Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009




"Οι πόλεις - κράτη, και κυρίως η Δημοκρατική Αθήνα βλέποντας ότι η κριτική για τους θεούς ξεκινά από τους σοφιστές και τις ανώτερες κοινωνικά τάξεις θεώρησε ότι βρίσκεται μπροστά σε μια ύπουλη επίθεση Λακωνιζόντων, κατά του Δήμου κα γι’ αυτό ψήφισε το 432 π.Χ. το περίφημο «Ψήφισμα του ΔΙΟΠΕΙΘΗ*», επαγγελματία μάντη, εναντίων όσων:

«τὰ θεῖα μὴ νομίζειν καὶ λόγους περὶ τῶν ματαρσίων (οὐρανίων) διδάσκειν» (Πλουτ. Περικ. 32) με ποινές την εξορία, το θάνατο και τοκάψιμο των συγγραμμάτων (Nauk, Fragm. Trag. Gracc. 2η έκδοση, σελ. 771)

«Σωκράτης ἀδικεῖ καὶ περιεργάζεται ζητῶν τά τε ὑπὸ γῆς καὶ οὐράνια καὶ τὸν ἥττω λόγον κρείττω ποιῶν». Κατηγορία στο δικαστήριο του Λύκωνα και Μελήτου προς την ασέβεια του Σωκράτη, όπως περιγράφεται στην Απολογία του Πλάτωνα (Πηγή: Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Κ΄, σελ. 298)"


ΑΡΧΑΙΑ ΠΟΛΗ & ΘΡΗΣΚΕΙΑ


«Το Δωδεκάθεο έλαβε «κρατική» υπόσταση όταν άρχισαν να δημιουργούνται σιγά-σιγά στην Ελλάδα οι Πόλεις-Κράτη. Κά­θε πολιτεία θεώρησε καλό να βάλει τάξη στο χάος των τοπικών λατρειών δημιουργώντας μία δημόσια λατρεία βασισμένη στο ομηρικό Δωδεκάθεο ως συνεκτικό δεσμό της Πόλεως-Κράτους. Πράγματι, οι αρχαίες ελληνικές πόλεις-κράτη δεν επέτρεπαν σε κανένα να βρίσκεται έξω από την κρατική οργάνωση της λατρεί ας. Ωστόσο η πλειονότητα των κατοίκων πού δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα (μέτοικοι, δούλοι κ.λπ.) συνέχισε να τηρεί τις πα λιές, χθόνιες λατρείες και αργότερα αποτέλεσαν τους πολυπλη θείς πιστούς της νέας θρησκείας του Διονύσου, όπως την είχε «μεταρρυθμίσει» ο Ορφισμός. η κύρια «θρησκευτική» ενασχό ληση αυτής της πλειονότητας ήταν σαφώς η ΜΑΓΕΙΑ, όπως δεί χνει με ιδιαίτερη ενάργεια η πληθώρα των μαγικών φυλακτών και καταδέσμων από τις ανασκαφές. Η Μαγεία άλλωστε ήταν και η μόνη διέξοδος της μεγάλης πληθώρας των αποκλήρων της ζωής στην αρχαία εποχή σε έναν κόσμο ανασφαλή, άδικο και εχθρικό…

Οι πόλεις - κράτη, και κυρίως η Δημοκρατική Αθήνα βλέποντας ότι η κριτική για τους θεούς ξεκινά από τους σοφιστές και τις ανώτερες κοινωνικά τάξεις θεώρησε ότι βρίσκεται μπροστά σε μια ύπουλη επίθεση Λακωνιζόντων, κατά του Δήμου κα γι’ αυτό ψήφισε το 432 π.Χ. το περίφημο «Ψήφισμα του ΔΙΟΠΕΙΘΗ*», επαγγελματία μάντη, εναντίων όσων: «τὰ θεῖα μὴ νομίζειν καὶ λόγους περὶ τῶν ματαρσίων (οὐρανίων) διδάσκειν» (Πλουτ. Περικ. 32) με ποινές την εξορία, το θάνατο και το κάψιμο των συγγραμμάτων (Nauk, Fragm. Trag. Gracc. 2η έκδοση, σελ. 771)».΄

Πηγή: «Οι απόκρυφες επιστήμες στην Ελληνική αρχαιότητα, από τον Όμηρο μέχρι τον Πρόκλο», Διαμαντής Κούτουλας, Εκδόσεις ΕΣΟΠΤΡΟΝ, Αθήνα 2002

ΔΙΟΠΕΙΘΗΣ

Αθηναίος χρησμολόγος και φανατικός αντιπρόσωπος της αρχαίας πίστης. Το ένα του χέρι ήταν παράλυτο. Αντιτάχθηκε στις νεωτεριστικές μεταρρυθμίσεις του Περικλή και με εισήγησή του αποφασίστηκε να υποβάλλονται μυνήσεις «εἰσαγγελίαι» κατά παντός μη πιστεύοντας στους αρχαίους θεούς ή σε αυτούς που διέδιδαν θεωρίες περί υπερκόσμιων πραγμάτων. Φαίνεται πως άκμασε κατά το δεύτερο ήμισυ του Ε΄ αιώνα π.Χ., αν και δεν υπάρχει ομοφωνία προς αυτό. Για την μετέπειτα στάση του επί της κοινωνικής κατάστασης κύριος μάρτυρας είναι ο Αριστοφάνης, είναι δε ασφαλής η μαρτυρία του σχολιαστή του Αριστοφάνη που λέει πως ο Διοπείθης, ακολουθώντας άλλωστε τις αρχές του, διέκειτο συμπαθώς προς το συντηρητικό στρατηγό Νικία. Περί αυτού αναφέρεται πως έφτασε σε πολύ μεγάλη ηλικία, και ότι κατά τα τελευταία έτη της ζωής του μετακλήθηκε στην Σπάρτη, όπου ερμήνευσε ορισμένους χρησμούς αναφερόμενους στην ανάληψη της βασιλείας από τον Αγησίλαο.

Σταματάκος Ι., Καθηγητής Φιλολογίας, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος Θ, σελίδα 413

ΑΣΕΒΕΙΑΣ ΓΡΑΦΗ

Ο Πλούταρχος, λοιπόν σε μορφή διαλόγου με τον Λεύκιο λέει:

Και ο Λεύκιος γελώντας είπε «μόνο πρόσεξε, αγαπητέ μου, μην μας μπλέξεις σε κατηγορία για ασέβεια, όπως νόμιζε ότι έπρεπε να κάνει ο Κλεάνθης [αυτός κατηγόρησε* τον Αρίσταρχο για ασέβεια] για τον Αρίσταρχο τον Σάμιο, μηνύοντας αυτόν στους Έλληνες [Αθηναίους] για ασέβεια, επειδή νίκησε την εστία του κόσμου [την Γη], διδάσκοντας ότι η ουράνια σφαίρα μένει ακίνητη και ότι η Γη περιφέρεται σε λοξό κύκλο [την εκλειπτική], ενώ συγχρόνως περιφέρεται γύρω από τον άξονά της».

*Κατηγορία του Κλεάνθη :

«ὡς κινῶν τὴν τοῦ κόσμου ἑστίαν καὶ ταράσσων τὴν τῶν Ὀλυμπίων (θεῶν) ἠρεμίαν» (Πηγή Περιοδικό «Ιχώρ», τεύχος 30, άρθρο «Οικειοποίηση της αρχαίας Ελληνικής επιστήμης», Αθανάσιος Β. Κοβάτσης, Δρ. Ιατρός και Δρ Χημικός, Καθηγητής ΑΠΘ, σελίδες 52, 54)

Υπό το γενικό αυτό όνομα περιλαμβάνονταν όλες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες αποδίδονταν εις τον κατηγορούμενο ως προσβολή του θρησκευτικού και ηθικού συναισθήματος των πολιτών. Ασέβημα κατά τον Πολύβιο «τό εἰς τούς θεούς καί τούς γονεῖς καί τούς τεθνεῶτας ἁμαρτάνειν» (αυτό ας το βλέπουν οι «διαβασμένοι» περί αρχαιότητας αρχαιολάτρες που αμαρτάνουν έναντι των τεθνώντων Ορθοδόξων υπέρ πατρίδας-ελευθερίας και που ενώ όλες οι αρχαίες συνήθειες εξυμνούνται από τους πρώτους κατά την διάρκεια των αρχαίων χρόνων εντούτοις ουδεμία εφαρμογή τους τίθεται επί των ημερών μας). Αφού λοιπόν τόση γενικότατη σημασία είχε η λέξη ασέβεια, είναι φυσικό, ότι πολλές και ποικίλες οι περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορούσε να εκφερθεί η κατηγορία για ασέβεια. Έτσι βλέπουμε ότι ο Αλκιβιάδης κατηγορήθηκε για ασέβεια διότι ενέπαιξε τα Ελευσίνιαμυστήρια, άλλος, όπως αναφέρει ο Δημοσθένης, κατηγορήθηκε για ασέβεια διότι συναναστρέφονταν με τον ανιψιό του που είχε κατηγορηθεί για πατροκτονία και ακόμη δεν είχε δικαστεί. Η περίφημη Ασπασία η Μιλίσια, η σύζυγος του Περικλή κατηγορήθηκε ότι «Περικλεῖ γυναῖκας ἐλευθέρας εἰς τό αὐτό φοιτώσας ὑποδέχοιτο». Η συνηθέστερη όμως κατηγορία ήταν ενάντια ανθρώπων που θεωρούνταν ότι ήταν άθεοι, αιρετικοί, διότι δεν παραδέχονταν ανεξέταστα τα πάντα περί θεών μυθολογούμενα ή διότι τολμούσαν να εκφράσουν περί κόσμου ιδέες αντίθετες εις τα καθιερωμένα υπό της θρησκείας. Αυτή η κατηγορία έγινε συνήθως προς τους φιλοσόφους, των οποίων οι φιλοσοφικές ιδέες δεν συμφωνούσαν με την λαϊκή αντίληψη. Έτσι εκτός τουΣωκράτη, που ως γνωστόν κατηγορήθηκε πως δεν πιστεύεις τους θεούς, τους οποίους πίστευε η πόλη, αλλά εισήγαγε «ἓτερα καινά δαιμόνια», για παρόμοιους λόγους κατηγορήθηκαν ο Αναξαγόρας, ο Αριστοτέλης, ο Πρωταγόρας, ο Στίλπων, ο Θεόφραστος καιπλείστοι άλλοι.

Ενώ όμως στην αρχή πολλές ήταν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες μπορούσε να γίνει «γραφή ασέβειας», εντούτοις δεν υπήρχαν νόμοι που να ορίζουν λεπτομερώς τι σημαίνει ασέβεια. Στην αρχαιότατη εποχή το λαϊκό συναίσθημα ήταν το κριτήριο με το οποίο χαρακτηρίζονταν κάτι ως ασέβεια. Επειδή όμως αργότερα εμφανίζονταν πράξεις για πρώτη φορά, είτε ένεκα ιδιαίτερων λόγων, παρίστατο ανάγκη να χαρακτηριστούν ως ασεβήματα, άρχισαν παντού με ειδικούς νόμους μερικά αμαρτήματα να χαρακτηρίζονται ως αποτελούντα ασέβεια. Στην Αθήνα μόλις λίγο πριν την έναρξη του Πελοποννησιακού Πολέμου (το 432 π.Χ), με ενέργειες του εχθρού του Περικλή, καθορίσθηκε με ψήφισμα πως σε γραφή ασεβείας υπέκειντο «οἱ τά θεῖα μή νομίζοντες ἣ λόγους περί τῶν μεταρσίων διδάσκοντες» και αυτό έγινε ώστε με βάση αυτό το ψήφισμα να κατηγορηθεί ο φίλος του ΠερικλήΑναξαγόρας.

Είναι πιθανό ότι και άλλες περιπτώσεις, κατά τις οποίες μπορούσε να γίνει κατηγορία επί ασέβειας, να ήσαν νωρίτερα καθορισμένες ή να καθορίστηκαν αργότερα. Όλες όμως αυτές οι περιπτώσεις δεν ήταν δυνατόν να καθοριστούν με νόμο ένεκα του πλήθους και της ποικιλίας των αμαρτημάτων, τα οποία μπορούσαν, ανάλογα της εκάστοτε νοοτροπίας του λαού, να χαρακτηρισθούν ως ασεβήματα. Γι αυτό και οι ρήτορες επιχειρούσαν πολλές φορές να χαρακτηρίσουν ως ασεβή πράξη κάποια ενέργεια στηριζόμενοι επί του άγραφου ιερατικού νόμου. Λέγεται πως και ο ίδιος ο Περικλής συμβούλεψε αυτό στους Αθηναίους. Ως εκ τούτου γίνονταν κατηγορία περί ασεβείας και ας μην ήταν καθορισμένη από τον νόμο, αλλά η διαδικασία αυτών των περιπτώσεων ήταν διαφορετική από εκείνες που ήταν καθορισμένες από τον νόμο. Σε κάθε περίπτωση όμως, είτε ήταν καθορισμένη από τον νόμο η ασέβεια είτε όχι, ο κάθε πολίτης μπορούσε να κατηγορήσει για ασέβεια τον ασεβή, διότι ως είπαμε η ασέβεια δεν ήταν αδίκημα ενάντια σε ορισμένους πολίτες αλλά ενάντια σε όλους τους πολίτες της πόλης. Για αυτό και σε σπάνιες περιπτώσεις η ασέβεια καλούνταν «δίκη», συνηθέστερα δε «γραφή». Εκεί που ορισμένος νόμος όριζε ποια πράξη πρέπει να θεωρηθεί αδίκημα, ταυτόχρονα όριζε και σε ποιου δικαστηρίου την αρμοδιότητα ενέπιπταν οι κατηγορούμενοι για ασέβεια. Εκεί δε πάλι, που το ασέβημα γίνονταν με προσβολή, ή έλλειψη οφειλόμενου σεβασμού σε αντικείμενα διατελούντα υπό την επίβλεψη ορισμένων θρησκευτικών ή πολιτικών αρχών, η κατηγορία μπορούσε να γίνει προς αυτές τις αρχές, οι οποίες με την σειρά τους επιμελούνταν περί της δικαστικής καταδιώξεως και τιμωρίας του ενόχου, είτε εισάγοντας αυτόν σε ειδικά δικαστήρια, είτε επιβάλλοντας και ποινή σε αυτόν, ανάλογα με το μέτρο της δικαιοδοσίας τους, εφόσον είχαν το δικαίωμα να επιβάλλουν ποινές. Έτσι προσβολή κατά τωνΕλευσίνιων μυστηρίων μπορούσε να καταγγελθεί στους Ευμολπίδες, φθορά των ιερών ελαίων της Αθηνάς, των λεγόμενων μορίων, δικάζονταν από τον επιτετραμμένο για την επίβλεψη αυτών Αρείου Πάγου. Όπου όμως δεν ήταν σαφώς ορισμένη η αρχή προς την οποία όφειλε να αποταθεί εκείνος που κατάγγειλε ή όταν αγνοούσε ποιανού ήταν αυτή και γενικά όπου χωρούσε αναρμοδιότητα δικαστηρίου, η κατηγορία γίνονταν ενώπιον του άρχοντα βασιλέα, ο οποίος ενεργούσε την λεγόμενη προδικασία , παρέπεμπε έπειτα την υπόθεση προς το αρμόδιο δικαστήριο. Το λεγόμενο, πως ο Άρειος Πάγος δίκαζε τις κατηγορίες περί ασέβεια, δεν είναι αληθές. Βεβαίως στην παλαιότητα εποχή όχι μόνο αυτές, αλλά και τις άλλες σπουδαίες δίκες δίκαζαν οι Αρεοπαγίτες, ενώ κατά τους μεταγενέστερους χρόνους, όταν η δικαιοδοσία του Άρειου Πάγου κατέστη και πάλι μέγιστη, δίκαζε και ο Άρειος Πάγος αυτές τις κατηγορίες (όπως λ.χ. συνέβηκε, όταν ο Απόστολος Παύλος κήρυξε στην Αθήνα την νέα θρησκεία, της οποίας τα διδάγματα σκανδάλισαν πολλούς). Κατά τους χρόνους όμως της ακμής των Αθηνών τα ηλιαστικά δικαστήρια δίκαζαν επί ασέβεια (όπως και τις άλλες δίκες), εκτός από ορισμένες εξαιρέσεις.

Η τιμωρία των καταδικαζομένων επί ασέβεια η μέγιστη διότι και η ασέβεια θεωρούνταν η μέγιστη αμαρτία. Συνηθισμένες ποινές ήταν: ο θάνατος, ενίοτε ατιμωτικός, η δε ταφή του πεθαμένου εκτός των ορίων της πόλεως (για τους αρχαίους έλληνες είχε σημασία η ταφή στην πόλη στην οποία ανήκαν) και η εξορία. Μόνο σε ελαφρότατες περιπτώσεις η τιμωρία μπορούσε να είναιπρόστιμο. Επειδή δε ο ασεβής θεωρούνταν ότι αποτελεί μίασμα για τις πόλεις και η τιμωρία του ήταν η απαίτηση των θεών και όχι των ανθρώπων, γι’ αυτό όταν λόγοι ανωτέρας βίας επέβαλλαν την ατιμωρησία του ασεβή, τότε αυτός ως εναγής αποκλείονταν από την αγορά, χώρος ιερός στην αρχαιότητα και από πάσης πράξεως προς τα θεία και από την είσοδο στα ιερά. Γι’ αυτό το λόγο επίσης κρίνονταν ως ασεβής εκείνος που εξανάγκαζε την πόλη να μην τιμωρήσει τον ασεβή ή εκείνος που εξ οίκτου δεν τον κατάγγειλε ή δεν τον καταδίκαζε ενώ τον θεωρούσε ένοχο. Ακριβώς διότι η ασέβεια θεωρούνταν η μέγιστη αμαρτία που δεν έπρεπε να μείνει ατιμώρητη ελάμβανε χώρα και το εξής: αν ο κατηγορούμενος για ασέβεια αθωώνονταν με 1/5 των ψήφων τουλάχιστον και δεν καταδικάζονταν τότε ο κατήγορος δεν αντιμετώπιζε μεγάλες ποινές, παρά εκείνες που εφαρμόζονταν σε συνηθισμένες δίκες, έστω και αν είχε κατηγορήσει κάποιον για ένα τόσο βαρύ και σημαντικό αδίκημα, αλλά δεν αντιμετώπιζε ούτε αποκλεισμό από τα δημόσια αξιώματα, ώστε να μην διστάσει κάποιος να κατηγορήσει τον ασεβή έστω και αν αθωωθεί πανηγυρικά ελλείψει επαρκών στοιχείων.

(Πηγή: Καρβέλλας Γ.Ι., Καθηγητής, Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος Ε΄, σελίδα 796)

Δεν ευσταθεί η άποψη των νεο-Εθνικών περί ελεύθερης πίστης στην αρχαία Ελλάδα.

«Αδικεί Σωκράτης ους μεν οι πόλις νομίζει θεούς ου νομίζων, έτερα καινά δαιμόνια εισφέρων».

κατηγορητήριο έναντι Σωκράτη

ΑΘΕΪΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Οι κατηγορούμενοι φιλόσοφοι στην αρχαιότητα ως «άθεοι» (μη Ολύμπιοι) ξεσκεπάζουν την Εθνική προπαγάνδα περί «περιτυλίγματος» των, εις το μυθολογικό πάνθεον με αρχηγό τον Δία. Αξιοσημείωτη είναι και η τοποθέτηση ορισμένων εις το μονοθεϊστικό «κλάδο» όπως επίσης πασιφανέστατη είναι η ένδειξη ότι οι μύθοι δεν αποτελούσαν στην αρχαία Ελλάδα διδακτικές ιστορίες, σύμφωνα με την σημερινή Εθνική προπαγανδιστική τοποθέτηση, αλλά ήταν ολοκάθαρα θρησκευτικής υφής δρώμενα εις τα οποία απαιτούνταν πλήρης θρησκευτική ευσέβεια.

Από φιλοσοφικής απόψεως πάντες οι φυσικοί φιλόσοφοι όπως ο Θαλής, ο Ηράκλειτος και οι ατομικοί υπήρξαν άθεοι διότι κανείς δεν μεταχειρίστηκε την υπόθεση του θεού ως βάση ερμηνείας του κόσμου. Αλλά τέτοια αθεΐα απαντούμε σε κάθε επιστήμονα καθ’ όλη την διάρκεια που μελετά τα προβλήματα της επιστήμης ανεξάρτητα από το πώς θα χρησιμοποιήσει τα πορίσματα του φιλοσοφικά. Αφού δεν προχωρούν οι επιστήμονες πέρα από την αρχή των όντων τότε το μεταφυσικό Νου παραμένει ελεύθερο να αποδώσει την αρχή εις μία ανώτατη δύναμη. Αυτό γίνεται φανερό εις τον Αναξαγόρα.

Για τους φυσικούς φιλόσοφους μίλησε ο Αριστοτέλης λέγοντας «περί των όντων μεν την αλήθεια εσκόπουν, τα’ δε όντα υπέλαβον είναι τα αισθητά μόνον» (Μττφ. 1010 11). Οι Ελεάτες και ιδίως ο Παρμενίδης δεν ανήκουν εις τους φυσικούς και δεν ανήκαν εις την αθεΐα αλλά πρέσβευαν τον πανθεϊσμό και την ακοσμία . Η αθεΐα του Ίππωνα ήταν γνωστή επειδή είπε ότι η αρχή των όντων είναι το νερό και επειδή θεωρούσε ότι ούτε θεοί αλλά και ούτε μεταθανάτιος ζωή υπάρχει. Κάκιστα θεωρήθηκε άθεος οΔιογένης ο Αππολωνιάτης που ήταν οπαδός της Ιωνικής σχολής όπως ο Ίππωνας. Ο Δημήτριος ο Φαλιρεύς ( Παρ. Διογ. Λαερτ. IX 57) μας λέει ότι ο Διογένης κινδύνευσε να διωχθεί στην Αθήνα, διότι θεωρούσε τον αέρα αρχή του παντός, αυτός όμως ο αέρας ήταν πνευματική δύναμη κατ΄ αυτόν που τον ταύτιζε με τον Θεό (Diels. Frg. 51 B 5 - ει του περί φύσεως βλ. 51 Α 8).

Η λέξη αθεΐα δεν είχε την σημασία την σημερινή αλλά συγχέονταν με την ασέβεια, με την οποία εναλλάσσεται εις την χρήση. Διαβόητοι άθεοι ήταν ο Κινησίας, ο Διαγόρας, ο Θεόδωρος, ο Ευήμερος κ.α. (Πλούτ. Περί των κοιν. Εν. 31, Cic de nat.Deor ΙΙΙ 37) που εκδιώχθηκαν όχι επειδή δεν πίστευαν στον Θεό αλλά επειδή ενέπαιζαν ή αναιρούσαν την πίστη της πόλεως που βρίσκονταν (Λυσία κατ. Ανδοκ. 13, 17), δηλαδή ασεβούσαν.

Μερικοί από αυτούς κατηγορήθηκαν διότι ασχολούνταν με μυθογραφικές μελέτες δηλαδή θρησκειολογικές. Το αυτό συνέβηκε με τον Δημόκριτο και μερικούς σοφιστές που θεωρήθηκαν άθεοι όπως ο Πρόδικος και ο Κριτίας. Άλλοι θεωρήθηκαν άθεοι επειδή δίδασκαν αγνωστικισμό δηλαδή δίδασκαν αμφιβολία και όχι αναίρεση. Επιφανέστερος υπήρξε ο Πρωταγόρας. Την αντίληψη των σοφιστών αποκρυστάλλωσε ο λαμπρός μαθητής αυτών ο Ευριπίδης εις πλείστους παροιμιώδεις στίχους «Ζευς όστις ο Ζευς, ου γαρ οιδα πλην λόγω» κ.α.

Οι σκεπτικοί δεν δογμάτιζαν εναντίον αλλά αρνούνταν να λάβουν θέση και θεωρούσαν να περί υπάρξεως του Θεού επιχειρήματα ισοδύναμα με τα κακά. Αστήρικτα και ο Σωκράτης θεωρήθηκε άθεος διότι κέντρο της μεταφυσικής του φιλοσοφίας είναι ο Θεός. Στωικοί και Επικούρειοι κατά καιρούς κατηγορήθηκαν ως άθεοι αν και οι πρώτοι είναι πανθεϊστές και οι δεύτεροι είχαν μικρή ιδέα της θεότητας.

Από όλα αυτά συνάγουμε ότι η μεταφυσική αθεΐα ουδέποτε εκδηλώθηκε εις τους αρχαίους Έλληνες.

ΑΡΧΑΙΑ ΑΘΗΝΑ & ΑΔΙΚΗΜΑΤΑ ΕΙΣ ΘΕΟΥΣ

Τα παρακάτω φανερώνουν τι συνέβαινε στην Αθήνα, και μάλλον κατ’ επέκταση στην υπόλοιπη Ελλάδα, σχετικά με τα θεία, τα ήθη και την Εθνική «ανεξιθρησκία» που διατυμπανίζεται εξόχως στα Εθνικά έντυπα. Θα διαφανεί περίτρανα ότι «κανόνες» θρησκευτικοί που υβρίζονται από πολλούς Εθνικούς και άθεους σήμερα, ως σκοταδισμός της Χριστιανικής εκκλησίας, των μεσαιωνικών χρόνων και εκείνων των Βυζαντινών, αποτελούν παλιά κληρονομιά των Ελλήνων, που ευτυχώς ορισμένα σημεία της σήμερα έχουν εκλείψει. Για άλλη μια φορά να τονιστεί πως όλα αυτά που παραθέτονται δεν αποσκοπούν στην αμαύρωση της αρχαιότητας, διότι π.χ. η ύπαρξη αστυνομίας στην Αθήνα αποτελεί δείγμα πολιτισμού, αλλά απλά στόχος είναι η κατάργηση του νέο-Εθνικού ψεύδους - ανιστορικότητας έναντι του Χριστιανισμού. Αν υπήρχε ανεξιθρησκία και ανοχή όπως υποστηρίζουν οι σύγχρονοι Εθνικοί τότε γιατί να υπάρχει ο Άρχων Βασιλεύς; Ας μην ξεχνάνε επίσης ότι οι Αρεοπαγίτες ήταν δικαστές ιδίως θρησκευτικών παραπτωμάτων. Όλα αυτά στην δημοκρατική Αθήνα. Στις άλλες μικρότερες πόλεις ποιος γνωρίζει σήμερα λεπτομερέστατα όμως τι γίνονταν;

Σε όποιον, στην αρχαία Αθήνα της κλασικότητας, προσέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο την μνήμη νεκρού προσάπτονταν ποινή από την Αστυνομία της Αθήνας η οποία και φρόντιζε για την επιτήρηση των ηθών.


Παρακολουθούσαν οι αστυνομικοί τους πολίτες ώστε να ντύνονται σεμνοπρεπή και χωρίς πολυτέλεια , να συμπεριφέρονται κοσμίως, να σέβονται και να τιμούν τους γέροντες και τις γυναίκες, να μη βωμολοχούν και να μην υβρίζουν τα θεία. Ο Σόλωνας απαγόρευσε την μέθη και όρισε πρόστιμο 1000 δραχμές για τις γυναίκες που ήταν άσεμνα ντυμένες. Οι γυναικονόμοι επέβαλαν ποινές αν οι γυναίκες κουβαλούσαν πιοτό ή φαγώσιμο που άξιζε πέραν του ενός οβολού ή κουβαλούσαν καλάθι 1 πήχεως. Υπήρχε δίωξη για την μοιχεία η οποία αποτελούσε βαρύτατο αδίκημα μαζί με τον βιασμό.

Οι αγορανόμοι κοιτούσαν για την καταπάτηση του καταναλωτή από τους εμπόρους, αλλοιωμένα ή ακριβά προϊόντα, όπως επίσης για τον καλλωπισμό και τον καθαρισμό των δρόμων από όπου θα περνούσαν οι θρησκευτικές πομπές.

Οι Αρχαίοι πολίτες έπρεπε να συμμορφωθούν με όλους τους κρατικά καθορισμένους κανόνες της πολυθεϊστικής λατρείας, να παίρνουν υποχρεωτικά μέρος σε όλες τις πομπές της κρατικής θρησκείας, να συμμετέχουν υποχρεωτικά στα ιερά δείπνα προς τιμή της επίσημης θρησκείας της πόλης κράτους.

Στην κλασσική Αθήνα ο νόμος τιμωρούσε αυστηρά όσους αρνούνταν να εκπληρώσουν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα «Ὃς ἂν μὴ θέλῃ παρασιτεῖν, εἰσαγέτω εἰς τὸ δικαστήριον˙» (Πηγή: Αθηναίος, 6, 26· Πολυδεύκης, 8, 46 · Ουλπιανός, σχόλ. στο Δημοσθένη Κατά Μειδίου).

Στην Αρχαία Σπάρτη όποιος δεν έπαιρνε μέρος σ’ αυτά τα ιερά δείπνα, που διεξάγονταν καθημερινά, έστω και παρά τη θέλησή του, έπαυε αμέσως να συγκαταλέγεται ανάμεσα στους πολίτες (Πηγή: Αριστοτέλης, Πολιτικά, 2, 6, 2). Κατά την τελετή της ενηλικίωσής του, όταν γινόταν δεκτός ως πολίτης του κράτους, ο νέος έπρεπε να ορκιστεί ότι θα σέβεται πάντα τη θρησκεία της πόλης «καὶ ἱερὰ τὰ πάτρια τιμήσω» (Πηγή: Πολυδεύκης, 8, 106:). Ακόμη και οι νεοαγορασμένοι δούλοι ενός σπιτιού έπρεπε να ασπαστούν την οικογενειακή λατρεία (Πηγή: Δημοσθένη, Κατά Στεφάνου, 1, 74· Αριστοτέλης, Οικονομικά, 1, 5· Κικέρων, Delegibus, 2, 8 και 2, 11).

Στην Ειδωλολατρική Αρχαιότητα συνιστούσαν ποινικά κολάσιμες πράξεις η αμφισβήτηση και η απιστία προς τον πολιούχο «θεό», την επίσημη θρησκεία της αρχαίας Πόλης-Κράτους. Ο κάθε πολίτης «έπρεπε να πιστεύει και να υποτάσσεται στη θρησκεία της πόλης. Μπορούσαν, ωστόσο, να περιφρονούν ή να μισούν τους θεούς της γειτονικής πόλης (...) δεν έχουν δικαίωμα όμως ούτε να σκεφτούν ακόμη την αμφισβήτηση της Πολιούχου Αθηνάς ή του Ερεχθέα ή του Κέκροπα. Η ελευθερία της σκέψης σχετικά με τη θρησκεία ήταν κάτι εντελώς άγνωστο στους Αρχαίους» (Πηγή: Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 349). Γι’ αυτό άλλωστε, ο Σωκράτης κατηγορήθηκε πως δεν πίστευε ως «θεούς» τους «θεούς» που δεχόταν η Αθήνα με το κατηγόρημα «Ἀδικεῖ Σωκράτης οὕς ἡ πόλις νομίζει θεοὺς οὐ νομίζων» (Πηγή: Ξενοφώντα, Απομνημονεύματα, 1, 1).

Στην αρχαιότητα συνιστούσε αδίκημα η προσωπική εισαγωγή στην πόλη μιας μη αναγνωρισμένης από το Κράτος ξένης τελετουργίας ή ακόμη και λατρείας προς ξένη «θεότητα»: «Καταδικάστηκε σε θάνατο κάποια ιέρεια που ονομαζόταν Νίνος. Το κύριο αδίκημά της φαίνεται ότι υπήρξε μια απόπειρα να συγκροτήσει μια νέα θρησκευτική αίρεση ή μια τελετουργία προς τιμήν κάποιας νέας θεότητας (Δημ. 19, 281)» (Πηγή: Douglas M. MacDowell, Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, εκδ. Παπαδήμα, σ. 304). Αυτά λεν για τη Νίνο ο Δημοσθένης στο Περί της παραπρεσβείας, 281, Προς Βοιωτόν περί προικός μητρώας, 9, Προς Βοιωτόν περί του ονόματος, και ο Διον. Αλικαρνασσεύςστο Περί Δεινάρχου, 11. «Η αθηναϊκή νομοθεσία προέβλεπε ποινές για όσους αρνιόυνταν να τιμήσουν θρησκευτικά μια εθνική εορτή (Πολυδεύκης, 8, 46 - Ουλπιανός, Σχολ. στο Δημοσθένη, Κατά Μειδίου)» (Πηγή: Fustel De Coulanges, Η αρχαία Πόλη, εκδ. Ειρμός, σ. 349).

Ψευδής είναι επίσης ο ισχυρισμός ότι επειδή υπήρχαν πολλοί «θεοί» (Πολυθεϊσμός), τάχα επιτρεπόταν σε κάποιον να παρατήσει τον «θεό» της πόλης του, ώστε να διαλέξει ελεύθερα να λατρεύει έναν από τους υπόλοιπους «θεούς» του Πανθέου.Διαφορετικό ζήτημα η πολλαπλότητα των «θεοτήτων» και διαφορετικό ζήτημα η ανεξιθρησκία, και δηλαδή, η δυνατότητα απόρριψης της κρατικής θρησκείας και των κρατικών «θεών» για χάρη κάποιων άλλων. Καμιά «θρησκευτική ατομική ελευθερία», συνεπώς, δεν συνεπάγεται η φύση του Πολυθεϊσμού. Τόσο αντιεξουσιαστικό ήταν το αρχαίο κράτος αναφορικά με το ατομικό δικαίωμα στην επιλογή του προς λατρεία «θεού», που πολλοί καταδικάζονταν για ασέβεια ακόμη και προς τις επίσημα αναγνωρισμένες «θεότητες», λόγω μιας ιδιωτικής λατρευτικής τους πράξης, δίχως να προϋπάρχει νόμος που να την καταδικάζει ωςασέβεια. Η έννοια της ασέβειας ήταν τόσο ασαφής, που ο καθένας κινδύνευε για το παραμικρό να καταδικαστεί σε θάνατο ή πρόστιμο. «Ο Ανδοκίδης είχε επισύρει κάποια ποινή θέτοντας "ικετηρία" στο βωμό του Ελευσίνιου κατά τη διάρκεια των Μυστηρίων, χωρίς να γνωρίζει ότι υπήρχε νόμος που το απαγόρευε αυτό (Ανδ. 1, 113). (...) Ο Ανδοκίδης αποτελεί πιο αξιόπιστη πηγή απ’ ό,τι το σχετικό με τον Αισχύλο ανέκδοτο, και είναι προτιμότερο να δεχθούμε ότι στο αθηναϊκό δίκαιο μια πράξη μπορούσε να θεωρηθεί ως ασεβής, ακόμη κι αν ο δράστης δεν γνώριζε, όταν τη διέπραττε, ότι ήταν ασεβής. (...) Φαίνεται απίθανο να είχαν ασπαστεί οι Αθηναίοι την άποψη ότι μια πράξη δεν μπορούσε να είναι ασεβής, αν κανείς νομοθέτης δεν είχε σκεφθεί να την απαγορεύσει» (Πηγή: Douglas M. MacDowell, Το δίκαιο στην Αθήνα των κλασικών χρόνων, εκδ. Παπαδήμα, σ. 306-307).

Σε απλά ελληνικά, η ειδωλολατρική θρησκεία των Αρχαίων ήταν τόσο ανεκτική, ώστε μπορούσες ξαφνικά, δίχως καλά-καλά να το καταλάβει κανείς, να βρεθεί κατηγορούμενος για «ασέβεια» και να θανατωθεί για μια λατρευτική του πράξη, δίχως να προϋπάρχει νόμος που να καταδικάζει τη συγκεκριμένη πράξη. Αυτά ασφαλώς δεν ήταν μεμονωμένα φαινόμενα. Ο Τιβέριος «απαγόρευσε τις ξένες λατρείες ιδιαίτερα τις αιγυπτιακές και εβραϊκές τελετουργίες, και εξανάγκασε εκείνους που είχαν σχέση με αυτές να κάψουν τα θρησκευτικά ενδύματα και εξαρτήματά τους» (Πηγή: Σουετώνιου, Τιβέριος, 36). Ο Κλαύδιος «εξαφάνισε εντελώς από τη Γαλατία τη σκληρή και απάνθρωπη θρησκεία των Δρυιδών, που στα χρόνια τουΑυγούστου είχε απαγορευτεί για τους Ρωμαίους πολίτες» (Πηγή: Σουετώνιου, Κλαύδιος, 24). Γενικότερα, ήταν παράβαση νόμου η εισαγωγή ξένης θρησκείας που δεν εγκρίθηκε από τη ρωμαϊκή Γερουσία, όπως αναφέρει ο Κικέρωνας «nemo habesset deos sive novow dive advenas nissi publice adsvitos» (Πηγή: Κικέρων, De legibus, 2, 8), και ο παραβάτης τιμωρούνταν με θάνατο.

Ορισμένοι πιστεύουν ότι η ταύτιση πιστού και πολίτη είναι βυζαντινό φαινόμενο που συνεχίζεται στα νεοελληνικά Συντάγματα, αλλά κάνουν λάθος. Πριν αναλάβουν οι Εννιά άρχοντες της Αρχαίας Αθήνας τα καθήκοντά τους, εξετάζονταν από επιτροπές, οι οποίες τους ρώταγαν, μεταξύ άλλων, αν πιστεύουν στους λεγόμενους θεούς: «Όταν οι άρχοντες υποβάλλονται σε εξέταση, τους ρωτούν πρώτα (...). Κατόπιν τους ρωτούν αν πιστεύουν στον Απόλλωνα τον πατρώο και στο Δίατον έρκειο και πού βρίσκονται τα ιερά τους» (Πηγή: Αριστοτέλη, Αθηναίων πολιτεία, 55, 3). Παρατηρεί ο αναγνώστης ότι οι αρχαιολάτρες ψεύδονται, όταν μιλάν για θρησκευτική ανοχή, διότι τόσο οι Έλληνες όσο και οι Λατίνοι δεν ήταν ανεκτικοί και πως το αρχαίο κράτος και η πολυθεϊστική θρησκεία ήταν άρρηκτα συνδεμένη και με ατσάλινη πειθαρχία εφαρμοσμένη στους πολίτες. Άλλωστε για ποιο λόγο ο Πλάτωνας θα έγραφε «χρειάζεται ένας γενικός νόμος, που δε θα επιτρέπει παράνομες πράξεις λατρείας» (Πηγή: Πλάτων, Νόμοι, 909d) και ποιες είναι οι παράνομες πράξεις λατρείας;

ΑΠΟΤΥΜΠΑΝΙΣΜΟΣ

Ήταν μάλλον η πιο απάνθρωπη μορφή ποινής στην αρχαία Αθήνα. Μέσα στο δεσμωτήριο υπήρχε ένας μεγάλος κορμός δένδρου. Ο κατάδικος τοποθετούσε το κεφάλι του πάνω στον κορμό και ο εκτελεστής με ένα κόπανο (τύμπανο) κτυπούσε το κεφάλι του κατάδικου μέχρι ο τελευταίος να πεθάνει. Πολλοί αρχαίοι συγγραφείς αναφέρονται σε αυτό. Ο Αριστοφάνης λέει ότι με αυτόν τον τρόπο καταδικάζονταν οι «Κακούργοι, ανδροφόνοι, ασεβείς (προς τα θεία)» κ.λ.π.

Ο ΠΛΑΤΩΝΑΣ ΚΑΙ Η ΑΡΧΗ ΤΗΣ ΙΕΡΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ

Πολλοί νεοΕθνικοί αγνοούν πως η βάση της Ιερής Εξέτασης της Δύσης, ήταν ένα σύγγραμμα του Πλάτωνα. Αυτό ένεκα της ιδέας του Πλάτωνα για την δική του τέλεια πολιτεία. Παρόλο όμως το ότι ο Πλάτωνας δίδασκε την θανατική καταδίκη στην πολιτεία του σε περίπτωση ασέβειας προς αυτήν, εντούτοις αυτός είναι σωσμένος, όπως άλλωστε πολλοί άλλοι, από τον Ιησού Χριστό κατά την κατάβασή του στον Άδη.

ΠΛΑΤΩΝ ΕΜΠΝΕΥΣΤΗΣ ΙΕΡΗΣ ΕΞΕΤΑΣΗΣ

«Αν όμως κάποιος ασεβής θα δείξει ανυπακοή στους νόμους, θα εφαρμόζεται ο εξής νόμος σχετικά με την ασέβεια: όποιος αντιληφθεί λόγια ή πράξεις ασεβείς, πρέπει να αντιδράσει αμέσως καταγγέλλοντας στους άρχοντες τον ένοχο, οι οποίοι θα τον οδηγήσουν στο αρμόδιο για τέτοιες υποθέσεις δικαστήριο. Αν ο άρχοντας που θα πληροφορηθεί το γεγονός δεν εκτελέσει το καθήκον του, θα διώκεται ο ίδιος για ασέβεια από οποιονδήποτε πολίτη, που θέλει να υπερασπιστεί τους νόμους. Αν κάποιος καταδικαστεί, το δικαστήριο θα ορίσει διαφορετική ποινή για κάθε αδίκημα, επιβάλλοντας φυλάκιση για όλες τις περιπτώσεις. Από τις τρεις φυλακές της πόλης (...) η δεύτερη [θα βρίσκεται] στο μέρος όπου συγκεντρώνεται το Νυκτερινό Συμβούλιο, θα ονομάζεται Σωφρονιστήριο. Η τρίτη, (..) σε μέρος όσο το δυνατό πιο μοναχικό και άγριο, θα έχει όνομα που θα δείχνει ότι σκοπός της είναι η τιμωρία. Όπως περιγράψαμε ήδη, υπάρχουν τρεις περιπτώσεις ασέβειας από τις οποίες η καθεμιά διαιρείται σε δύο. Κατά συνέπεια έχουμε έξι κατηγορίες αδικημάτων κατά των θεών, των οποίων η τιμωρία πρέπει να ποικίλλει σε είδος και βαθμό. (...) [908 e] Αυτό το είδος άθεων διαιρείται σε πολλές κατηγορίες αλλά η νομοθεσία αξίζει να ασχοληθεί μόνο με τις δύο που αναφέραμε. Η μια πρέπει να τιμωρείται με θάνατο όχι μόνο μια ή δυο φορές, αλλά πολύ περισσότερες, ενώ στην άλλη χρειάζονται συμβουλές και φυλάκιση. (...) Ο δικαστής πρέπει να κλείσει στο Σωφρονιστήριο για πέντε χρόνια τουλάχιστον, σύμφωνα με το νόμο, όσους έπεσαν θύματα της ανοησίας τους χωρίς να έχουν κακό χαρακτήρα ή διάθεση. Στο διάστημα αυτό δεν πρέπει να έρχεται σε επαφή μαζί τους κανένας πολίτης εκτός απ’ τα μέλη του Νυκτερινού Συμβουλίου, που θα τους επισκέπτονται και θα τους συμβουλεύουν πώς θα μπορέσουν να σώσουν την ψυχή τους. Όταν τελειώσει ο χρόνος της ποινής τους θα βγαίνουν απ’ τη φυλακή και όποιοι δείχνουν ότι συνετίστηκαν θα ζουν μαζί με τους άλλους πολίτες. Αν όμως εξακολουθούν να είναι αμετανόητοι, η ποινή θα είναι θάνατος για όσους καταδικαστούν ξανά για το ίδιο αδίκημα. (....) [ 909 d ] Ο νόμος , ίδιος για όλους, θα είναι ο εξής: κανείς δεν επιτρέπεται να έχει ιδιωτικά ιερά στο σπίτι του. (......) [ 910 c ] αν αποδειχθεί ότι κάποιος, άνδρας ή γυναίκα, εκτελεί λατρεία σε άλλα ιερά εκτός απ’ τα δημόσια, έστω κι αν δεν έχει διαπράξει κανένα μεγάλο ανόσιο έργο, αυτός που θα τον αντιληφθεί πρέπει να τον καταγγείλει στους νομοφύλακες, οι οποίοι θα τον διατάξουν να μεταφέρει τα ιδιωτικά ιερά στους δημόσιους ναούς. (...) Αν όμως αποδειχτεί ένοχος όχι για κάποια παιδιάστικη ιδιοτροπία αλλά για σοβαρή παρεκτροπή ενηλίκου ατόμου, που ιδρύει ιδιωτικά ιερά ή θυσιάζει μέσα σε δημόσιους ναούς σε θεούς, που δεν ανήκουν στους αναγνωρισμένους από την πόλη, θα τιμωρείται με θάνατο για ασέβεια.(...)» ](Πηγή: Πλάτωνος, «Νόμοι», X 907 e )

Ο ΠΛΑΤΩΝ ΗΤΑΝ ΑΝΤΙΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ

«Πλάτων, ο επιφανής φιλόσοφος: Τυραννόφιλος και υπέρμαχος της μοναρχίας… Αλλά και στο έργο του Πλάτωνος […] επισημαίνονται στίγματα και πολιτικές αχρειότητες. Στην ακμή της άμεσης δημοκρατίας ο Πλάτων καταφρονεί το πολίτευμα της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης και εγκωμιάζει το καθεστώς της τυραννίας και ιδίως το μοναρχικό. […] Θα αποσιωπήσει τα εγκλήματα και τις αχρειότητες των [Τριάκοντα] Τυράννων στο έργο του Μενέξενος. Ζήτησε μάλιστα να παραγραφούν και να λησμονηθούν οι κακουργίες τους - ήταν συγγενείς και φίλοι του! […] Η υπερβολική ελευθερία -"άγαν ελευθερία"- γράφει, οδηγεί στη… δουλεία. […] Παντού στα έργα του λοιδορεί τη δημοκρατία. Είναι, γράφει, τέλεια αναρχία, αφού μοιράζει ισότητα σε ίσους και άνισους. Θεωρεί μάλιστα πηγή της τυραννίας τη… δημοκρατία. […] Υποστηρίζει ακόμα, με απύθμενο θράσος, ότι "ισχυρή πολιτική εξουσία" υπάρχει μόνο στην πόλη όπου κυβερνά τύραννος. […] Αντιφατικός στην πολιτική του φιλοσοφία αναφέρεται συχνά με καταφρόνηση στον λαό. Ενοχλείται από το δικαίωμα των απλών πολιτών -χτιστάδες, χαλκιάδες, πραματευτάδες- να ανεβαίνουν στο βήμα, κατά τις συνελεύσεις της εκκλησίας του δήμου και να μιλούν για τα προβλήματα της πόλης…» (Πηγή: Κυριάκος Σιμόπουλος, στο βιβλίο του Διανοούμενοι και Καλλιτέχνες Ευτελείς Δούλοι της Εξουσίας, εκδ. Στάχυ.)