Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009


Η αφειδώλευτη προσφορά του Θεόφιλου Καΐρη

Η δραματική έκκληση του Θεόφιλου Καΐρη προς το βασιλιά, με την οποία ζητεί την παρέμβασή του ώστε να δοθεί λύση στην κατάσταση που είχε διαμορφωθεί με τις συνεχείς, απηνείς διώξεις εναντίον του εκ μέρους της επίσημης εκκλησίας, εκφράζει κατ' εξοχήν την απελπισία του ανυπεράσπιστου ανθρώπου απέναντι στην επίσημη, οργανωμένη βία. Βία που προέρχεται, καθοδηγείται και εκδηλώνεται από φορείς που διαθέτουν τις δυνατότητες -αλλά και τις δυνάμεις- να εξουθενώσουν, να συντρίψουν το ασυμβίβαστο άτομο, που ακολουθεί το δικό του, ανεξάρτητο, μοναχικό δρόμο.Ο Θεόφιλος Καΐρης συνιστά χαρακτηριστική περίπτωση της σύγκρουσης, της διαπάλης ανάμεσα σε κατεστημένες μορφές εξουσίας και σε άτομα τα οποία, παρά τους ελλοχεύοντες κινδύνους, αναζητούν επίμονα, κάποτε ίσως ανεδαφικά, να προσεγγίσουν, να ικανοποιήσουν, έστω και με παρακινδυνευμένα θεωρητικά σχήματα, τις προσωπικές τους αναζητήσεις, τους προσωπικούς τους προβληματισμούς. Της σύγκρουσης, όπως εξελίχθηκε στη διάρκεια μιας περίπου εικοσαετίας μεταξύ της επίσημης εκκλησίας και των πολιτικών φορέων που τη στήριζαν, και του ατόμου που αγωνίσθηκε να διατηρήσει την ανεξαρτησία του φρονήματος, την ελευθερία της έκφρασης.Οι τύχες του Θεόφιλου Καΐρη αλλά μαζί και του κοινωνικού έργου που επιδίωξε και μόχθησε να πραγματοποιήσει ιδίως με την ίδρυση στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Άνδρο, του σχολείου, του Ορφανοτροφείου όπως επικράτησε να ονομάζεται, είχαν ήδη διαγραφεί από τη στιγμή που η συγκεκριμένη κοινωνική του παρέμβαση τον έφερε αντιμέτωπο με το εκκλησιαστικό, και όχι μόνο, κατεστημένο.Το απολύτως επιτυχημένο διδακτικό του έργο είχε αρχίσει αρκετά νωρίς, μόλις είχε επιστρέψει από τις σπουδές του στη Δύση, στην Πίζα αρχικά όπου παρακολούθησε μαθήματα των θετικών επιστημών (1803-1807) -εκεί γνώρισε ως συμφοιτητή του και τον Ιωάννη Κωλέττη, ο οποίος τον προστάτευσε και τον βοήθησε στα χρόνια των διωγμών- στο Παρίσι κατόπιν έως το έτος 1810, οπότε επέστρεψε στην Ελλάδα.Εντελώς χαρακτηριστική είναι η εντύπωση του Αδαμάντιου Κοραή για τον «σωφρονέστατον και χαριτωμένον νέον», όπως αποκαλεί τον Θεόφιλο, όταν τον γνώρισε στη διάρκεια της παρισινής διαμονής του, παρατηρώντας ότι ήταν «...δύσκολον να εύρη τις εις άλλον τόσην ψυχής απλότητα με τόσον υπέρ του κοινού ζήλον ηνωμένην. Μ' εζήτησε πολλάκις, ελθών επίτηδες, συμβουλάς περί των μέσων του να επιταχύνη την εις τα καλά πρόοδον του έθνους...».
Πολύ αργότερα, ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, στην «Απολογία» του (Αθήναι, 1840), αφού τιμήσει τον Καΐρη για την αφοσίωσή του στη διαπαιδαγώγηση των νέων ιδρύοντας το Ορφανοτροφείον, αφού τον χαρακτηρίσει ως «άνθρωπον φρόνιμον, αληθώς πεπαιδευμένον, αληθώς ενάρετον και ειλικρινή των συμφερόντων της κοινής πατρίδος ζηλωτήν», παραθέτει απόσπασμα από την εφημερίδα «Ευαγγελική Σάλπιγξ», στο οποίο δημοσιεύονται σχόλια επαινετικά για το σχολείο της
Άνδρου και για την προσωπικότητα του ιδρυτή του: «Εις την Ανδρον είναι το περίφημον Ορφανοτροφείον τού κατά πάντα εναρέτου και σοφωτάτου ανδρός και κλεινού διδασκάλου ημών Κυρίου Θεοφίλου Καΐρου, όστις κατέστησε και το ευεργετικώτατον τούτο σχολείον, καθώς και εαυτόν, παντός επαίνου ανώτερον».Το εκπαιδευτικό έργο του Θεόφιλου Καΐρη εγκαινιάζεται αμέσως μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, όταν οι Κυδωνιείς τον εκάλεσαν να αναλάβει τη σχολαρχία της σχολής της πόλης τους ως αντικαταστάτης του εξέχοντος κληρικού και λογίου Βενιαμίν Λέσβιου. Μεσολαβεί, ανάμεσα στα έτη 1810-1812, σύντομη θητεία του στην Ευαγγελική Σχολή της Σμύρνης, ενώ συνάμα εντείνονται οι προσπάθειες των συμπατριωτών του Ανδρίων αλλά και των Κυδωνιέων να εξασφαλίσουν τη συναίνεσή του για να αναλάβει τη σχολαρχία των εκπαιδευτικών τους καταστημάτων. Τελικώς, θα τον κερδίσουν οι Κυδωνίες, η πόλη όπου ο Θεόφιλος εσχολάρχησε σε όλη τη δεκαετία 1810-1820, με απόλυτη επιτυχία.Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί, διότι προσδιορίζει μαζί με τον εκπαιδευτικό του προγραμματισμό και την επιτυχημένη διδασκαλική του επίδοση καθώς επίσης και την καλά θεμελιωμένη κοινωνική του συνείδηση, η φροντίδα του για τους τρόπους αξιοπρεπούς διαβίωσης των μαθητών, για θέματα σχετικά με τον κοινωνικό βίο όπως έκρινε πως όφειλε να επικρατούν στο σχολείο του. Η μέριμνα, εξάλλου, των Κυδωνιέων να αποκτήσει η πόλη τους ένα σύγχρονο σχολικό κτίριο και συνάμα ευχάριστο ενδιαίτημα των μαθητών, ήταν στην ίδια γραμμή με τον εκπαιδευτικό προγραμματισμό του Θεόφιλου Καΐρη, με τις καινούργιες παιδαγωγικές αντιλήψεις για το ρόλο του σχολείου όπως τις είχε προϊδεασθεί και προσεταιρισθεί στη διάρκεια των σπουδών του σε δυτικά κέντρα παιδείας και πολιτισμού. Χαρακτηριστική η περιγραφή του σχολικού συγκροτήματος, όπως καταγράφεται από τον Γ. Σάκκαρη στο βιβλίο του Ιστορία των Κυδωνιών:«Το οικοδόμημα έκειτο όπου και το σημερινόν γυμνάσιον, έχον την είσοδον προς μεσημβρίαν. Εν τω μέσω υπήρχε περικαλλής κήπος, αρδευόμενος υπό αφθόνου ποσίμου ύδατος εξ ευρυχωροτάτης δεξαμενής σωζομένης μέχρι σήμερον. Ητο δε η σχολή διώροφος, έχουσα σχήμα παραλληλογράμμου (...) και ευρείας στοάς προ των αιθουσών πέριξ προς την περιοχήν του κήπου βλεπούσας. Το ισόγειον και κατά τας τέσσαρας πλευράς απετελείτο εκ πολλών θαλάμων και μαγειρείου και αποθηκών προς χρήσιν τών εν τη σχολή διαιτωμένων πολυαρίθμων ξένων μαθητών. Το δε άνω πάτωμα προς μεν την βόρειον και την μεσημβρινήν πλευράν έφερεν ωσαύτως θαλάμους προς ενδιαίτησιν μαθητών, και ούτω των θαλάμων τούτων της σχολής ο αριθμός ανήρχετο εν όλω εις εβδομήκοντα και δύο, τας δε δύο άλλας πλευράς κατείχον αίθουσαι διδασκαλίας, την μεν ανατολικήν αι των κατωτέρων τάξεων, την δε δυτικήν αι των ανωτέρων, της βιβλιοθήκης, επιστημών, και η της κοινής προσευχής. Των αιθουσών τούτων αξιολογωτάτη ήτο η αποτελούσα το μέγα των επιστημών αμφιθέατρον προς το βόρειον της δυτικής πλευράς, κατέχουσα θέσιν μαγευτικήν και έχουσα ένθεν μεν τον περικαλλή κήπον της σχολής, ετέρωθεν δε την θέαν της θαλάσσης και του πέραν ανοιγομένου θελκτικού ορίζοντος».Στον Γάλλο λόγιο εκδότη Αμβρόσιο Φερμίν Ντιντό, ο οποίος επισκέφθηκε την περίοδο της σχολαρχίας του Θ. Καΐρη τις Κυδωνίες κατά προτροπή του Κοραή, με σκοπό να βελτιώσει τις γνώσεις του στην ελληνική γλώσσα, οφείλουμε πληροφορίες και εντυπώσεις για τη λειτουργία της σχολής και για την προσωπικότητα του σχολάρχη.Τον Καΐρη είχε γνωρίσει στο Παρίσι, στο σπίτι του Κοραή και σύμφωνα με όσα γράφει είχε εντυπωσιαθεί από την προσωπικότητά του. Στο ταξίδι του στις Κυδωνίες μπόρεσε να εκτιμήσει τη φιλοξενία που του πρόσφερε, να χαρεί τη συνάντηση με την αδελφή του Θεόφιλου, την Ευανθία, της οποίας εθαύμασε τις γνώσεις και την ευρυμάθεια: «Ποιος θα μπορούσε να φαντασθεί», γράφει ο Ντιντό, «πώς σε αυτήν την άγνωστη σχεδόν πολιτεία, σε μια μικρή φτωχική οικία στη γη της Μικράς Ασίας, θα βρισκόμαστε μπροστά σε τόσο εξαιρετική και αξιοθαύμαστη πνευματική καλλιέργεια».Θαυμάζει την αφοσίωση των διδασκάλων, τη φιλομάθεια και το σέβας των μαθητών, τη νεοτερικότητα των αντιλήψεων τόσο ως προς τα μαθήματα που διδάσκονται, αλλά και ως προς τις σκέψεις να εγκαταστήσουν, ως παράρτημα της σχολής, τυπογραφείο.Με την έκρηξη της Επανάστασης ο Θεόφιλος εγκατέλειψε τις Κυδωνίες και πέρασε στην ηπειρωτική, μαχόμενη Ελλάδα. Όπως είναι γνωστό, έζησε τα επαναστατικά γεγονότα σε όλη τους την κλίμακα. Συμμετείχε σε στρατιωτικές επιχειρήσεις, πληγώθηκε, εξελέγη επανειλημμένα «Παραστάτης» της Άνδρου στις εθνικές συνελεύσεις και εργάσθηκε για τη σύνταξη και εφαρμογή του Συντάγματος. Ο λόγος, άλλωστε, τον οποίο εξεφώνησε «εκ μνήμης» όπως σημειώνει ο συντάκτης της «Γενικής Εφημερίδος», όπου δημοσιεύθηκε ολόκληρος στα φύλλα της 28ης Ιανουαρίου και 1ης Φεβρουαρίου 1828, στην υποδοχή του Κυβερνήτη Ιωάννη Καποδίστρια, διαπνέεται από έντιμο πολιτικό στοχασμό, από αξιοπρέπεια και ελευθεροφροσύνη. Ολόκληρη η λαμπρή ομιλία του στηρίχθηκε στις βασικές έννοιες σύνταγμα, ελευθερία, δικαιοσύνη. Πάνω σε αυτό το τρίσημο σχήμα ο Καΐρης πίστευε ότι έπρεπε να οικοδομηθεί η ελεύθερη ελληνική πολιτεία.Με το τέλος του Αγώνα και την ανακήρυξη του ελεύθερου ελληνικού κράτους, ο Καΐρης ξαναγυρίζει στο έργο του παιδαγωγού. Αυτή τη φορά στόχος του είναι η ίδρυση στην πατρίδα του, την Άνδρο, ενός «πρότυπου» σχολείου για τα «ορφανά» παιδιά του Αγώνα.Συστηματικός, ιδιαιτέρως ευαίσθητος προκειμένου να εγκαταστήσει και να λειτουργήσει ένα σχολικό πρόγραμμα σύμφωνο με τις προσωπικές του εμπειρίες και προδιαγραφές αλλά και τους κοινωνικούς του προβληματισμούς, πραγματοποιεί ένα ταξίδι στη δυτική Ευρώπη, το έτος 1830. Σίγουρα για να εξασφαλίσει τους απαραίτητους οικονομικούς πόρους για το άνοιγμα του σχολείου. Πιστεύω όμως πως τον απασχολούσε επίσης ο τρόπος με τον οποίο επρόκειτο να λειτουργήσει η παιδαγωγική και με κοινωνικούς στόχους πρωτοβουλία του. Σίγουρα, το πείραμα του Ορφανοτροφείου ενείχε σπέρματα των κοινωνικών του αναζητήσεων. Μελετώντας το θέμα από αυτή τη σκοπιά θα πρέπει ίσως να δεχθούμε ότι ο Θεόφιλος Καΐρης απέβλεπε να δημιουργήσει στην Άνδρο, με αυτή την ολιγάριθμη συγκέντρωση νέων ανθρώπων, όχι αποκλειστικά και μόνο ένα κέντρο παιδείας, αλλά και ιδίως ένα πεδίο πειραματισμού και εφαρμογής νέων κοινωνικών ιδεών, που θα στηρίζονταν και στη θρησκευτική πίστη και αγωγή. Είναι πιθανό ότι επηρεασμένος από την ευρωπαϊκή θρησκευτική και κοινωνική φιλοσοφία -έννοιες τις οποίες μελετούσε συστηματικά, αν κρίνουμε από τα βιβλία της βιβλιοθήκης του- αναζητούσε ενδεχομένως και με μέσα πρακτικής εφαρμογής τη χρυσή τομή ανάμεσα στη θρησκευτική πίστη, την επιστημονική γνώση, την κοινωνική δικαιοσύνη.Ενδιαφέρουσα η λύση της Άνδρου, αν και εφ' όσον είχε παρόμοιες αφετηρίες, παρόμοια κίνητρα. Οπωσδήποτε, δίνει το στίγμα της προσωπικότητας του Καΐρη, την ουσιαστική μέθεξή του στα κοινά, την αφοσίωσή του σε ό,τι και όσα αποσκοπούσαν στην πρόοδο της νεόκοπης ελληνικής κοινωνίας.Οι εξελίξεις είναι γνωστές. Το πείραμα του σχολείου, στο οποίο φοίτησαν πολυάριθμοι μαθητές, όχι μόνο τα ολίγα ορφανά αλλά ιδίως παιδιά από πολλές ελληνικές περιοχές και από διαφορετικές κοινωνικές ομάδες, βρήκε αντιμέτωπους κύκλους οι οποίοι, με πρόσχημα λόγους θρησκευτικούς, μέσα σε μια εικοσαετία πέτυχαν όχι μόνο να κλείσουν το σχολείο της Άνδρου, αλλά να εξουθενώσουν φυσικά τον Καΐρη. Όχι, όμως, πνευματικά και ψυχικά. Οι απηνείς διώξεις, οι αλλεπάλληλες δίκες, ο άγριος θάνατός του, τον Ιανουάριο του 1853 στο αστυνομικό κατάστημα της Ερμούπολης, δεν λύγισαν το ελεύθερο φρόνημα και την ηθική του προσωπικότητα. Η επιστολή του προς το βασιλιά Όθωνα, το 1840, δεν ήταν η μόνη κίνηση για να υπερασπισθεί την προσωπικότητά του, να ζητήσει ευθαρσώς να λειτουργήσει η δικαιοσύνη. Επακολούθησαν και άλλες ενέργειές του, τόσο για να επιτύχει τη συνέχιση της λειτουργίας του σχολείου όσο και για να διαφυλάξει τις ιδέες του. Σίγουρα δεν κατόρθωσε να πείσει τους κατηγόρους του και σίγουρα δεν βρήκε το δίκαιο που ζητούσε, ήδη το έτος 1840, με την έκκλησή του στο βασιλιά. Εν τούτοις, στη συνείδηση μιας σημαντικής μερίδας Ελλήνων διανοουμένων, στη συνείδηση των συμπατριωτών του Ανδρίων, βρήκε την αναγνώριση μιας φωτεινής προσωπικότητας αγωνιστή, με ατελέσφορες ίσως αλλά ιδιαιτέρως σημαντικές παρεμβάσεις στη διαμόρφωση του ελληνικού κοινωνικού βίου.