Δευτέρα 3 Αυγούστου 2009


Ελευσίνια Μυστήρια


Κανένας σύγχρονος μελετητής δεν θα μπορούσε με δίκαιο τρόπο να επιβάλει την άποψη του σχετικά με αυτές τις πανάρχαιες μυστηριακές ιερές τελετές στο σύγχρονο αναγνώστη, δεδομένου ότι ελάχιστα από όσα διαδραματίζονταν κυρίως μέσα στα ιερά είναι γνωστά, ώστε να μας οδηγήσουν σε μια πλήρη και καλά πληροφορημένη εικόνα.
Η άκρα μυστικότητα ως βασικό χαρακτηριστικό των μυστηρίων, άντεξε στο χρόνο για αρκετές χιλιάδες χρόνια, και γενικά μπορούμε να πούμε ότι δεν παραβιάστηκε σε σημαντικό βαθμό. Επομένως αναγκαζόμαστε να στηριχθούμε στις σκοτεινές δηλώσεις εκείνων που μυήθηκαν καθώς και σε ανίδεες και συχνά προκατειλημμένες κρίσεις και εικασίες εκείνων που δεν μυήθηκαν.
Μια τρίτη και ίσως η πιο περίεργη κατηγορία εκ των δύο άνω είναι εκείνων που έλαβαν τη μύηση ως ανταμοιβή για τον έντιμο και ενάρετο κοινωνικό βίο τους αφού έτυχε να παραβρεθούν σε κατοπινές χρονικά παρεμφερείς μυστηριακές καταστάσεις, συλλαμβάνοντας το αρχαίο δίδαγμα περί ηθικής, αγάπης, σεβασμού και ειρηνικής συμβίωσης.
Εννοείται βέβαια ότι αυτή η θεία χάρη τους επιδόθηκε αυτόβουλα εφ όσον αυτοί συμπεριφέρθηκαν με αγνότητα χωρίς δόλο και επιτηδευμένη καθοδήγηση.

Θα μιλήσω σε όσους είναι θεμιτό, στους βέβηλους κλείστε τις θύρες και ασφαλίστε τους θεσμούς των δικαίων, γιατί θείος νόμος σε όλα επιβάλλεται.
Ορφέας


Εισαγωγικά
Η λέξη μύηση προέρχεται από το ρήμα μυώ, φανερώνοντας μια πράξη σχετική με το σφίξιμο των μυών δηλαδή κλείνω το στόμα (δεν μιλάω) η τα μάτια, εφ όσον πρώτα έχω προετοιμαστεί κατάλληλα και έχω εποπτεύσει (δει).Το κλείσιμο των ματιών για την επίτευξη ευκολότερης εσωτερικής όρασης απαιτεί γνώση αλλά και φαντασία, με άμεσο αποτέλεσμα αυτό που λέγετε (εν-όραση). Από τέτοιου είδους μυστικές ιεροπραξίες και πρακτικές φαίνεται εξ άλλου να άντλησε τις ρίζες του στο Πυθαγόρειο τρίπτυχο βλέπε - άκου - σώπα. Από τη μύηση επίσης προκύπτει και το μυστικό που και κατά μία έννοια προσδίδει σεμνότητα στο θείο. Η σεμνότητα αντανακλάτε σε εμάς ως μια από τις πρωταρχικές βάσεις του θείου και ως οδηγός (μπούσουλας) οξύνει τη φαντασία μας, δίνοντας μας παράλληλα την αίσθηση μίας μεγαλειώδους εικόνας της θεότητας. Βλέπουμε έτσι ότι το μυστικό συνδυαζόμενο με την απαραίτητη ατομική η ομαδική πίστη μπορεί και λειτουργεί ως σκαλοπάτι στη προσέγγιση της θεότητας. Αν τώρα οι ιερείς θεουργοί κρύψουν έντεχνα και κάτω από πέπλο μυστηρίου ορισμένα ιερά μυστικά μέσα σε μία ιστορία όπως είναι ο μύθος, τότε αποκαλύπτεται στον μύστη (αυτόν που μαθαίνει μυστικά) μία καθέδρα η οποία τον βοηθάει α) στη κατανόηση και β) τη προσέγγιση της θεότητας.

Το μυστικό είναι απαραίτητο γιατί λειτουργεί ως μαγνήτης αποτελώντας την ιδιαίτερη εστίαση της προσοχής μας, για την δημιουργία μίας υπέρ-συνείδησης (συλλογικού νου), που όπως και ο πρωταρχικός κόκκος της άμμου συμβάλει στην δημιουργία του μαργαριταριού στο όστρακο με τα γνωστά σε εμάς αποτελέσματα. Αν κάποιος αμύητος πλησιάσει το μυστικό, τότε το όστρακο κλείνει προφυλλάσσοντας το ιερό περιεχόμενο αλλά και αυτόν που το πλησιάζει αφού λόγο της άγνοιας, της περιέργειας και της ασυνείδητης προσέγγισης, διατρέχει κίνδυνο με ορατά αποτελέσματα αυτά της εγκεφαλικής δυσλειτουργίας και της παρανόησης. Οι πιστοί αφού μυηθούν (λάβουν σχετική πρώτη γνώση) και χαράξουν στον εγκέφαλο τους το μονοπάτι το οποίο πρόκειται να πορευτούν φροντίζουν για την εσωτερική τους αναγέννηση προχωρώντας σε εσωτερικούς αλλά και εξωτερικούς καθαρμούς ώστε να παραμείνουν χωρίς αμφιβολίες και ανασφάλειες συγκεντρωμένοι στο θείο δράμα το οποίο είναι και ο βασικός στόχος τους. Στο θείο δράμα κάθε αντικείμενο, κάθε πράξη, σκεύος ή και εικόνα είναι συμβολικό της θείας ιδέας-ιστορίας και ως ιδεόγραμμα εκφράζεται και λειτουργεί σαν μεταφορικό μέσο (χρόνο-κάψουλα )για μεγαλύτερη διάρκεια και αντοχή δια μέσω των αιώνων. Όταν όμως αυτή η ιδέα που σχηματίζει συμβολικές εικόνες έχει να κάνει με καθημερινές μας συνήθειες όπως αυτή της διατροφής που ως μέθεξη μετουσιώνεται με το σιτάρι και τον άρτο, τότε αυτός ο συμβολισμός μέσα από την επανάληψη γίνεται βίωμα η και μας συντροφεύει σε όλο τον βίο μας.
Όπως η θεά Δήμητρα δια του μύθου χάρισε στην ανθρωπότητα την γνώση για τη καλλιέργεια της γης και τη παρασκευή του άρτου (που όχι μόνο έμεινε αθάνατος αλλά παρευρίσκεται καθημερινά στο τραπέζι μας), έτσι και η κόρη της Περσεφόνη, δια του ίδιου μύθου βάζει τα θεμέλια και στηρίζει τις βάσεις για την αθανασία της ψυχής κωδικοποιώντας το όλο ζήτημα σε δύο λέξεις (κόρα + ψίχα = κόρη-ψυχή ),που ως τα δύο βασικά μέρη του άρτου, μας συντροφεύουν και μας θρέφουν καθημερινά.
Συμβολικά και άσχετα με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις του καθενός όπως στην βασική μύηση ενός ατόμου έτσι και στη καθημερινή συμβολική αναπαράσταση της, απαιτείται και εξωτερικός καθαρμός (των χεριών) πριν τη λήψη της θεόσταλτης τροφής. Είναι έτσι προφανές ότι Οι μυστικές τελετές και ιεροπραξίες ανέλαβαν δια μέσω των ιερέων-θεουργών να τελειοποιήσουν τους μύστες μέσα από την αποκάλυψη των μύθων και άλλων πολλών κρυμμένων για την εποχή τους μυστικών.

Προς τιμή της θεάς Δήμητρας λοιπόν, που ως χθόνια θεότητα ήταν προστάτιδας της γονιμότητας και ως φαίνεται αντικατέστησε μια παλαιότερη θεά την επονομαζόμενης Γαία, που κατά τον Ησίοδο ήταν κόρη του Χάους, γίνονταν κάθε έτος μέσα από πανελλήνια λατρεία και μεγαλοπρέπεια, τα θρησκευτικά μυστήρια των Ελλήνων στο περίφημο ναό της Ελευσίνας. τα οποία χαρακτηρίσθηκαν και ως τα πιο αξιόλογα και αυτά με τη μεγαλύτερη έλευση πιστών για την εποχής τους και πολύ πιθανόν ως σήμερα. Εκτός από τη Δήμητρα, σημαντική μορφή των μυστηρίων έχουσα πρωταγωνιστικό ρόλο ήταν και η Κόρη της η Περσεφόνη, που αντιπροσωπεύοντας σε πρώτο επίπεδο τη βλάστηση η οποία εξαφανίζεται από την επιφάνεια της γης, επανέρχεται ύστερα από καθορισμένη χρονικά παραμονή της στον Κάτω Κόσμο. Η ίδια ιστορία με μια βαθύτερη αποκωδικοποίηση όπως θα δούμε λεπτομερέστερα παρακάτω, συμβολίζει την έπανα-κάμψη της ψυχής μετά τον θάνατο του φυσικού περιβλήματος της (σώμα).
Η λατρεία της Δήμητρας, προσωποποίησε το δράμα της φύσης σχετικά με τη γένεση και τον θάνατο των φυτών έχοντας καθαρά αγροτικό χαρακτήρα, ήταν άμεσα συνδεδεμένη με τον κύκλο των αγροτικών εργασιών από τη σπορά ως τη συγκομιδή. Έτσι αναγκαστικά αφού είχε να κάνει με την κύρια και βασική ανάγκη των ανθρώπων (τροφή) απέκτησε μεγάλη σπουδαιότητα και σεβασμό. Ήταν μια λατρεία με κύριες πρωταρχικά αναφορές στις δυνατότητες της αγροτικής θρησκείας, στην επίτευξη της γνώσης για την επιβίωση και ταυτόχρονα την ανθρώπινης ευτυχία, και λόγω της περιπέτειας της κόρης-ψυχής είχε και μία εσχατολογική διδασκαλία. Η μητρική κοιλιά της μεγάλης μητέρας θεάς ταυτίστηκε με τη γη έχοντας ως παράγωγο και στις δύο περιπτώσεις τους καρπούς.
Τα Ελευσίνια μυστήρια μετά τους πρώτους χρόνους τέλεσης τους κατόρθωσαν να γίνουν ευρύτατα διαδεδομένα σε όλο τον ελληνισμό, από την μικρά Ασία έως την Ιταλία και από τη Κασπία θάλασσα έως την Αφρική και γρήγορα απέκτησαν σπουδαία φήμη, ως κλασικά μυστήρια της Ελλάδας.
Οι τελετές της Ελευσίνας με τις μυστηριακές αναπαραστάσεις των πιο πολύτιμων μυστικών της Φύσης και κατ' επέκταση του εαυτού μας, επισκίασαν και σταδιακά απορρόφησαν προηγούμενα μυστήρια αλλά και πολλές μικρότερες φιλοσοφικές σχολές και τάσεις, ενσωματώνοντας στο δικό τους σύστημα οποιαδήποτε πολύτιμη πληροφορία αυτές κατείχαν.
Σκοπός των ελευσίνιων όπως και των προηγούμενο μυστηρίων της Σαμοθράκης δηλαδή αυτά των Κάβειρων ήταν ο εξαγνισμός, η μάθηση, η εξιλέωση, η αδελφοποίηση, η Θεραπεία, και η καλή Τύχη των πιστών.

Αν και σχεδόν όλοι οι μύστες τήρησαν Ιερή σιγή για τα απόρρητα των μυστηρίων, μπορούμε χοντρικά μέσα από τα γραπτά τους να ανακαλύψουμε, α) ότι ο κόσμος που μας περιβάλει δεν είναι ορατός τουλάχιστον σε όλα του τα επίπεδα, β) ότι μια νέα ποιοτικότερη από τη προηγούμενη ζωή αρχίζει μετά τον γήινο θάνατο.
Οι μυημένοι αφού πρωτίστως είχαν αποβάλλει το φόβο του θανάτου και της συμπαντικής εξαφάνισης, φημίζονταν σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο για την ωραιότητα των φιλοσοφικών τους αντιλήψεων και τα υψηλά κριτήρια ηθικής αλλά και της δικαιοσύνης που βίωναν στην καθημερινή τους ζωή.
Η διδασκαλία αυτή όμως ως κόρη οφθαλμού έπρεπε να διαφυλαχθεί από τους βέβηλους ώστε να αντέξει στο πέρασμα των αιώνων. Έτσι με τη πάροδο των χρόνων οι ιερείς συνέχισαν να καλύπτουν τον αληθή λόγο μέσα στους μύθους δίνοντας του πολλαπλές ερμηνείες. Τέλος οι ιερείς αφού (διαμέλιζαν) και μοίραζαν τον μύθο σε επίπεδα προς χάρη της ιερής μυστικότητας, έδιναν τη δυνατότητα μόνο στους μυημένους να καταφέρουν να τον ανασύρουν και να τον επαναλειτουργήσουν απ τα βάθη των ιερών αλληγοριών και των νοητικών λαβυρίνθων.

Οι ιερείς εκτός των μύθων δίδαξαν ότι η μεταθανάτια πορεία της ψυχής, καθορίζεται από τις εδώ πράξεις και επιθυμίες της αλλά και από τη δυνατότητα της να διαισθάνεται και να διαλέγει ανάμεσα στις αρετές και τα πάθη της.
Τούτο το συμπέρασμα φαίνεται ότι εξάγεται και απ τα λόγια πολλών αρχαίων μυστών όπως ο Αριστοτέλης, ο Ιπποκράτης, ο Κικέρων κ.α. που αν και είχαν δώσει Ιερό όρκο σιγής άφησαν ορισμένες «ανοικτές πόρτες» ώστε σε πρώτη φάση να κεντρίσουν το ενδιαφέρον των μέχρι τότε αμύητων και σε δεύτερη φάση να καθοδηγήσουν τους ήδη μυημένους σε ανώτερα επίπεδα.
Για τους φιλοσόφους των Ελευσίνιων η γέννηση στον φυσικό κόσμο είναι ο θάνατος με την πλήρη σημασία της λέξεως και η μοναδική αληθινή γέννηση είναι αυτή της πνευματικής ψυχής του ανθρώπου που αναδύεται από τον τάφο της σωματικής φύσης.
Ο Σωκράτης γνωρίζοντας ήδη το δαιμόνιο ( την εσωτερική ψυχική του υπόσταση) αρνήθηκε να μυηθεί στα Ελευσίνια Μυστήρια, γιατί συνειδητοποίησε ότι η συμμετοχή του θα του σφράγιζε το στόμα.
Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι οι μυημένοι φιλόσοφοι όπως ο Πλάτων ο Αριστοτέλης ο Αντισθένης, οι φιλόσοφοι της πυθαγόρειας και ελεατικής σχολής καθώς και οι πολυάριθμοι μαθητές τους συγκροτούσαν μια κατά κάποιο τρόπο φωτισμένη κοινωνία που πίστευαν στονΈνα και μοναδικό Θεό δημιουργό του παντός και σε αυτόν τον «άγνωστο» χωρίς όψη αρχή και τέλος Θεό αφιέρωσαν βωμό που βρήκε κατά την περιοδεία του στην Αθήνα ο απόστολος Παύλος.
Το θρησκευτικό δόγμα των μυστηρίων πού έλεγε ότι μόνο οι μυημένοι είχαν πρόσβαση στη μετά θάνατον μακαριότητα, άνοιξε διάπλατα τις πόρτες του ιερού μόνο στους μύστες και δημιούργησε αθρόα προσέλευση των πιστών στην Ελευσίνα. Λόγω των ψυχικών αλλά και σωματικών δοκιμασιών οι περισσότεροι από αυτούς έσπευσαν κυρίως να μυηθούν κατά τα νεανικά τους χρόνια, αλλά υπήρξαν και πολλοί πιστοί που μη θέλοντας να χάσουν τη θεία χάρη έσπευσαν προς μύηση όταν αισθάνονταν ότι το τέλος της ζωής τους πλησιάζει.

Κυρίως λοιπόν μετά την εποχή των Περσικών Πολέμων, αφού οι Πέρσες έκλεψαν και κατέκαψαν όλα τα ιερά των Αθηνών, βλέπουμε να αποκλείονται οι βάρβαροι και δικαίωμα στη μύηση είχαν μόνο οι Αθηναίοι πολίτες. Δικαίωμα μύησης δεν είχαν επίσης οι τελέσαντες εγκλήματα και διάφορες ιερόσυλες πράξεις, άσχετα με το πόσο υψηλό αξίωμα είχαν. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν του αυτοκράτορα Νέρωνα, στον οποίο δεν επετράπη η συμμετοχή.
Υπάρχουν όμως και καταγεγραμμένες περιπτώσεις ξένων που γνώριζαν Ελληνικά και μυήθηκαν, αφού πρώτα τους είχε προτείνει κάποιος ήδη μυημένος (ανάδοχος) και είχαν πολιτογραφηθεί Αθηναίοι.
Έτσι συμπεραίνουμε ότι υπήρχε από τους παλαιούς εκείνους χρόνους, υψηλό θρησκευτικό αίσθημα μεταξύ των Ελλήνων που συνέβαλε στη κατάργηση της φοβίας και της δεισιδαιμονίας, εξύψωσε τη λαμπρότητα του νου, την έξαρση του ελληνικού πνεύματος, αλλά και του πατριωτισμού, αφού κατάφερε και ένωσε σε μία καινούργια νοητική διάσταση όλους τους τότε διασκορπισμένους ανά τη γη μυημένους Έλληνες. Η φήμη των μυστηρίων κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους ήταν τόσο μεγάλη ώστε πολλοί ρωμαίοι ευγενείς και φιλέλληνες αυτοκράτορες όπως ο Αδριανός, ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Κόμοδος κατέφθασαν στην Αθήνα για να σπουδάσουν φιλοσοφία και να λάβουν μέρος στα μυστήρια.
Κανείς απ τους μύστες δε μπορούσε να λάβει μέρος στα μεγάλα μυστήρια εάν προηγουμένως δεν είχε λάβει μέρος με επιτυχία στα μικρά τον μήνα Ανθεστηρίων στις όχθες του Ιλισού. Πολλές φορές μάλιστα ο μύστης λόγω διαφόρων κυρίως νοητικών δυσκολιών έπρεπε να περάσει μια, δύο η και τρεις φορές από τη προπαρασκευαστική μύηση των μικρών μυστηρίων ώστε να λάβει με επιτυχία μέρος στα μεγάλα μυστήρια της Ελευσίνας.
Οι ιέρειες και οι ιερείς της Δήμητρας είχαν το δικαίωμα να απαγορεύσουν τη μύηση σε όσους θεωρούσαν βέβηλους και δια θεσπισμένου νόμου απαγορεύονταν η μύηση σε διεφθαρμένους, προδότες, λιποτάκτες, αδιάφορους στα της πόλης κοινά καθώς και τους δούλους. Αυτό και μόνο δηλώνει τη μεγάλη σπουδαιότητα καθώς και τον υψηλό θρησκευτικό χαρακτήρα των μεγάλων μυστηρίων. Είναι επίσης καταγεγραμμένες περιπτώσεις που ορισμένοι κατηχούμενοι αν και είχαν περάσει επιτυχώς απ τα μικρά μυστήρια δεν ευρέθησαν καταλλήλως εξαγνισμένοι από τους ιερείς ώστε τους απαγορεύθηκε η είσοδος και η συμμετοχή στα εντός του ναού τελούμενων μεγάλων μυστηρίων.
Ο μυστηριακός άρρητος πυρήνας που χαρακτήριζε όλα τα αρχαία και ειδικότερα τα Ελευσίνια μυστήρια ασκεί μέχρι και σήμερα δυνατή έλξη για περαιτέρω μελέτη και έρευνα. Υποθέτω ότι έτσι και τότε, θα ασκούσε έλξη για γνώση, ειδικά σε αυτούς που είχαν μέσα τους αναπτυγμένη την αίσθηση του θρησκευτικού ανικανοποίητου καθώς και σε αυτούς που αισθάνονταν φυσική δίψα για μάθηση και ψυχική ανάταση. Η μυστικότητα και ο βαρύς όρκος σιωπής που τα περιέβαλε, έγινε αφορμή για διαφορετικές σύγχρονες ερμηνείες τους άλλες φορές αντιφατικές μεταξύ τους και άλλες φορές πολύ προχωρημένες, αγγίζοντας αυτό που στις μέρες μας ορίζουμε ως επιστημονική φαντασία. Οι περισσότεροι από τους σύγχρονους μελετητές είναι εκείνοι που υποστηρίζουν τη στερεότυπη άποψη ότι το μυστικό των Ελευσίνιων μυστηρίων είναι καλά κρυμμένο από βαρύ πέπλο μυστηρίου ώστε είναι αδύνατη η εύρεση και η αποκάλυψη του.
Δε συμφωνώ με αυτή την άποψη για το λόγο ότι μπορεί να μη ξέρουμε λεπτομέρειες για τις ιερουργίες και σχεδόν τίποτα για τα άρρητα τους, αλλά τουλάχιστον έχουμε ορισμένες αναφορές που μας επιτρέπουν να κάνουμε μια αρχή προσέγγισης. Είναι προτιμότερο να λαμβάνουμε υπό όψη μας όλες τις απόψεις παρά να απορρίπτουμε μερικές από αυτές όσο τολμηρές και αν είναι. Με υπομονή και παρατηρητικότητα νομίζω ότι είναι δυνατό όχι μόνο να προσεγγίσουμε αυτό το πέπλο μυστηρίου αλλά και να κατορθώσουμε να ανασηκώσουμε έστω και μία εκ των τεσσάρων γωνιών του, ώστε να αποκαλυφθεί το εσωτερικό φως, που αν και καλά κρυμμένο φωτίζει αυτοβούλως εκείνα τα μυαλά που αν και δε το βλέπουν κινούνται πέριξ αυτού και κρίνονται ικανά να λάβουν γνώση εκ των έσω.



Το τελετουργικό των Ελευσίνιων μυστηρίων ήταν πολύπλοκο και η κατανόησή του απαιτούσε απελευθέρωση του νου ως προ το νοητικό κατεστημένο αλλά και την εις βάθος μελέτη της Ελληνικής Μυθολογίας. Οι συγκρίσεις και οι παραλληλισμοί των έξω και των έσω θα πρέπει να θεωρούνταν ως αυτονόητα.
Η πρωταρχική ένωση του Θεϊκού Θηλυκού με το Ιερό Αρσενικό παριστανόταν συμβολικά με την τελετουργία του Ιερού Γάμου δίνοντας στο σύμπαν τα πρώτα σημάδια ζωής. Η Γη κι ο Ουρανός αποτελούν ως φαίνεται το πρώτο ζευγάρι στις περισσότερες θρησκείες του κόσμου. Στην Ολύμπια μυθολογία (αυτή που ακολούθησε μετά την τιτανομαχία), το ρόλο του ουράνιου θεού αναλαμβάνει πλέον ο Δίας. Αυτός με τη σειρά του παντρεύεται την Ήρα, που ως καινούργια σύζυγος-παραστάτης του νέου θεού (μετά τον Κρόνο) είναι μια νεότερη εκδοχή της προϊστορικής Θεάς και γυναίκας του Κρόνου που το όνομά της κατά μια ερμηνεία συνταυτίζεται με το έρα (Ρέα)= (γη). Η Ρέα ως σύζυγος του Κρόνου - Χρόνου φαίνεται ότι ταυτίζετε περισσότερο με την ύλη παρά με τη γη. Μια ειδικότερη έκφανση της μορφοποιείται και εμφανίζεται ως Δήμητρα (Δημήτηρ= Γη Μήτηρ), η οποία κυοφορεί την Περσεφόνη -το σπόρο του σιταριού που θάβεται και ξαναγεννιέται.
Η Δήμητρα ως προστάτης των γυναικών των γάμων και γενικώς των θεσμών λατρεύτηκε και ως θεσμοφόρος έχοντας ειδική τελετουργική τιμή για αυτές της τις ιδιότητες μέσα από λατρευτικές τελετές-εορτές τα Θεσμοφόρια.
Μπορούμε έτσι να πούμε ότι μέσα από αυτή τη διπλή ιδιότητα της ως προστάτιδας του γάμου αλλά ως πρώτης διδασκάλισσας της σποράς και της συγκομιδή των δημητριακών συνέβαλε τα μέγιστα στη δημιουργία και την ανάπτυξη των πόλεων, της σταθερής χωρίς μετακινήσεις πλέον διαβίωσης από τους ανθρώπους. Βλέπουμε τη Δήμητρα ως έννοια να λειτουργεί σαν μια γήινη μήτρα για τα φυτά αλλά και ως μια μεγάλη αγκαλιά για τους ανθρώπους, αφού τους θρέφει κατά τον βίο τους και παράλληλα τους δέχεται μέσα στους κόλπους της κατά τον θάνατο τους.
Οι μύστες συνάμα διδάσκονταν κατά τη διάρκεια ενός έτους, υψηλά θρησκευτικά δόγματα όπως η εγκράτεια η αρετή η σωφροσύνη η δικαιοσύνη αλλά και η ανεξικακία και η ελευθερία της συνειδήσεως γνωστή στις μέρες μας ως ανεξιθρησκία. Λογικό είναι βέβαια η γνώση να μη μεταδίδονταν κατ ευθείαν σε όλους τους μετέχοντες, αλλά σταδιακά παίρνοντας τους μεθοδικά από διάφορα επίπεδα-στάδια όπως μας λεει και ο Πλάτων στον Φαίδωνα:

«Εισί γάρ δή οι περί τάς τελετάς ναρθηκοφόροι μέν πολλοί βάκχοι δε τε παύροι»

δηλαδή (πολλοί έλαβαν μέρος εις τα μυστήρια αλλά λίγοι είναι οι εκλεκτοί). Με τη κλιμακωτή γνώση και ειδικότερα μετά τη γνώση για τον Ένα και μοναδικό θεό οι μύστες θα μπορούσαν να καταλάβουν ευκολότερα μεγάλες αφηρημένες έννοιες όπως της μεταφυσικής και της ηθικής αλλά και να κατανοήσουν την αλληγορία των μύθων καθώς επίσης τις φυσικές δυνάμεις που μέχρι τότε τις αντιλαμβάνονταν με τις μορφές διαφόρων θεών.
Εξ άλλου πολλά χρόνια πριν ο Ορφέας είχε ξεκινήσει το προπαρασκευαστικό μονοθεϊστικό έργο του μέσα από τους μύθους και τους ύμνους του. Από αυτόν με τη σειρά τους οι φιλόσοφοι παρέλαβαν μεγάλες έννοιες και αλήθειες και κατόπιν οι ποιητές μαζί με τους ιερείς μεταλαμπάδευσαν στους Έλληνες τις παρομοιώσεις των φυσικών φαινομένων με τα ονόματα των θεών.
Στα πρώτα στάδια της μύησης οι διδαχές δε θα μπορούσαν βέβαια να μην ήταν απλές και αλληγορικές. Αρχικά οι ιερείς συνέκριναν τον Δια με τον αιθέρα, την Ήρα με τον αέρα και η συνεύρεση αυτών των δύο είχε ως παράγωγα τα ουράνια φαινόμενα όπως η βροχή το χαλάζι οι αστραπές οι βροντές κλπ.

Ω μέγας αιθήρ! Ω Ζεύ!

Αναφωνεί μέσα από τις τραγωδίες του ο Σοφοκλής, όπως και ο Ευριπίδης:

Οράς τόν υψού τόν δ άπειρον αιθέρα
τούτον νόμιζε Ζήνα,τόν δ ηγού θεόν<
-
Όμνυμι ιερόν αιθέρ' οίκησιν Διός

Χαρακτηριστικά είναι και τα επίθετα που δόθηκαν στον βασιλέα των θεών και ακολουθούσαν για αιώνες τον υπέρτατο Δία ανάλογα με τις περιστάσεις.
Κεραύνιος, κυανοχαίτης, νεφεληγερέτης, υψιβρεμέτης, κελαινεφής κ.α.
Το ίδιο συμβαίνει και με το κύριο όνομα του Διός - Ζευς εκ του Δεύς που παράγεται από το δεύ-δεύω και σημαίνει βρέχω, δανείζει στα λατινικά τη λέξη Deus που σημαίνει Θεός όπως επίσης στα γαλλικά τη λέξη Dieu που έχει την ίδια έννοια. Ο υπέρτατος θεός Δίας όπως βλέπουμε έχει τη δύναμη και τη γνώση της διαίρεσης (κυρίως στην ύλη) καθώς και τη δύναμη της γνώσης ώστε να ζεύει (κυρίως στη νόηση).
Ο αήρ αναγραμματιζόμενος μας δίνει το όνομα της συζύγου του Ήρας καθώς γίνεται με τη μητέρα του τη Ρέα που όπως είδαμε και πιο πάνω μας δίνει τη λέξη Έρα που σημαίνει Γη (terra στα λατινικά).
Το ίδιο συμβαίνει και με τον υιό του Διός Απόλλωνα, που η γέννηση του μαζί με την ’ρτεμη στο νησί της Δήλου τον παρομοιάζει με τον λαμπρότατο φωτοδότη θεό ‘Ήλιο, αφήνοντας μας έτσι να καταλάβουμε ότι η σελήνη δε μπορεί να είναι άλλη από τη δίδυμη αδελφή του.
(Πρόσφατη μελέτη πανεπιστημίου μας αποκαλύπτει ότι το μέρος το οποίο δέχεται τη μεγαλύτερη ποσότητα ηλιακών ακτινών κατ' έτος στο πλανήτη μας είναι η Δήλος). Με τον ίδιο τρόπο ο Ποσειδών είναι η θάλασσα και τ' άσπρα άλογα του είναι τα αφρισμένα κύματα, ο Ήφαιστος είναι το πυρ ουράνιο αλλά και γήινο, Ο ’δης ως πρωταρχικός τύπος δεν έμεινε αμετάβλητος. Αντίθετα και ύστερα από μια ορισμένη εποχή γνώρισε περίεργο μετασχηματισμό, ώστε στο τέλος να ισοδυναμεί με μία πολύπλοκη γενική έκφραση των κρυφών δυνάμεων που εποπτεύουν το θάνατο και την αναγέννηση. Ο ’δης μεταμορφώθηκε τελικά κι έγινε ο Πλούτων, ευεργετικός θεός κι όχι τρομερός, φίλος των ζωντανών, που διευκολύνει τη ζωή τους με την ευφορία που σκορπίζει στην τροφό γη.

Ως Πλούτωνας τον βρίσκουμε να αντιπροσωπεύει τις υπόγειες δυνάμεις αλλά και το θαμμένο πλούτο της γης. η Αθηνά παιδί της κεφαλής του Διός είναι η φρόνηση, η Δή-μητηρ είναι η μητρική και η γήινη κοιλιά που ως διττή μητέρα θρέφει τα παιδιά της, η κόρη της Περσεφόνη είναι η τροφή-βλάστηση που γεννιέται μετά από πολύμηνη παραμονή στα έγκατα της γης παρέα με τον ’δη. Η Αφροδίτη με την ομορφιά της αναδυόμενη απ' τον αφρό προσδίδει τη υψηλή ποιότητα, ενώ ο Πρωτεύς βρίσκει αντίκρισμα στα αρχικά στοιχεία που με τις πολύμορφες μεταμορφώσεις του παράγει τις ποικιλίες των ειδών αυτό πού σήμερα είναι γνωστό στις μέρες μας σαν Dna.Ο Ερμής είναι ο θείος λόγος που εκπορεύεται από τον Δία καθώς διδάσκει και εξηγεί τη θρησκεία συνδέοντας τη με τη γνώση αλλά και με το φως της ημέρας. Η Θέμιδα είναι η συμπαντική δικαιοσύνη και η Νέμεσις η Θεία δίκη.
Ο Διόνυσος ο τελευταίος στη σειρά είναι ο οίνος αλλά όπως θα δούμε σε επόμενο κεφάλαιο και τα (προ του οίνου) ψυχοσωματικά διεγερτικά, που παρομοιάζεται με την απαλλαγή των φαινομενικά σοβαρών σκέψεων και την ανεμελιά, δηλαδή η άλλη όψη του Απόλλωνα. Αυτός ο ’γριος χορευτής των οργίων, ο κυρίαρχος της έκστασης της επονομαζόμενης και Θείας μέθης που θεοποιήθηκε και ανέλαβε δια της εισόδου του στις ζωές των ανθρώπων να κάνει ευκολότερη την επικοινωνία τους με τους Θεούς και πρωταγωνιστεί κι αυτός με τη σειρά του στην Ελευσίνια μύηση ως ο νυμφίος του Ιερού γάμου στο ιερό της Ελευσίνας.
Η πάλη μεταξύ Θεών και Τιτάνων είναι η μάχη μεταξύ των στοιχείων που γεννήθηκαν από τη στήριξη της γης στο ουράνιο στερέωμα και των προγενέστερων δυνάμεων που συντέλεσαν στη γέννηση της γης από το χάος. Τα νέα στοιχεία οι Θεοί επικράτησαν των παλαιών δυνάμεων Τιτάνων που υποχρεώθηκαν από τον αρχηγό των πρώτων Δία, να κατακρημνιστούν και φυλακιστούν στα έγκατα του πεδίου της μάχης δηλαδή τα σκοτεινά τάρταρα της γης, προσδίδοντας έτσι την αντικατάσταση των παλαιών σκληρών δυνάμεων που δρούσαν έως τότε, από τις νέες και πιο εξευγενισμένες δυνάμεις.
Τέτοιας υψηλής ποιότητας έννοιες δίδασκαν εκείνο το καιρό στους μύστες οι ιερείς των μυστηρίων, φανερώνοντας τους την ιερή πορεία του σύμπαντος και για αυτό το λόγο τους καλούσαν Ιεροφάντες. Όταν οι μυημένοι αντιλαμβάνονταν το μυστικό νόημα αυτής της αλληγορίας και κατανοούσαν τις διαδοχές των προγενέστερων εποχών, οι ιερείς προχωρούσαν βαθύτερα και σε δεύτερο επίπεδο εξηγούσαν με απόκρυφο τρόπο την κατάσταση της μη εξαγνισμένης ψυχής που έχει ενδυθεί το γήινο σώμα της και έχει περιβληθεί την υλική φύση.

Oπως μας λεει και ο Ηρόδοτος, oι μυστηριακές ιερές τελετές φαίνεται ότι πρωτοπαρουσιάστηκαν στην λατρεία των πριν της Ελλάδας κατοίκων, δηλαδή των Πελασγών, των οποίων η θρησκεία επικεντρώνονταν γύρω από τη γη, τις χθόνιες θεότητές και το αρχέγονο μυστήριο της ζωής και του θανάτου. Οι Πελασγοί αρχικά έκαναν θυσίες σε θεούς οι οποίοι δεν είχαν όνομα και οι οποίοι ονομάσθηκαν πολλά χρόνια αργότερα όταν οι Πελασγοί συγκατοίκησαν με τους Έλληνες. Μέσα από το πέρασμα του χρόνου μέσα από αυτό το πάντρεμα θρησκευτικών ιδεών ξεπήδησε ο προβληματισμός των ανθρώπων για τη μετά θάνατο ζωή όπως και το αιώνιο ταξίδι της ψυχής εντός και εκτός του γήινου σώματος.
Μετά την κάθοδο των Αχαιών και των Ιώνων οι οποίοι έδειχναν μεγάλη συμπάθεια για τους ουράνιους θεούς, οι Πελασγοί προσπάθησαν να προστατέψουν τις παμπάλαιες θρησκευτικές παραδόσεις τους μέσα από μυστικές τελετές, τελούμενες κυρίως στο νυκτερινό σκοτάδι η πίσω από τις ερμητικά κλειστές πύλες.
Με αυτό το τρόπο πρωτοεμφανίζονται τα Ελευσίνια μυστήρια που δημιουργήθηκαν για τη λατρεία μιας γήινης θεότητας της Δήμητρας που πρώτη από όλους τους υπόλοιπους ουράνιους θεούς κέντρισε την προσοχή των ανθρώπων.
Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από την λατρείας της Δήμητρας σαν θεάς της καλλιέργειας της γης, όπως συμβαίνει και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπου κατοικούσαν προελληνικά φύλα. Στους προελληνικούς αυτούς κατοίκους της Ελευσίνας προστέθηκαν και τα Θρακικά φύλα που προφανώς συγχώνευσαν δικές τους αρχαιότερες διδασκαλίες και ηθικά διδάγματα. Λόγω της παλαιότητας των διαδραματιζομένων γεγονότων ήταν πολύ δύσκολο ακόμη και για τους αρχαίους πρώτους μελετητές και ιστοριογράφους να περιγράψουν τους αγώνες που διεξήχθησαν από την πρώτη εισβολή των Θρακών στην ευρύτερη περιοχή της Ελευσίνας. Η Ελευσίνα ιδρύεται περί το 2000 π.Χ. και ως πόλη αναπτύσσεται και οχυρώνεται κατά τη Μυκηναϊκή εποχή, αφού αποτελεί στόχο κυρίως λόγω της στρατηγικής της θέσης.
Ο αγώνας που ακολούθησε μεταξύ των Θρακικών φύλων με τους Ίωνες της Αττικής, πρέπει να υπήρξε μακροχρόνιος και σκληρός. Η επίκαιρη θέση της Ελευσίνας μεταξύ Αθηνών και Πελοποννήσου, έκανε τη σύγκρουση αναπόφευκτη. Σημαντικό ρόλο πρέπει να έπαιξε η εύφορη της πεδιάδα, η λαμπρότητα του ιερού της, η μικρή της απόσταση από τη Σαλαμίνα καθώς και ο ασφαλής για τα πλοία κόλπος της.

Ο Παυσανίας στα Αττικά αναφέρει σχετικά ότι γύρω στον 7ο αιώνα π.Χ. διεξήχθησαν μακροχρόνιες μάχες μεταξύ Αθηναίων και Ελευσίνιων, κατά τη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν ο στρατηγός των Ελευσίνιων, Ιμάραδος και ο βασιλιάς των Αθηναίων, Ερεχθεύς. Το ότι και οι δύο αντιμαχόμενοι βασιλείς έπεσαν στο πεδίο της μάχης υποδηλώνει την μεγάλη διάρκεια καθώς και την αγριότητα αυτών των μαχών.
Οι Ελευσίνιοι τελικά ηττήθηκαν και η βασιλεία τους καταλύθηκε ενώ η πόλη τους προσαρτήστηκε στους νικητές και έγινε Αθηναϊκός δήμος.
Τα μυστήρια όμως υπήρχαν ήδη από εκείνη την εποχή και έτσι οι Αθηναίοι ανέλαβαν τη διοίκηση και την εποπτεία τους χωρίς όμως να αλλάξουν τον τόπο και τον τρόπο τέλεσης τους ενώ τα ιερατικά αξιώματα και η ευθύνη της διοργάνωσης των τελετών έμεινε στα χέρια των βασιλικών γενών της Ελευσίνας. Αυτό δείχνει τον σεβασμό των Αθηναίων προς τα μυστήρια αλλά και την μοναδική ιεροτελεστία που λάμβανε χώρα σε αυτά (μια άλλη άποψη που δε θα πρέπει να παραληφθεί είναι ο συνδυασμός των παραπάνω με το οικονομικό όφελος).
Από αυτή την ίδια εποχή πραγματοποιείται η λατρεία της Δήμητρας, ως θεάς της φύσης, της βλάστησης και ειδικά των σιτηρών, η οποία συνεχίζεται χωρίς διακοπή ως τα Ρωμαϊκά χρόνια. Η μεγάλη φήμη που αποκτά η Ελευσίνα λόγω των μυστηρίων καθώς και η μεγάλη προσέλευση των πιστών απαιτεί ανέγερση νέων ναών και το Ιερό της αποκτά Πανελλήνιο χαρακτήρα ενώ η πόλη αργότερα περιβάλλεται από ισχυρό τείχος.
Η επιμέλειά των Μυστηρίων από τους Αθηναίους έδωσε στα ελευσίνια μυστήρια μεγάλη αίγλη φτάνοντας στο απόγειο της ακμής τους κατά τη χρυσή εποχή της Αθηναϊκής δημοκρατίας, τον 5ο αιώνα π.Χ.. Οι Αθηναίοι φρόντισαν να «διαφημίσουν» τα μυστήρια μέσο επιφανών ξένων που μυήθηκαν σε αυτά όπως ο Ηρακλής ο Ασκληπιός και οι Διόσκουροι, κατορθώνοντας να προσελκύσουν μεγάλο πλήθος Ελλήνων από τη μαύρη θάλασσα και την Αίγυπτο μέχρι την Ιταλία και τη Μεσοποταμία. Συμπληρωματικά και μετά το δεύτερο έτος κάθε ολυμπιάδας οι Ελευσίνιοι ιερείς διεξήγαγαν μια εξαιρετικής λαμπρότητας εορτή που λεγόταν πενταετηρίδα και κάθε πρώτο και τρίτο έτος μετά την Ολυμπιάδα την τριετηρίδα που ήταν πανελλήνιες πανηγύρεις-συγκεντρώσεις με διεξαγωγή γυμνικών αγώνων που ως έπαθλο οι νικητές είχαν την ετήσια ποσότητα κριθαριού από το Ράδιο πεδίο. Αργότερα στην κλασική και ρωμαϊκή εποχή ιδρύονται σπουδαία και λαμπρά οικοδομήματα που τελικά ισοπεδώνονται με την επιβολή του Χριστιανισμού και την επιδρομή των μισθοφόρων Οστρογότθων.



Ο μύθος
Ο Ομηρικός ύμνος προς τη Θεά Δήμητρα είναι χωρίς αμφισβήτηση ένας από τους ωραιότερους και πιο δραματικούς ύμνους που εξιστορεί, το δράμα των δύο θεαίνων της Δήμητρας και της κόρης της Περσεφόνης.
Σε αυτόν το μύθο η φαντασία αποκτά λειτουργική υπόσταση που για τους μυημένους αναμειγνύεται με την εμπειρία ή την έως τότε γνώση των πραγμάτων, δηλαδή της πρώιμης εκείνης επιστήμης, καθώς τους προσφέρει μια εσωτερική μεταμόρφωση. Κυρίως τους μεταμορφώνει σε άτομα που μετά τη μύηση φέρεται ότι έχουν θέσει σοβαρές βάσεις για τη περαιτέρω ζωή τους καθώς και τους προετοιμάζει για το μέγα θέμα της μετά του θανάτου πορείας.

Η νεαρή Περσεφόνη κόρη της Θεάς Δήμητρας καθώς κάποια ημέρα έπαιζε με τις Ωκεανίδες νύμφες στον ανθισμένο αγρό του Νύσιου πεδίου, θαμπώθηκε από τη θέα και τη πανέμορφη μυρωδιά ενός ανθισμένου ναρκίσσου.
Αυτός ο νάρκισσος ήταν τον ωραιότερο και το πιο ευωδιαστό άνθος ανάμεσα στα υπέροχα ρόδα τούς κρόκους τους υάκινθους και τις ίριδες που υπήρχαν στη περιοχή και χωρίς δεύτερη σκέψη άπλωσε το χέρι της για να τον κάνει δικό της.
Ξαφνικά κρότος ακούγεται δυνατός και σείεται όλη η γη καθώς ρήγμα βαθύ εμφανίζεται, ρήγμα που σχίζει τη γη στα δυο, μέχρι τα βάθη της τα υγρά και μουχλιασμένα τάρταρα και πάνω στο χρυσό του άρμα που έσερναν τα αθάνατα του άλογα, εμφανίζεται μαυροντυμένος ο κοκκινομάλλης ’δης, ο φοβερός θεός του κάτω κόσμου ο οποίος με γρήγορες κινήσεις αρπάζει την Περσεφόνη και την μεταφέρει στο σκοτεινό Βασίλειο των νεκρών. Η ομορφιά της κόρης θάμπωσε τον σκοτεινό θεό που είχε ήδη αποφασίσει για να την κάνει βασίλισσά του.
Μεγάλη κραυγή έβγαλε από μέσα της τότε η Κόρη καλώντας το πατέρα της τον γιο του Κρόνου Δια, αλλά προς μεγάλη ατυχία της αυτός είχε αλλού στραμμένη τη προσοχή του. Κανείς θνητός δεν είδε, παρά μόνο η θεά Εκάτη άκουσε τη κραυγή και ο παντεπόπτης Ήλιος είδε το όλο συμβάν.
Ένας μικρός απόηχος όμως αντήχησε στα βουνά και απ τα βάθη των ωκεανών εξοστρακίστηκε κι έφτασε μέχρι τον Όλυμπο εκεί που βρίσκονταν η μητέρα της η Δήμητρα αναταράζοντας τα σωθικά της. Αμέσως η θεά εμφανώς τρομαγμένη, γεμάτη μητρική ανησυχία ορμάει σα γεράκι απ' τα παλάτια των θεών και άρχισε να την αναζητά σε γη και θάλασσα.
Μαυροντυμένη, κρατώντας αναμμένες δάδες αναζητούσε τη Κόρη της Εννέα ολόκληρα μερόνυχτα μάταια όμως. Έψαχνε στη γη και τον ουρανό διέσχιζε τα λαγκάδια και τις ρεματιές, δίπλα στις όχθες των ποταμών και των θαλασσών χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Σε όλη τη περιπλάνηση νηστική και ανήσυχη δεν έτρωγε πλέον αμβροσία, ούτε με νέκταρ ξεδιψούσε, δε λουζόταν, δεν μιλούσε σε κανέναν και μεταμορφωμένη σε μαυροντυμένη γριά αναζητούσε τη Περσεφόνη αφήνοντας το πένθος της έκδηλο σε κάθε της βήμα.
Τη δέκατη ημέρα, συνοδευόμενη από την θεά Εκάτη που της στάθηκε αρωγός και λόγο του σεβασμού και της συμπάθειας που έτρεφε για αυτήν ο Ήλιος, έμαθε από αυτόν αυτό που εκείνη δεν είχε δει, ότι ο ’δης δηλαδή ο αδελφός της, γιος της ίδιας μάνας, άρπαξε τη κόρη της με τη συγκατάθεση του Δία.
Αμέσως η Δήμητρα καταβεβλημένη και στενοχωρημένη βουτηγμένη ολόκληρη στο πείσμα από τη προδοσία, εγκατέλειψε τους οίκους των θεών στον Όλυμπο και περιπλανώμενη ανάμεσα στους θνητούς έφθασε στη μικρή πόλη της Ελευσίνας. Με θλιμμένη τη ψυχή της έκατσε να ξαποστάσει σε μια μεγάλη πέτρα κάτω από τη σκιά μίας ελιάς δίπλα από το πηγάδι. Αυτό το πηγάδι κατά τον Παυσανία ονομαζόταν παρθένιο φρέαρ (1) και ήταν τόπος συνάθροισης για τις παρθένες της πόλης. Το φρεάτιο αυτό τελικά έδινε στους κατοπινούς μύστες αλλά και συνεχίζει να δίνει μέχρι σήμερα μια μεγάλη αίσθηση της ιστορικότητας αφού ήταν το σημείο εστίασης για την έναρξη των τελετουργικών χορών στους εορτασμούς.
Ας δούμε πως εξιστορεί ο Όμηρος με τους στίχους του όλη τη σκηνή, φανερώνοντας μας την τραγική κατάσταση την οποία βρισκόταν η θεά:

«Εννήμαρ μέν έπειτα κατά χθόνα πότνια Δηώ
στρωφάτ΄, αιθομένας δαιδας μετά χερσίν έχουσα,
ουδέποτ΄άμβροσίης καί νέκταρος ήδυπότοιο
πάσσατ΄άκηχεμένη,ουδέ χρόα βάλλετο λουτροίς.»

...ενώ καθώς φθάνει στην Ελευσίνα:

«Έζετο δ΄εγγύς όδοίο φίλον τετιημένη ήτορ,
Παρθενίω φρέατι,ένθα ύδρε΄υοντο πολίται,
Έν σκιή,αυτάρ ύπερθε πεφύκει θάμνος ελαίης,
..........................................................................
ένθα καθεζόμενη προκατέσχετο χερσί καλύπτρην,
δηρόν δ΄άφθογγος τετιημένη ήστ΄επί δίρφου,
ουδέ τιν΄ούτ΄έπει προσπτύσσετο ούτε τι έργω,
άλλ' άγέλαστος, άπαστος εδητύος ηδέ ποτήτος
ήστο, πόθω μινύθουσα βαθυζώνοιο θυγατρός.»

Σε αυτή τη φοβερή κατάσταση τη γεμάτη απέραντη θλίψη και πένθος βρήκαν την θεά οι τέσσερις παρθένες, η Καλλιδίκη, η Κλεισιδίκη, η Δημώ και η Καλλιθόη η μεγαλύτερη από τις κόρες του βασιλιά της Ελευσίνας Κελεού, την ώρα που πήγαιναν στο πηγάδι για να γεμίσουν με νερό τις χάλκινες υδρίες τους.
Η Δήμητρα αν και μεταμορφωμένη σε γριά και εμφανώς ταλαιπωρημένη εξέπεμψε αμέσως συμπάθεια και σεβασμό στις κόρες, οι οποίες άρχισαν να τη ρωτούν για το ποία ήταν και ποίος ο λόγος που την έφερε στη πόλη τους έξω από το παλάτι του πατέρα τους Κελεού. Η θεά, αποκρύπτοντας την ταυτότητά της, αποκρίθηκε πως ονομαζόταν Δώς και καταγόταν από την Κρήτη. Είχε αιχμαλωτιστεί από ληστές, και είχε δραπετεύσει από τον Θορικό. Κοιτώντας στα μάτια τις κόρες του βασιλιά τις παρεκάλεσε να υπηρετήσει σε ένα σπίτι της Ελευσίνας, σύμφωνα με τις δυνάμεις της και όπως αρμόζει σε μια γυναίκα της ηλικίας της να μεγαλώσει κάποιο παιδί, αν κάποιος φυσικά της το εμπιστευόταν.
Εκείνες αμέσως την κάλεσαν στην βασιλική οικία τους και πρώτη από όλες η πιο όμορφη η Καλλιδίκη ανάλαβε πρωτοβουλία ώστε να την γνωρίσουν στη μητέρα τους τη Μετάνειρα με σκοπό τη ανατροφή του μικρού αδελφού τους.
Καθώς έφτασαν στο βασιλικό τους δώμα η μάνα τους και μητέρα του μικρού Δημοφώντα είδε με συμπάθεια τη μεταμορφωμένη θεά και δεν έφερε αντίρρηση στην ανάθεση της ανατροφής του υιού της. Τα λόγια της Δήμητρας προς τη Μετάνειρα ήταν λιτά και μετρημένα καθώς η στενοχώρια της για το χαμό της Κόρης επηρέαζε τα έξω και τα μέσα της. Η θλίψη είχε σμιλέψει βαθιά το πρόσωπο της.
Μια εκ των γυναικών που υπηρετούσαν τη βασίλισσα και ονομάζονταν Ιάμβη κατόρθωσε τελικά λέγοντας της αστεία και κάνοντας κωμικές χειρονομίες να φέρει πάλι πίσω ένα ελαφρύ χαμόγελο στα χείλη της θεάς. Εν τούτοις δεν δέχθηκε το ποτήρι με το κόκκινο κρασί που της πρόσφερε η Μετάνειρα και ζήτησε να της δοθεί ο "κυκεών" ένα περίεργο ποτό από κριθάλευρο νερό και μίνθη (μέντα), που έθεσε τέρμα στη πολυήμερη αποχή της από την τροφή.
Η Δήμητρα νιώθοντας υποχρέωση προς τη βασιλική οικογένεια αποπειράθηκε να καταστήσει τον Δημοφώντα αθάνατο, τρέφοντάς τον με αμβροσία και βάζοντάς τον κρυφά τη νύχτα σε φωτιά, προκειμένου να καταστρέψει τις θνητές σάρκες του. Ο μικρός Δημοφώντας αναπτύσσονταν ταχύτατα και αυτό έβαλε σε σκέψεις τη Μετάνειρα που παραμονεύοντας ένα βράδυ, είδε τη θεά να κρατά τον γιο της πάνω απ τη φωτιά και νομίζοντας ότι προσπαθεί να τον κάψει, μπήκε στο δωμάτιο φωνάζοντας προς τη γριά. Το έργο όμως της αθανασίας του Δημοφώντα όπως και στη περίπτωση ενός άλλου ήρωα του Αχιλλέα δε πρόλαβε να ολοκληρωθεί. Ίσως η αποτυχία στις δύο αυτές αλλά και σ άλλες περιπτώσεις, υποδηλώνει ότι η αθανασία επιτυγχάνετε μόνο από τη ψυχή και όχι από το σώμα. Να μια ουσιώδης πρώτη διδαχή που έμελλε να περάσει μυστικά μέσα από τα μυστήρια.
Η μαυροντυμένη δυστυχής γριά μεταμορφώθηκε και πάλι στη πανίσχυρο θεά περιβαλλόμενη απ' τη θεία λάμψη προδίδοντας τη θεία δύναμη της δια της οποίας γονιμοποιούσε τη γη και έδινε τον σίτο εις τους ανθρώπους, λέγοντας κατά τον Όμηρο τα εξής:

«Είμί δέ Δήμητηρ τιμάοχος, ήτε μέγιστον
άθανάτοις θνήτοισί τ΄όναρ καί χάρμα τέτυκται.
’λλ΄ άγε μοι νηόν τε μέγαν καί βωμόν ύπ΄αύτώ
Τευχόντων πάς δήμος ύπαί πόλιν αίπύ τε τείχος,
Καλλίχορου καθύπερθεν, επί προύχοντι κολονώ.
Όργια δ΄αυτή έγών ύποθήσομαι, ώς άνέπειτα
Εύαγέως έρδοντες έμόν νόον ίλάσκοισθε.»

Η θεά αποκαλυμμένη απαιτεί από τον Κελεό να της κτίσει ένα ναό πάνω από το καλλίχορο φρέαρ. Εκεί αποσύρετε και δεν αφήνει κανένα φυτό να φυτρώσει πάνω στη γη. Οι θνητοί σταματάνε να προσφέρουν πλέον θυσίες στους θεούς. Η γη έπαψε να βλαστάνει και κινδύνεψε να αφανισθεί το ανθρώπινο γένος από προσώπου γης. Ο Δίας φανερά δυσαρεστημένος από τη τραγική εξέλιξη στέλνει τους Ολύμπιους θεούς να παρακαλέσουν την Δήμητρα να μεταβάλει τη γνώμη της και να επιστρέψει στον Όλυμπο. Εκείνη αρνείται και ο Δίας τότε στέλνει τον Ερμή στον ’δη να φέρει πίσω τη κόρη στη Δήμητρα.
O Ερμής, ύστερα από διαταγή του Δία, έφτασε στο βασίλειο των νεκρών, ζητώντας από τον Πλούτωνα να επιτρέψει την επιστροφή της Περσεφόνης στη μητέρα της. Ο ’δης προσποιούμενος ότι λαμβάνει υπ όψη του τις διαταγές του Δία αφήνει τη Περσεφόνη να επιστρέψει στη μητέρα της, αφού πρώτα της δίνει να δοκιμάσει κόκκους ροδιάς ξέροντας ότι αυτό θα τη κρατήσει κοντά του για το ένα τρίτο του έτους. Έπειτα ο βασιλιάς του κάτω κόσμου δίνει το άρμα του στον Ερμή να ανεβάσει τη Περσεφόνη στα υπέργεια παλάτια του Κελεού.
Η Δήμητρα ντυμένη μαινάδα δέχεται τη κόρη στο ναό της, αν και η χαρά της δεν κράτησε πολύ, γιατί όταν η θεά πληροφορήθηκε ότι η κόρη της είχε αναγκασθεί να φαει ρόδι πριν επιστρέψει στην Ελευσίνα, κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να την κρατήσει για πάντα κοντά της. Με την επέμβαση της Ρέας συμφώνησαν οι θεοί να μένει η Περσεφόνη το ένα τρίτο του έτους στο σύζυγό της Πλούτωνα και τα άλλα δύο τρίτα μεταξύ των Ολυμπίων θεών και της μητέρας της. Η θεά δέχθηκε την πρόταση και αφήνει πάλι τα φυτά και τα δένδρα να ανθίσουν ως ένδειξη ικανοποίησης για την επιστροφή της Περσεφόνης.
Στη γιορτή αυτή συμμετέχει και η Εκάτη που εξ αρχής είχε βοηθήσει τη Δήμητρα στην ανεύρεση της Περσεφόνης.
Εξευμενισμένη η Δήμητρα προτού επιστρέψει στην οικία των θεών, νιώθοντας βαθιά ευγνώμων στους Ελευσίνιους για τη φιλοξενία τους, δίδαξε στα μέλη των τεσσάρων βασιλικών οικογενειών, τον Τριπτόλεμο, τον Εύμολπο τον Διοκλή, και τον Κελεό, τα μυστήρια της λατρείας της τα σεμνά όργια που βασίζονταν στο ιερό δράμα και τα οποία αξίωσε να τελούν κάθε χρόνο προς τιμή και ανάμνηση Αυτής μέσα στο ναό τον οποίο ανέγειραν γι αυτό το σκοπό.Η θεά αξίωσε επίσης απόλυτη μυστικότητα, υποσχόμενη σαν αντάλλαγμα αιώνια ευημερία στην πόλη, λέγοντας τους ότι τα μυστήρια αυτά θα ήταν τα ύψιστα σε σχέση με την πνευματική και ηθική ανάπτυξη του ανθρώπου καθώς επίσης ότι θα τον προετοίμαζαν για τη μετά θάνατον μακαριότητα.
Το πρώτο σημείο πού έσπειραν τα δημητριακά ήταν έξω από την Ελευσίνα και προς τα Μέγαρα το ονομαζόμενο Ράριο πεδίο. Ο ήρωας Ράρος ήταν παππούς η πατέρας του Τριπτόλεμου. Εκεί στο κτήμα του Ράρου υπήρξε και το πρώτο ιερό αλώνι με βωμό αφιερωμένο στον Τριπτόλεμο, όπου κατασκεύαζαν τους πλακούντες οι οποίοι στη συνέχεια θα αφιερώνονταν στους θεούς των μυστηρίων. Μετά το Ράριο σπάρθηκε το Θριάσιο πεδίο και ο Τριπτόλεμος ανέλαβε να μεταφέρει τη γνώση στους ανθρώπους σχετικά με τη καλλιέργεια της γης, τη σπορά και το θερισμό του σίτου καθώς και τη παρασκευή του άρτου. Ως δάσκαλος εξ ουρανών συνέβαλλε τα μέγιστα στην κατανόηση των ανθρώπων για την αξία της ήμερης τροφής, που τόσο είχε να κάνει με τον πολιτισμό και την υλική ευημερία του.



Παραλλαγές του Μύθου
Σε μια πιο παλιά εκδοχή του μύθου, τότε που ακόμη δεν υπήρχε βασιλική οικογένεια στην Ελευσίνα, ζούσε ένας φτωχός αγρότης ο Δυσαύλης. Γυναίκα του ήταν η Βαυβώ, η οποία δε δίστασε να χορέψει χυδαία μπροστά στη Δήμητρα, πέφτοντας κάτω ανάσκελα με ανοικτά πόδια, ώστε να αναγκάσει τη θεά να γελάσει με τα χορευτικά παιχνίδια και τις χειρονομίες της. Ο Δύσαυλης με τη Βαυβώ είχαν τρεις γιους. Ο ένας απο αυτούς ονομαζόταν Ευβουλέας και ήταν χοιροβοσκός. Σύμφωνα με αυτό το μύθο, ο Ευβουλεύς έχασε τους χοίρους του στο χάσμα που εμφανίσθηκε όταν από αυτό βγήκε ο ’δης για να αρπάξει τη κόρη. Αυτός ήταν που έδειξε στη Δήμητρα το δρόμο για να κατέβει στο κάτω κόσμο:

“και κατέβηκες εις τον ’δη προς την ένδοξο Περσεφόνη
αφού σου έτυχε να έχεις ως οδηγό το αγνό παιδί του Δυσαύλη
που απεκάλυψε τα ιερά κρεβάτια του αγνού υποχθόνιου Διός
και γέννησες τον Εύβουλον που ήτο θεός, υποκήψασα εις ανάγκη θνητής»

’λλες παραδόσεις αναφέρουν ότι όταν βασίλευε ο Κελεός, εισέβαλε ξένος στρατός υπό τον Εύμολπο από την Θράκη ή κατά την εκδοχή του Απολλόδωρου υπό τον γιο του Εύμολπου Ίσμαρο ή Ιμμάρδο, ο οποίος συμμάχησε με τους Ελευσίνιους κατά των Αθηναίων.

Μήπως τα μυστήρια σε μια πιο πρωτόγονη μορφή κατέβηκαν από τα παράλια της Θράκης και τη Σαμοθράκη;
Αν κατέβηκαν από βόρεια ενισχύουν την άποψη ότι ίσως αποτελούν συνέχεια των μυστηρίων των Καβείρων αφού και σε αυτά υπήρχαν χθόνιες θεότητες.
Ή μήπως νότια από τη Κρήτη;
Στον ομηρικό ύμνο η Δήμητρα λέει στις κόρες του Κελεού ότι δραπέτευσε από πειρατές οι οποίοι την απήγαγαν από τη Κρήτη. Η Κρήτη όπως μας αναφέρει και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης διεκδικούσε τη πατρότητα των έως τότε μυστηρίων όπως τα Ορφικά, τα Καβείρια αλλά και τα Ελευσίνια λέγοντας ότι στη Κνωσό δεν απέκρυπταν τίποτα και δεν υπήρχε όρκος σιγής. Όποιος ήθελε να μάθει για τα μυστήρια και τις τελετές μπορούσε να το κάνει ελεύθερα.
Η κρητική παραλλαγή για τη Δήμητρα αναφέρεται στην οδύσσεια (ε 125).Εκεί εκτός από τη θλίψη της θεάς μπορούμε να δούμε τον ερωτά της για τον Ιασίωνα που του δόθηκε σε ένα χωράφι το οποίο είχε οργωθεί τρεις φορές. Καρπός του ερωτά τους ήταν ο πλούτος.
Δεν πρέπει επίσης να μας ξενίζει το γεγονός ότι ο καρπός μιας άλλης θεάς της Αφροδίτης στο βασίλειο του κάτω κόσμου ήταν και πάλι ο πλούτος, σε μία γέννηση που έγινε ακούσια και όχι εκούσια όπως στη περίπτωση της Δήμητρας. Στην Αρκαδία η θεά ενώ ψάχνει τη κόρη, πέφτει θύμα απαγωγής και η ίδια.
Απαγωγέας αυτή τη φορά είναι ο Ποσειδώνας που ετυμολογικά το όνομα του δηλώνει ότι είναι ο κύριος (σύζυγος ) της Δα (γα) γη που ως φαίνεται είναι και η ρίζα του ονόματος της Δήμητρας (Δηώ) (*) Σύμφωνα με τον Παυσανία η θεά μεταμορφώνετε σε φοράδα και κρύβεται μέσα σε ένα στάβλο όπου ο θεός μεταμορφωμένος σε άλογο αποκτά μαζί της μια κόρη που το όνομα της είναι μυστικό, αλλά και ένα διάσημο μυθικό άτι (VIII 25 7) H θεά μετά την αποπλάνηση αισθανόταν και φαινόταν αγριεμένη. Αυτός είναι ο λόγος που παίρνει το όνομα Ερινύς και που την ακολουθεί μέχρι έως ότου λούζεται στο ποταμό Λάδωνα έχοντας σαν αποτέλεσμα να επιστρέψει η ηρεμία μέσα αλλά και έξω της.
Ο μύθος με όλες τις παραλλαγές του ήταν, τόσο αγαπητός στον αρχαίο κόσμο, εκτός από την χάρη και την τρυφερότητα του θέματος, αποδεικνύει και την παλαιότητα της λατρείας της θεάς στην Ελευσίνα, σαν θεάς αγροτικής και χθόνιας. Ο Ομηρικός Ύμνος μετουσιώνει το δράμα της αναγεννημένης φύσης, της ζωής και του θανάτου, του μυστηρίου της ύπαρξης, όταν πλέον τα "σεμνά όργια" έχουν καταλάβει τη θέση τους στην αρχαία ελληνική θρησκεία. Από τη θεά την ίδια επελέγη το κέντρο λατρείας της Ελευσίνας, για να καταστεί πανελλήνιο, σεπτό τέμενος, σεβαστό σ' όλο τον κόσμο.



Ο Ναός
Οι ανασκαφές στο Ιερό της Ελευσίνας άρχισαν στο τέλος του 19ου αιώνα και συνεχίσθηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα από την Αρχαιολογική Εταιρεία με την εποπτεία των αρχαιολόγων, εφόρων Αρχαιοτήτων, Δ. Φίλια (1882-1892), Α. Σκιά (1894-1907). Από το 1917 ως το 1930 οι ανασκαφές συνεχίσθηκαν από τον ΄Εφορο Κωνσταντίνο Κουρουνιώτη, ενώ αργότερα στη δεκαετία του 1930 έως αυτή του 1960, οι Κ. Κουρουνιώτης και Γ. Μυλωνάς με τον αρχιτέκτονα Ι. Τραυλό συνέχισαν και ολοκλήρωσαν το μεγάλο αυτό ανασκαφικό έργο. Ο Μυλωνάς ασχολήθηκε περισσότερο με τη ανασκαφή του παλαιότερου προϊστορικού στρώματος της Ελευσίνας. Οι πρώτες ανασκαφές του προϊστορικού στρώματος έφεραν στο φως λιτά κτίσματα της μεσοελλαδικής περιόδου δηλαδή του 1800-1700 π.χ. των οποίων τα ευρήματα δεν συνηγορούσαν στο ότι γίνονταν μυήσεις τουλάχιστον εκείνη την εποχή.
Η Ελευσίνα γνώρισε μεγάλη άνθηση στα Μυκηναϊκά χρόνια ενώ τάφοι και σπίτια βρέθηκαν στην περιοχή που αργότερα χτίστηκε το τελεστήριο. Οι Ταφές γίνονταν εντός του οικισμού και στο δυτικό νεκροταφείο. Η κατάσταση στη περιοχή του αιγαίου στο δέκατο πέμπτο αιώνα π.χ. ήταν διαφορετική από τους επόμενους αιώνες, κυρίως επειδή χαρακτηρίσθηκε από το απόγειο του κρητικού πολιτισμού.
Κατά τον Μυλωνά φάνηκε ότι ένας νέος οικισμός χτίστηκε πάνω σε αυτά και ότι ο πρώτος ναός εμφανίστηκε περίπου από τα 1580 ως το 1500 π.χ..
Βάσει των παραπάνω μπορούμε να αναζητήσουμε την αρχή των Ελευσίνιων μυστηρίων στα μέσα της δεύτερης προ Χριστού χιλιετίας. Αρχικά ο ναός ήταν ένα δώμα που δύο εσωτερικές κολώνες στήριζαν την οροφή του και εκτείνονταν σε μια υπέρ υψωμένη εξέδρα που μάλλον προοριζόταν για δημόσια θέα του παρευρισκόμενου σε αυτή ιερέα, η κάποιου «εμφανιζόμενου» θεού.
Στη Τρίτη υστεροελλαδική περίοδο μεταξύ 1400 - 1100 π.χ. μεταξύ της πύλης που οδηγούσε στην αυλή και του κυρίως κτιρίου προστέθηκαν τρία ακόμη δωμάτια.. Στα γεωμετρικά χρόνια κτίστηκαν η Ιερά οικία, τάφοι και καθιερώθηκε η λατρεία του Ποσειδώνα και της Αρτέμιδος.
Μετά τις ανασκαφές φάνηκε ότι ο ναός της Δήμητρας είχε την απαιτούμενη συγκεκριμένη διάταξη ώστε να τελούνται σε αυτόν τα μυστήρια.
Φωτίζονταν μόνο απ' την οροφή του και άφηνε να εισέλθουν δέσμες φωτός σε συγκεκριμένα σημεία στο εσωτερικό του, σαν φυσικός σκηνοθέτης στη παράσταση του θείου δράματος που διαδραματιζόταν μέσα του αλλά και ώστε να δίνει ευκολότερα στους μειούμενους την αίσθηση της παραλαβής της θείας χάρης. Στη πύλη πάνω απ' το υπόγειο τέμενός υπήρχε επιγραφή η οποία έγραφε:

«Μή χωρείν είσω των αδύτων αμυήτοις ούσιν»

Ο εξωτερικός περίβολος του ναού ήταν ευρύχωρος με βορινό μήκος περί τα 384 πόδια και νότιο γύρω στα 325,ενώ ανατολικά προς δυτικά υπάρχει ακόμη βραχώδης λόφος ο οποίος είχε επεξεργασθεί και ισοπεδωθεί καταλλήλως για την τέλεση των μυστηρίων. Η πόλη της Ελευσίνας απλώνονταν προς τα ανατολικά του λόφου και τα σημαντικότερα Μνημεία του Αρχαιολογικού Χώρου είναι:
Η Ιερά Αυλή. Χώρος συγκέντρωσης των πιστών, κατάληξη της Ιεράς οδού, όπου υπήρχε Εσχάρα με βωμούς για θυσίες στις θεές (8ος αιώνας π.Χ. - 2ος αιώνας μ.Χ.) καθώς και ναός της Προπυλαίας Αρτέμιδος του 2ου αιώνα μ.Χ.
Τα Μικρά Προπύλαια. Εσωτερικό Ιωνικό Πρόπυλο, αφιερωμένο στη θεά, από τον Αππιο Κλαύδιο Πούλχερ (54 π.Χ).
Το Τελεστήριο. ήταν ένα τετράγωνο οικοδόμημα 52μ. Χ 52μ, με δύο μεγάλες πύλες που ονομάζονταν πυλώνες ενώ στο εσωτερικό του υπήρχαν σε διάταξη επτά σειρές από 6 κολώνες η κάθε μία δηλαδή 42 τον αριθμό και οκτώ βαθμίδες για τους μύστες στις τέσσερις πλευρές. Στο κέντρο υπήρχε το ανάκτορο, το άδυτο της Ελευσινιακής λατρείας, όπου έμπαινε μόνο ο Ιεροφάντης για την τέλεση των μυστικών ιερουργιών (5ος αιώνα π.Χ. - 2ος αιώνα μ.Χ.). Εκείνη την εποχή υπολογίζετε ότι χωρούσαν σε αυτό περίπου τους τρεις χιλιάδες άνθρωποι ενώ αργότερα κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους ο αριθμός αυτός αυξήθηκε σε τέσσερις χιλιάδες.
Οι Θριαμβικές Αψίδες. Αποτελούν Ρωμαϊκά αντίγραφα της αψίδας του Αδριανού των Αθηνών. Κτίστηκαν μετά το 129 μ.Χ. Το Καλλίχορον Φρέαρ. Σύμφωνα με τον Ομηρικό ύμνο, εδώ κάθισε η Δήμητρα, όταν ήρθε στην Ελευσίνα. Εδώ τελούνταν και οι χοροί των γυναικών της Ελευσίνας, που αποτελούσαν μέρος των ιεροτελεστιών προς τιμή της θεάς Δήμητρας (α' μισό 5ου αιώνα π.Χ.).
Το Πλουτώνειο. Ιερός Περίβολος με σπηλιά απ' όπου, σύμφωνα με την παράδοση, είχε φανεί ο Πλούτων, θεός του ’δη. Εδώ γινόταν αναπαράσταση της ετήσιας επιστροφής της Περσεφόνης στη γη (β' μισό 6ου αιώνα π.Χ. - 4ος αιώνας π.Χ.).
Το Μυκηναϊκό Μέγαρο. Ναός σε σχήμα ορθογωνίου παραλληλογράμμου, με δύο κίονες κατά μήκος του κύριου άξονα.

Οι Πέρσες πυρπόλησαν το 480 π.χ. τον ναό της Ελευσίνας. τον οποίο και ανέγειρε ο Περικλής αναθέτοντας στον Ικτίνο την αναστήλωση του, βάσει σχεδίων του Φειδία χρησιμοποιώντας μάρμαρο απ' τη Πεντέλη. Εκείνη την εποχή ο «μυστικός σηκός» όπου συνέρχονταν οι πιστοί ανακατασκευάσθηκε και ονομάστηκε τελεστήριο.
Η τελευταία περίοδος ακμής του ιερού τοποθετείται στα ρωμαϊκά χρόνια όταν Ρωμαίοι αυτοκράτορες κτίζουν τα Μεγάλα Προπύλαια, τις θριαμβικές αψίδες την κρήνη ναούς και βωμούς Η ιερή φήμη των μυστηρίων είχε διάρκεια μέχρι το 381 μ.χ. ως τη κατάργηση τους δηλαδή από τον αυτοκράτορα Θεοδόσιο.
Οι γότθοι μισθοφόροι καθοδηγούμενοι από τον Αλάριχο έχοντας συμπαράσταση από φανατικό και αμαθή όχλο νεοφώτιστων χριστιανών, πυρπόλησαν ξανά και γκρέμισαν το ναό το 395 μ.χ.

Ιερατείο
Κατά την παράδοση, ο Εύμολπος είναι ο ιδρυτής των Ελευσίνιων Μυστηρίων και κατείχε το αξίωμα του ανώτατου αρχιερέα ενώ ο τίτλος αυτός κληροδοτούνταν από γενιά σε γενιά. Στη μυθολογία ο Εύμολπος ήταν ένας κύκνος, γιος του Ποσειδώνα και της Χιόνης, παρθένας του χιονιού που από αυτό το γένος καταγόταν πάντα ο Ιεροφάντης των μυστηρίων. Ως γενάρχης ήταν επιφανής, ευσεβής και φιλόπατρις αφού έπεσε στο πόλεμο με τους Αθηναίους.
Το γένος των Ευμολπιδών ήταν από τα επιφανέστερα στην Ελευσίνα και συγκαταλεγόταν στις πιο ευγενείς οικογένειες των Αθηνών, ασκώντας μεγάλη επιρροή στα κοινά. Οι Ευμολπίδες είχαν επίσης κατοχυρώσει από την πολιτεία κληρονομικά δικαιώματα για τη διοίκηση και την επιμέλεια των Μυστηρίων, ενώ κατείχαν και δικαστική εξουσία, αποτελώντας δικαστικό σώμα, το οποίο έκρινε κυρίως δίκες θρησκευτικής φύσης όπως της ασέβειας προς τα Μυστήρια. Από τον οίκο των Ευμολπιδών προερχόταν ο ιεροφάντης, η υπέρτατη αρχή των Μυστηρίων, στον οποίο η αθηναϊκή πολιτεία παρείχε τιμές, ανάλογες με εκείνες των πολιτικών αρχόντων.
Ο Αρχιερέας Ιεροφάντης ήταν σεβάσμιος σε ηλικία και πάντα εκλεγόμενος από τα ιερά μέλη, ήταν κάτοχος παιδείας υψηλού επιπέδου και γνώστης σημαντικών ιερών μυστικών ο οποίος και κρατούσε τον τίτλο του ισόβια. Για λόγους κύρους είναι φυσικό ότι έπρεπε να είναι αρτιμελής, άμωμος ψυχικά, εγκρατής και αγνός καθ όλο τον βίο του.
Ο Ιεροφάντης ενέπνεε μεγάλο σεβασμό λόγω του μεγαλοπρεπούς αναστήματος και του αγέρωχου βαδίσματος ενώ η φωνή του έπρεπε να ήταν ηχηρή και επιβλητική. Φορούσε πολυτελή πορφυρή χλαμύδα διακοσμημένη με φυλακτά και ιερά σύμβολα. Μέρος της ιερής ενδυμασίας ήταν επίσης ο επενδύτης και τα περιβραχιόνια. Ο ίδιος είχε λευκή γενειάδα και τα μακριά μαλλιά που σκέπαζαν τους ώμους ενώ κατά τη διάρκεια των μυστηρίων δένονταν στο πίσω μέρος.
Από πολλούς λέγεται επίσης ότι φορούσε πολύτιμο και λαμπρό στέμμα.
Από κάποιες αρχαίες μαρτυρίες προκύπτει ότι ο ιεροφάντης ήταν υποχρεωμένος να είναι έγγαμος αλλά κατά τη διάρκεια των μυστηρίων έπρεπε να είναι εγκρατής και να απέχει από τα αφροδίσια καθώς και τις σαρκικές διεγέρσεις. Το κυριότερο των έργων του απ' όπου προκύπτει και το όνομα του ήταν να δείχνει τα ιερά, είχε την επιμέλεια και ήταν κατά κάποιο τρόπον ο υπεύθυνος για την αθρόα προέλευση των μυστών.
Έδινε συστατικές επιστολές στους σπονδοφόρους ενώ είχε τον κύριο λόγο για το αν κάποιος έπρεπε να εξαιρεθεί από τη μύηση. Ήταν αυτός που κήρυττε την έναρξη των μυστηρίων και συνόδευε πρωτοστατώντας τα ιερά από την Αθήνα, είχε την επιμέλεια των ναών, ασκούσε στενή εποπτεία για την αποφυγή αισχροκερδείας στις πανηγύρεις έξω από τα ιερά, ερμήνευε τους άγραφους νόμους και είχε δικαστική εξουσία. Στα θεατρικά δρώμενα των μυστηρίων παρίστανε τον Δια και τον ’δη. Ο θρόνος του στα θέατρα ήταν δίπλα στο θρόνο του ιερέα του Δήλιου Απόλλωνος.
Ο Ιεροφάντης είχε στις υπηρεσίες του δύο γυναίκες Ευμολπίδες τις Ιεροφάντιδες, ιέρειες προς τιμή της Δήμητρας αλλά και της Περσεφόνης οι οποίες ήταν υπεύθυνες για τη μεταφορά των ιερών αντικειμένων αλλά και την επίδειξη στους μύστες τη νύχτα των μεγάλων μυστηρίων.
Οι υπόλοιποι στη σειρά ιερείς κατάγονταν και αυτοί από αρχαίες ιερές οικογένειες φορούσαν και αυτοί λαμπρές στολές κατά την ιεροτελεστία στολισμένες με διάφορα ουράνια σύμβολα όπως του ήλιου της σελήνης και των πλανητών.
Ένα άλλο γένος ιερέων ήταν αυτό των Κηρύκων που απ' αυτό εκλέγονταν οι Κήρυκες οι δαδούχοι και οι ιερείς επί του βωμού. Ο αρχικός τους προγονός κατά τη μυθολογία ήταν ο Κήρυκας υιός του θεού Ερμή και της Αγραύλης ή Έρσης ή Πανδρόσου η οποία ήταν κόρη του βασιλιά των Αθηνών Κέκροπα.
Ο Δαδούχος δεύτερος στη τάξη των ιερέων μετά τον ιεροφάντη ήταν αυτός που ρύθμιζε το φωτισμό και το σκοτισμό στο τελεστήριο. Ως φροντιστής μετείχε στους καθαρμούς και τις θυσίες, έδινε ευχές και συνοδευόταν από τη βοηθό του ιέρεια ενώ έφερε εναλλάξ το όνομα Καλλίας και Ιππόνικος. Ο κήρυκας συνόδευε τον ιεροφάντη και είχε δικό του θρόνο στο θέατρο του Διονύσου.
Ο Ιεροκήρυκας εμφανίζεται σαν ιερατικός τίτλος στα κλασικά και Ρωμαϊκά χρόνια. Βασικό προσόν του ιεροκήρυκα ήταν η οξύτητα και ο στόμφος της φωνής που είχε θεατρική χροιά και εξέπεμπε σιγουριά και εμπιστοσύνη. Αυτός έδινε το παράγγελμα της έναρξης της πορείας, του αγυρμού, και κήρυττε την ιερά σιγή. Επίσης ως θεματοφύλακας των μυστηρίων, φύλαγε το αρχείο των μυστών και των συμβάντων στην Ελευσίνα το οποίο ονομαζόταν Κηρύκειο.
Επόμενος στη τάξη ήταν ο επί βωμού ιερέας ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τις θυσίες στο περίβολο του ναού και το αξίωμα του ήταν ισόβιο.
Ο δαδούχος ο Ιεροκήρυκας καθώς και ο επί βωμού Ιερέας είχαν επίσης στη διάθεση τους βοηθούς οι οποίοι ονομάζονταν διάκονοι και νεοκόροι.

’λλα ιερατικά αξιώματα είχαν οι:
Η Ιέρεια της Δήμητρας η οποία ανήκε στο γένος των Φιλλειδών, ζούσε στην Ελευσίνα στην ιερή οικία είχε ισόβιο αξίωμα ενώ στα θεατρικά δρώμενα παρίστανε τη Δήμητρα και τη Περσεφόνη.
Οι Σπονδοφόροι ήταν οι υπεύθυνοι για τις σπονδές και προέρχονταν και από τα δύο γένη των Ευμολπιδών και των Κηρύκων.
Ο Ιερέας Παναγής και οι Ιέρειες πανάγιες που λόγο της αγνότητας τους είχαν το προνόμιο να αγγίζουν τα ιερά αντικείμενα.
Ο φαινδυτής υπεύθυνος για το καθαρισμό και το γυάλισμα των αγαλμάτων. Ο Ιακχαγωγός είχε ισόβιο τίτλο και ήταν υπεύθυνος για τη μεταφορά του ιερού ξόανου του Ίακχου.
Μικρότεροι στην ιεραρχία ήταν, ο Ιερέας Θεού και Θεάς Ευβουλέως,ο Υδρανός, ο λικνοφόρος, ο Ιεραύλης καθώς και ο παις εφ εστίας.
Αυτός ο τελευταίος νεαρός ήταν υπεύθυνος για το άσβεστο πυρ που έκαιγε στην εστία της πόλης και δίνονταν στις αποικίες ώστε αυτές να διατηρήσουν ζωντανό το δεσμό τους με τη μητρόπολη της Ελευσίνας. Η μύηση αυτού του παιδιού γίνονταν στην εστία της πόλης και σε ανάμνηση της θεραπείας του Δημοφώντα υιού της Μετάνειρας και του Κελεού. Ο τίτλος αυτός ήταν περισσότερο τιμητικός και όχι ιερατικός και δινόταν ακόμη και σε κορίτσια τα οποία μυούσαν για αυτό το σκοπό. Τέλος στα χρόνια του Λυκούργου εμφανίζεται και ο ιερέας και η ιέρειαδαειρίτης/ις, αφοσιωμένοι στη θεά Δάειρα που κατά τον Παυσανία ήταν κόρη του Ωκεανού και σύζυγος του Ερμή, χθόνια θεότητα και εχθρική προς της Δήμητρα, που γι αυτό μάλλον το λόγο οι ιέρειες της δεύτερης δεν έπαιρναν μέρος στις θυσίες της πρώτης