ιταλίας, αντιδρώντας στην γερμανική επιρροή, βρίσκονταν στο πλευρό του Πάπα. Θεωρώντας ως εχθρό του παπισμού και της Ιταλίας την γερμανική αυτοκρατορική δυναστεία των Χόχενστάουφεν, ο Πάπας άρχιζε να υποστηρίζει την αντίπαλη φατριά του Όθωνα του Μπράουνσβαϊχ.

Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας, Αλέξιος Γ’ πιστεύοντας πως θα μπορούσε να αποτελέσει το Βυζάντιο ένα κοσμικό κράτος, απέστειλε επιστολή στον Πάπα λέγοντας ότι μονό αυτός, ως απόγονος της γνήσιας οικουμενικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας θα ήταν δυνατό να επιβληθεί πολιτικά σε όλο τον δυτικό κόσμο. Στην πραγματικότητα, η πολύπλοκη εσωτερική και εξωτερική κατάσταση του Βυζαντίου δεν άφηνε καμία ελπίδα για την επιτυχία τόσο φιλόδοξων σχεδίων.

Πάπας Ιννοκέντιος Γ’

Ο Ιννοκέντιος, σε αντίθεση με τους προκατόχους του, δεν ήθελε να βλέπει τον Βυζάντιο ως σχισματικό κράτος και άρχισε συνεννοήσεις για την ένωση των Εκκλησιών, απειλούσε μάλιστα ότι σε περίπτωση που ο Αλέξιος Γ’ φέρει αντιρρήσεις θα υποστηρίξει τον εκθρονισθέντα αυτοκράτορα Ισαάκιο, που η κόρη του είχε παντρευτεί τον Γερμανό Φίλιππο της Σουαβίας. Ο Αλέξιος Γ’ όχι μόνο δεν συμφώνησε με την πιθανή ένωση των εκκλησιών, αλλά σε επιστολή του υποστήριξε ότι η αυτοκρατορική εξουσία είναι ανώτερη από την πνευματική. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να ενταθούν οι μεταξύ τους σχέσεις.

Ταυτόχρονα με τις διπλωματικές προσεγγίσεις ο Ιννοκέντιος οργάνωνε την επικείμενη Σταυροφορία, κατά την οποία οι Χριστιανοί της Ανατολής και της Δύσης θα ενώνονταν για την απελευθέρωση των Αγίων Τόπων από τα χέρια των ‘απίστων’. Απεσταλμένοι του Πάπα εστάλησαν σε όλους τους άρχοντες της Ευρώπης που ταυτόχρονα υπόσχονταν άφεση αμαρτιών σε περίπτωση συμμετοχής. Στο κάλεσμα όμως δεν ανταποκρίθηκε ικανοποιητικός αριθμός: ο βασιλιάς Φίλιππος Αύγουστος Β' της Γαλλίας είχε ήδη αφορισθεί λόγω του διαζυγίου του, ο Ιωάννης ο Ακτήμων της Αγγλίας ήταν απασχολημένος σε συγκρούσεις με τους βαρόνους του και στη Γερμανία, είχε ξεσπάσει αγώνας μεταξύ του Όθωνα του Μπράουνσβάιχ και του Φιλίππου του Σουαβίας. Από τους σημαντικούς βασιλιάδες μόνο αυτός της Ουγγαρίας έλαβε μέρος στην Σταυροφορία. Πάντως οι πιο εκλεκτοί ιππότες της Δύσης, κυρίως από τη βόρεια Γαλλία, ακολούθησαν τους Σταυροφόρους.

Δόγης Δάνδολος

Σημαντικό ρόλο στην Δ’ Σταυροφορία έπαιξε ο δόγης της Βενετίας Ερρίκος Δάνδολος. Αν και ανέβηκε στον θρόνο σε ηλικία ογδόντα ετών, ήταν αρκετά δυναμικός ως χαρακτήρας και είχε πλήρη επίγνωση των επιδιώξεων της Βενετίας, κυρίως των οικονομικών. Επίσης υπήρξε, κατά τις πηγές, μεγαλοφυής διπλωμάτης, πολιτικός και πολύπειρος οικονομολόγος.

Την εποχή εκείνη οι σχέσεις Βενετίας και Βυζαντίου δεν ήταν φιλικές. Ένας θρύλος αναφέρει ότι ο Δάνδολος, όταν ήταν νεώτερος και έμενε για ένα διάστημα φιλοξενούμενος στην Κωνσταντινούπολη, τυφλώθηκε ύπουλα από κάποιους Βυζαντινούς με ένα κοίλο κάτοπτρο που αντανακλούσε τις ακτίνες του ήλιου και το γεγονός αυτό ήταν η αιτία του μίσους που έτρεφε ο δόγης προς το Βυζάντιο. Βέβαια η αμοιβαία δυσπιστία και ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο κρατών είχαν βαθύτερα αίτια. Ο Δάνδολος είχε αντιληφθεί καλά ότι η Ανατολή (χριστιανική και μωαμεθανική) ήταν πηγή πλούτου και έστρεψε την προσοχή του πρώτα στον πλησιέστερο αντίπαλο, το Βυζάντιο. Ως πρώτο βήμα ζήτησε την πλήρη αποκατάσταση όλων των εμπορικών προνομίων που είχε αποκτήσει η Βενετία παλαιότερα στο Βυζάντιο και είχαν περιοριστεί την εποχή των Κομνηνών. Επίσης, όπως και ο Πάπας, έτσι και ο Δάνδολος απειλούσε ότι θα υποστηρίξει τις αξιώσεις επί του βυζαντινού θρόνου της οικογένειας του εκθρονισθέντος Ισαάκιου Αγγέλου.

Προπαρασκευή

Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της Δ’ Σταυροφορίας δύο χαρακτήρες έπαιξαν σημαντικό ρόλο: ο Πάπας Ιννοκέντιος Γ’ ως αντιπρόσωπος του πνευματικού παράγοντα και ο δόγης Ερρίκος Δάνδολος, ως εκπρόσωπος του κοσμικού παράγοντα, που έδινε προτεραιότητα στους υλιστικούς εμπορικούς σκοπούς. Ο κόμης Θεοβάλδος Γ' της Καμπανίας εξελέγη αρχηγός του στρατού των Σταυροφόρων, αλλά πέθανε ξαφνικά πριν αρχίσει η Σταυροφορία. Ως νέος ηγέτης εκλέχθηκε ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός, έτσι η αρχηγία περιήλθε σε Ιταλό πρίγκιπα.

Έναρξη της Σταυροφορίας: Ζάρα

Οι Σταυροφόροι έπρεπε να συγκεντρωθούν αρχικά στη Βενετία, που αντί ορισμένου χρηματικού ποσού ανέλαβε να τους μεταφέρει με τα πλοία της στην Ανατολή. Η Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας όμως δεν ήθελε να τους μεταφέρει πριν εισπράξει ολόκληρο το χρηματικό ποσό που της είχε υποσχεθεί. Μην έχοντας όλο το ποσό οι Σταυροφόροι αναγκάστηκαν να δεχτούν την πρόταση του Δάνδολου: να τον βοηθήσουν να καταλάβει τη δαλματική πόλη Ζάρα (σημερινή Ζαντάρ) που είχε αποσπαστεί από τη Βενετία για να προσαρτηθεί στην Ουγγαρία. Αν και ο βασιλιάς της Ουγγαρίας μετείχε στην Σταυροφορία, οι Σταυροφόροι δέχτηκαν την πρόταση του δόγη και κατευθύνθηκαν εναντίον της Ζάρα, μιας πόλης που επρόκειτο να συμμετάσχει στη Σταυροφορία. Έτσι η Σταυροφορία που προορίζονταν να στραφεί κατά των μουσουλμάνων ‘απίστων’ άρχισε την πολιορκία μιας χριστιανικής πόλης στην οποία ζούσαν Σταυροφόροι. Παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του Πάπα και τις απειλές για μαζικούς αφορεσμούς, οι σταυροφόροι κατέλαβαν τη Ζάρα και την κατέστρεψαν. Δεν πτοήθηκαν ούτε όταν οι κάτοικοι της πόλης τοποθέτησαν στα τείχη Εσταυρωμένους.

Όταν ο Πάπας πληροφορήθηκε την κατάληψη της Ζάρα και άκουσε τα εναντίον των Σταυροφόρων και των Ενετών παράπονα του Βασιλιά της Ουγγαρίας, προέβη στον αφορισμό τους. Αυτό, όμως, δεν είχε κανένα αποτέλεσμα, αν και ανακάλεσε μετέπειτα τον αφορισμό κατά των Σταυροφόρων άφησε 'τιμωρημένους' τους Βενετούς. Πάντως, ο Ιννοκέντιος δεν απαγόρευσε στους Σταυροφόρους να έρχονται σε επαφή με τους αφορεσμένους Βενετούς και έτσι η συνεργασία τους συνεχίστηκε.

Παρέκκλιση προς Κωνσταντινούπολη

Κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της Ζάρα, αναδείχτηκε μια νέα προσωπικότητα στο προσκήνιο: ο γιος του εκθρονισμένου βυζαντινού αυτοκράτορα Ισαάκιου, Αλέξιος, που είχε καταφύγει στη Δύση με σκοπό να ζητήσει βοήθεια για την αποκατάσταση του θρόνου του. Ενώ αρχικά κατέφυγε στην Γερμανία, ο Όθωνας του Μπράουνσβάιχ ήταν ανίκανος να τον υποστηρίξει, λόγω εσωτερικών προβλημάτων στην χώρα του, έστειλε όμως αντιπροσωπεία στη Ζάρα, ζητώντας από τη Βενετία και τους Σταυροφόρους να τον βοηθήσουν. Για τη βοήθεια αυτή ο Αλέξιος υποσχέθηκε, σε ό,τι αφορούσε τον θρησκευτικό τομέα, να υποτάξει το Βυζάντιο στη Ρώμη, αλλά και να πληρώσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό μετά την αποκατάστασή του και τέλος να συμμετάσχει και ο ίδιος προσωπικά στην μετέπειτα Σταυροφορία.

Ο Δάνδολος αντιλήφθηκε αμέσως όλα τα πλεονεκτήματα αυτής της πρότασης και ήθελε να παίξει κύριο ρόλο στην εκστρατεία κατά της Κωνσταντινούπολης. Έβλεπε ότι ανοίγονταν μεγάλες ευκαιρίες από αυτή την τροπή των γεγονότων. Αρχικά, οι Σταυροφόροι δεν ενέκριναν αυτή την αλλαγή στα σχέδια, όμως τελικά συμφώνησαν με τον Δάνδολο. Οι περισσότεροι από τους Σταυροφόρους αποφάσισαν να συμμετάσχουν κατά της Κωνσταντινούπολης, υπό τον όρο μετά να κατευθυνθούν προς την Αίγυπτο. Έτσι, τον Μάιο του 1203 ο Ενετικός στόλος με τον Δάνδολο, τον Βονιφάτιο Μομφερατικό και τον πρίγκιπα Αλέξιο, απέπλευσε από τη Ζάρα και ύστερα από ένα μήνα έκανε την εμφάνισή του στην πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Πολλοί ερευνητές πάντως έχουν δώσει μεγάλη σημασία στο ζήτημα αυτής της παρέκκλισης της Σταυροφορίας προς Κωνσταντινούπολη. Αυτή η εκδοχή των τυχαίων συμπτώσεων που οδήγησαν τελικά την Σταυροφορία κατά του Βυζαντίου, υποστηρίζεται από τον ιστορικό Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο, που είχε συμμετάσχει στην Σταυροφορία και ήταν κύρια πρωτογενής πηγή της Δ' Σταυροφορίας. Υπάρχουν όμως και άλλες πηγές που υποστηρίζουν ότι η πορεία κατά της Κωνσταντινούπολη είχε μυστικά αποφασιστεί εξαρχής από τον Πάπα και τον Γερμανό βασιλιά Φίλιππο της Σουαβίας[1][2]. Γενικά, από διαφορετικές πηγές έχουν διατυπωθεί τα δύο αυτά διαφορετικά σενάρια, δηλαδή των «τυχαίων γεγονότων» και της «προμελέτης»[3][4].

Μια άλλη ιστορική πηγή, ο Γάλλος μελετητής, Μα-Λατρί, υποστήριξε ότι η Βενετία, είχε μυστική συνθήκη με τον Σουλτάνο της Αιγύπτου και, ως εκ τούτου, με δεξιοτεχνία ανάγκασε τους Σταυροφόρους να εγκαταλείψουν τον βασικό τους στόχο, την Αίγυπτο, και να κατευθυνθούν εναντίον του Βυζαντίου[5].

Πέρα από τις διάφορες θεωρίες, οι πηγές συγκλίνουν σε ένα συμπέρασμα: ότι επικράτησε η ισχυρή θέληση του Δάνδολου, ο οποίος είχε ανησυχήσει από την οικονομική ανάπτυξη των άλλων ιταλικών κρατών, της Γένουας και της Πίζας και προσδοκούσε στον απεριόριστο πλούτο και λαμπρό μέλλον από την κατάκτηση των αγορών της Ανατολής.

Τελικά, κατά τα τέλη του Ιουνίου του 1203, ο στόλος των Σταυροφόρων έφτασε στην Κωνσταντινούπολη, η οποία την εποχή εκείνη κατά τον Νικήτα Χωνιάτη, θύμιζε στους Δυτικοευρωπαίους «την Σύβαρι, που ήταν γνωστή για την μαλθακότητά της»[6]. Από σύγχρονες δυτικές πηγές, αναφέρεται ο απεριόριστος θαυμασμός που έτρεφαν οι Σταυροφόροι για το πλούτο που κατείχε η Πόλη.

Η πρώτη Άλωση (1203)

Η πολιορκία της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204).

Φαίνονταν πιθανό ότι η οχυρωμένη βυζαντινή πρωτεύουσα θα μπορούσε να αντισταθεί με επιτυχία στους Σταυροφόρους, των οποίων ο αριθμός δεν ήταν τόσο μεγάλος. Οι τελευταίοι, όμως, αποβιβάστηκαν στην ευρωπαϊκή ακτή και κατέλαβαν τον Γαλατά, έσπασαν την αλυσίδα που έκλεινε τον Κεράτιο κόλπο και εισχώρησαν σε αυτόν πυρπολώντας τα πλοία που βρίσκονταν εκεί. Ταυτόχρονα οι ιππότες επιτέθηκαν κατά της πόλης, που παρά την απεγνωσμένοι αντίσταση, ιδιαίτερα από τους μισθοφόρους Βαράγγους, καταλήφθηκε τον Ιούλιο του 1203 από τους Σταυροφόρους.

Ο Αλέξιος Γ' που δεν είχε ούτε τη θέληση, ούτε τη δύναμη να αντισταθεί, εγκατέλειψε την πόλη και διέφυγε παίρνοντας μαζί του το δημόσιο θησαυροφυλάκιο. Ο Ισαάκιος Β' απελευθερώθηκε από τη φυλακή και επανήλθε στον θρόνο, ενώ ο γιος του Αλέξιος που είχε φτάσει μαζί με τους Σταυροφόρους ανακηρύχθηκε συν-αυτοκράτορας (Αλέξιος Δ'). Η πρώτη αυτή πολιορκία και κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους έγινε με σκοπό την αποκατάσταση του Ισαάκιου Β' στον θρόνο.

Αλλαγή σχεδίων

Η συνέχεια της Σταυροφορίας δεν ήταν αυτή που είχε σχεδιαστεί στη Ζάρα. Το αυτοκρατορικό ταμείο πλέον ήταν άδειο. Απελπισμένος ο νέος συν-αυτοκράτορας προσπαθεί να συλλέξει το χρηματικό ποσό που έχει υποσχεθεί στους Σταυροφόρους με διάφορους τρόπους: πρόσθετοι φόροι, δασμοί, συλλέγεται ακόμη και το ασήμι και το χρυσάφι από το στολισμό της εκκλησιαστικής περιουσίας. Όμως ο λαός της Κωνσταντινούπολης τρέφει εχθρικά αισθήματα για την νέα του εξουσία, που την θεωρούσε προδοτική καθώς συναίνεσε στην Άλωση της πόλης. Η επανάσταση δεν αργεί να ξεσπάσει. Ο λαός της Πόλης ανατρέπει την εξουσία του και ανακηρύσσει αυτοκράτορα τον Αλέξιο Ε' Μούρτζουφλο. Ο Μούρτζουφλος, γνωστός και ως Αυτοκράτορας Αλέξιος Ε’, υποστηριζόταν από την παράταξη που διατίθεντο εχθρικά προς τους Σταυροφόρους και δεν δέχεται σε καμία περίπτωση να τηρήσει τους όρους των προκατόχων του με τους Σταυροφόρους και αρνείται οποιονδήποτε συμβιβασμό. Αντίθετα προσπαθεί να οργανώσει την άμυνα της πόλης για ενδεχόμενη επίθεση που δεν αργεί να πραγματοποιηθεί.

Οι Σταυροφόροι μετά το θάνατο του Ισαάκιου και του Αλέξιου, ύστερα από διαταγή του ίδιου του Μούρτζουφλου, θεώρησαν τους εαυτούς τους απαλλαγμένους από κάθε υποχρέωση που είχαν αναλάβει έναντι του Βυζαντίου. Η ευθεία σύγκρουση Ελλήνων και Σταυροφόρων ήταν πια αναπόφευκτη και οι δεύτεροι άρχισαν να σχεδιάζουν την, για λογαριασμό τους, κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης. Τον Μάρτιο του ίδιου έτους (1204) πραγματοποιήθηκε μεταξύ Βενετίας και Σταυροφόρων συνθήκη, σχετικά με τη διαίρεση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η πρώτη πρόταση της συνθήκης είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακή: «Εν ονόματι του Χριστού, πρέπει να καταλάβουμε, δια των όπλων, την πόλη» [7]. Τα κύρια σημεία της συνθήκης είχαν ως εξής[8]:

  • Η κυβέρνηση των Λατίνων θα εγκαθίστατο στην πόλη και οι σύμμαχοι τους θα συμμετείχαν στην κατανομή των λαφύρων.
  • Επιτροπή αποτελούμενη από έξι Βενετούς και έξι Γάλλους, θα εξέλεγε εκείνον που, κατά τη γνώμη τους, θα κυβερνούσε καλύτερα τη χώρα «προς δόξαν του Θεού, της Αγίας Ρωμαϊκής Εκκλησίας και της Αυτοκρατορίας».
  • Ο Αυτοκράτορας θα είχε στη διάθεσή του το ένα τέταρτο της πόλης, την έξω από την πόλη περιοχή, καθώς και δύο ανάκτορα εντός της πόλης.
  • Τα υπόλοιπα τρία τέταρτα θα δίνονταν κατά το ήμισυ στους Βενετούς και το υπόλοιπο στους άλλους Σταυροφόρους.
  • Όλοι οι Σταυροφόροι που θα λάμβαναν μικρές ή μεγάλες κτήσεις, εκτός από τον Ερρίκο Δάνδολο, όφειλαν να ορκιστούν πίστη στον Αυτοκράτορα.

Οριστική Άλωση και λεηλασίες

Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης, έργο του Ντελακρουά.

Αφού οι Σταυροφόροι δέχθηκαν τους όρους αυτούς, άρχισαν την προσπάθειά τους να καταλάβουν την Κωνσταντινούπολη με συνδυασμένες επιθέσεις από ξηρά και θάλασσα. Μια πρώτη επίθεση των Σταυροφόρων το πρωί της 9ης Απριλίου 1204 εναντίον του θαλάσσιου τείχους αποκρούστηκε. Στις 12 Απριλίου, όμως η επίθεση επαναλήφθηκε στο τείχος του Κεράτιου. Οι Βενετοί, που είχαν δέσει τις γαλέρες τους ανά δύο και τις είχαν υπερυψώσει με ξύλινες κατασκευές, τις οδήγησαν γεμάτες στρατό κατά των πύργων. Μετά από σκληρή μάχη, το απόγευμα κατόρθωσαν να καταλάβουν δύο πύργους και να δημιουργήσουν πρώτα ένα άνοιγμα στα τείχη και να ανοίξουν τρεις πύλες από όπου άρχιζαν να εισχωρούν στην πόλη. Όταν νύχτωσε, οι Σταυροφόροι είχαν καταλάβει ένα μικρό μέρος της περιοχής κοντά στον Κεράτιο κόλπο. Η βυζαντινή ηγεσία απέδειξε τότε πως δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει τις περιστάσεις. Ο Αλέξιος Ε' Μουρτζούφλος και πολλοί ευγενείς εγκατέλειψαν την πόλη από τις χερσαίες πύλες προς τη Θράκη. Έτσι την επόμενη μέρα οι επιτιθέμενοι άρχισαν να προελαύνουν χωρίς να συναντήσουν ουσιαστική αντίσταση. Η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας «έπεσε αφού υπέστη την επίθεση αυτής της εγκληματικής και πειρατικής εκστρατείας που λέγεται Δ' Σταυροφορία»[9].

Μετά την κατάληψη της πόλης, επί τρεις μέρες, οι Λατίνοι μεταχειρίστηκαν με φοβερή σκληρότητα, λεηλατώντας κάθετη που είχε συγκεντρωθεί, δια μέσου των αιώνων, στην Κωνσταντινούπολη. Τίποτε δεν έμεινε σεβαστό: οι εκκλησίες, τα λείψανα, τα μνημεία τέχνης. Οι ιππότες της Δύσης και οι στρατιώτες τους, καθώς και οι Λατίνοι μοναχοί και ηγούμενοι, έλαβαν και αυτοί μέρος στη λεηλασία. Ο Νικήτας Χωνιάτης, αυτόπτης μάρτυρας της κατάληψης της πόλης, δίνει μια τρομακτική εικόνα της λεηλασίας, της βίας και της ερήμωσης που έφεραν οι Σταυροφόροι.

Κατά τη διάρκεια των τριών ημερών λεηλασίας, χάθηκαν πολλά πολύτιμα έργα τέχνης, πολλές βιβλιοθήκες λαφυραγωγήθηκαν και πολλά χειρόγραφα καταστράφηκαν, ενώ η Αγία Σοφία λεηλατήθηκε ανελέητα. Ο Βιλλεαρδουίνος παρατηρεί ότι «από την εποχή της δημιουργίας του κόσμου, ποτέ, σε καμία πόλη, δεν κατακτήθηκαν τόσα λάφυρα»[10]. Μετά από αυτή την Σταυροφορία, όλη η δυτική Ευρώπη κοσμήθηκε με τους θησαυρούς της Κωνσταντινούπολης, ενώ οι περισσότερες από τις εκκλησίες της Δυτικής Ευρώπης απέκτησαν μέρος από τα «ιερά λείψανα» της πόλης. Το μεγαλύτερο μέρος των λειψάνων, που βρίσκονταν σε μοναστήρια της Γαλλίας, καταστράφηκε κατά τη διάρκεια της Γαλλικής Επανάστασης (1789). Τα τέσσερα ορειχάλκινα άλογα που αποτελούσαν ένα από τα καλύτερα στολίδια του Ιπποδρόμου της Κωνσταντινούπολης, μεταφέρθηκαν από τον Δάνδολο στην Βενετία, όπου και διακοσμούν σήμερα την εξώθυρα του καθεδρικού ναού του Αγίου Μάρκου.

Το νέο πολιτικό σκηνικό

Εν τω μεταξύ προέκυψε το πρόβλημα της οργάνωσης της κατακτηθείσας περιοχής από τους Σταυροφόρους. Τελικά αποφασίστηκε η ίδρυση μια Αυτοκρατορίας, όμοιας με αυτής που προϋπήρχε και τέθηκε ζήτημα εκλογής Αυτοκράτορα. Ο επικρατέστερος φαίνονταν ο Βονιφάτιος ο Μομφερατικός. Ο Δάνδολος όμως φαίνεται ότι αντιτάχθηκε στην υποψηφιότητα αυτή, θεωρώντας τον πολύ ισχυρό και φοβούμενος το γεγονός ότι οι κτήσεις του βρίσκονταν πολύ κοντά στην Βενετία. Έτσι και παραμερίστηκε και επιλέχτηκε ο Βαλδουίνος, κόμης της Φλάνδρας, που απείχε περισσότερο από τη Βενετία, ενώ συγχρόνως ήταν λιγότερο δυναμικός.

Σχετικά με τη διανομή των εδαφών, η Κωνσταντινούπολη, βάσει της συμφωνίας, ο Βαλδουίνος έλαβε τα πέντε όγδοα και ο Δάνδολος τα τρία όγδοα μαζί με την Αγία Σοφία. Ο Βαλδουίνος έλαβε και την περιοχή της νότιας Θράκης, ένα μικρό τμήμα της βορειοδυτικής Μικράς Ασίας στον Ελλήσποντο και μερικά νησιά του Αιγαίου. Ο Βονιφάτιος πήρε τη Μακεδονία με τη Θεσσαλονίκη καθώς και τη βόρεια Θεσσαλία και γινόταν υποτελής του Βαλδουίνου.

Η Βενετία κατά τον διαμοιρασμό, εξασφάλισε τη μερίδα του λέοντος. Η Δημοκρατία του Αγίου Μάρκου έλαβε μερικές περιοχές στις ακτές της Αδριατικής, όπως π.χ. το Δυρράχιο, τα νησιά του Ιονίου, το μεγαλύτερο μέρος των νησιών του Αιγαίου, περιοχές στην Πελοπόννησο, την Κρήτη, μερικούς λιμένες στην Θράκη. Βάσει της συμφωνίας, η Αγία Σοφία περιήλθε στα χέρια του κλήρου της Βενετίας και ο Βενετός Θωμάς Μοροζίνι έγινε Πατριάρχης και κεφαλή της Καθολικής Εκκλησίας της Νέας Αυτοκρατορίας.

Σε αυτή την κατάσταση, δημιουργήθηκαν εστίες ελληνικής αντίστασης. Ήδη είχαν δημιουργηθεί η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας και η Αυτοκρατορία της Νίκαιας. Αμέσως, μετά ο Θεόδωρος Κομνηνός Δούκας ιδρύει το Δεσποτάτο της Ηπείρου, με πρωτεύουσα την Άρτα.