Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

Η Πρόκληση της Αναρχίας


Ο αναρχικός εγείρει μία τεράστια -σε σημασία και έκταση- πρόκληση για την ηθική νομιμοποίηση της πολιτικής αρχής. Κάθε πολιτικός, Έλληνας και μη, όφειλε να πάρει ένα-δύο μαθήματα από τη θεωρία των αναρχικών, όχι μόνο για να καταλάβει πόσο απαιτητική, από ηθικής άποψης, είναι η δικαιολόγηση οποιασδήποτε μορφής κρατικής εξουσίας, αλλά και για να συνειδητοποιήσει πόσο πολύ απέχει η μέριμνα υφισταμένων κρατών από εκείνη που απαιτεί μία εύλογη δικαιολόγηση της εξουσίας αυτής.

Υπάρχουν δύο είδη αναρχικού: ο a priori αναρχικός αρνείται οτι οποιοδήποτε κράτος, ή άλλο είδος οργανωμένης πολιτικής κοινότητας, μπορεί να χαίρει ηθικής νομιμοποίησης (ανάμεσα σε αυτούς συγκατελλέγονται στοχαστές όπως ο R.P. Wolff και ο Peter Kropotkin). AnarchyΟ a posteriori αναρχικός δεν αρνείται οτι ένα κράτος, ή άλλο είδος πολιτικής κοινότητας, μπορεί να χαίρει ηθικής νομιμοποίησης, αλλά αρνείται οτι τα υπάρχοντα κράτη, ή τα περισσότερα υπάρχοντα κράτη, έχουν τέτοια νομιμοποίηση (οι παραδοσιακοί, ‘λαϊκοί’ αναρχιστές, όπως ο Bakunin, εμπίπτουν στην κατηγορία αυτή, όπως και, πιο πρόσφατα, ο Chomsky).

Για τον ‘απριορικό’ αναρχικό, κανένα είδος κεντρικής κρατικής εξουσίας δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, γιατί η εξουσία του παραβιάζει αναγκαστικά -και κατά συρροή- την ενεργοποίηση της ατομικής αυτονομίας. Οι άνθρωποι εξασκούν την αυτονομία τους όταν παίρνουν κάθε λογής αποφάσεις: από την απόφαση τί θα μαγειρέψουν για μεσημεριανό, μέχρι την απόφαση πώς θα συμπεριφερθούν στους συνανθρώπους τους. Σύμφωνα με αυτό το είδος του αναρχικού, ένας αυτόνομος άνθρωπος που έχει τη στοιχειώδη ευαισθησία να αναγνωρίσει τις ηθικές και πολιτικές υποχρεώσεις του δεν χρειάζεται τον νόμο για να του πει τι θα κάνει. Για την ακρίβεια, ο νόμος (κάπως όπως η θεϊκή βούληση) διαφθείρει την ηθική αυτονομία των ανθρώπων: είναι απαράδεκτο να λέμε ‘δεν θα κλέψω και δεν θα σκοτώσω επειδή θα με κλείσουν φυλακή διαφορετικά’, όπως είναι απαράδεκτο να λέμε ‘δεν θα κλέψω επειδή διαφορετικά θα με τιμωρήσει ένας επουράνιος μπάτσος.’ Οι σοβαροί αναρχικοί παίρνουν σοβαρά τις ατομικές ελευθερίες και τα ατομικά καθήκοντα και πρεσβεύουν οτι, αν πραγματικά παίρνουμε σοβαρά τα δικαιώματα και την αυτονομία, οφείλουμε να αφήσουμε τους ανθρώπους να επιλέγουν ελεύθερα, χωρίς (δυνητική) εξωτερική επιβολή.

Δεν είναι τυχαίο που πολλοί από τους ‘απριορικούς’ αναρχιστές αυτής της κλάσης είχαν σοσιαλιστικές συμπάθειες (όπως o Wolff). Κι’αυτό επειδή δεν αρνούνταν οτι έχουμε καθήκοντα να δίνουμε μέρος του πλούτου που κληρονομούμε, φερ’ειπείν, σε λιγότερο προνομιούχους. Το μόνο που αρνούνταν ήταν πως τέτοιου είδους ηθικά καθήκοντα είναι θεμιτό να επιβάλλονται με νομικά εξαναγκαστικά μέσα.

Τα τελευταία χρόνια η γενιά των αναρχικών αυτού του είδους, και ιδιαίτερα των αναρχοσοσιαλιστών έχει σχεδόν εκλείψει. Η πιο δημοφιλής σύγχρονη εκδοχή του αναρχισμού έχει υποστασιοποιηθεί στην άτεγκτη -και ηθικά δυσάρεστη- θεωρία της αναρχοελευθεριακότητας. Οι ελευθεριακοί, αντίθετα με πολλούς παραδοσιακούς αναρχιστές, βασίζουν τη θεωρία τους στην ιδιοκτησία του εαυτού: κανείς δεν μπορεί να κάνει τίποτα στο σώμα και στο νου μου χωρίς τη δική μου συναίνεση. Έπειτα υποθέτουν πως η ιδιοκτησία αυτή επεκτείνεται και σε εξωτερικά αγαθά, όπως οι φυσικοί μη-ανθρώπινοι πόροι. Η ενσωμάτωση μιας συγκεκριμένης ποσότητας εργασίας σε ένα αγαθό το κάνει δικό μου και μου δίνει απόλυτες ηθικές αξιώσεις πάνω σε αυτό. Αν κάποιος μου το πάρει, είναι σαν να παίρνει μία προέκταση του σώματός μου, ή ένα κομμάτι της εργασίας μου. Είναι, ως εκ τούτου, σαν να με χρησιμοποιεί σαν σκλάβο του (έχω γράψει ενάντια στη θεωρία της ελευθεριακότητας εδώ, εδώκι εδώ).

Οι ελευθεριακοί δεν είναι απριορικοί αναρχιστές, αφού πρεσβεύουν πως το κράτος μπορεί να έχει δικαιολογημένη ύπαρξη, όταν παρέχει δημόσια αγαθά (όπως η εθνική άμυνα) και εξαφαλίζει τη συντήρηση του κράτους δικαίου. Κατ’αυτό τον τρόπο η ελευθεριακότητα οδηγεί, με σχετική ευκολία, σε αυτό που ο Nozick αποκαλεί ‘ελάχιστο κράτος’ (βλ. τα πρώτα δύο κεφάλαια του βιβλίου του Anarchy, State and Utopia. Η ειρωνία είναι οτι ο άνθρωπος που έκανε τόσα για να δημιουργήσει μία στέρεη θεωρητική βάση για την ελευθεριακότητα, εγκατέλειψε τη θεωρία αυτή στο ωριμότερο -τελευταίο- στάδιο της καριέρας του. βλ., για παράδειγμα, την εισαγωγή στο The Examined Life).

Το μεγάλο ερώτημα που ανακύπτει και το οποίο πρέπει να απαντήσει ο κάθε μη-αναρχικός είναι το εξής: τί είναι εκείνο που δίνει νομιμοποίηση σε έναν πολιτικό θεσμό να επιβάλλει μία σειρά από νόμους και κανόνες; Προφανώς μία τέτοια νομιμοποίηση χρειάζεται κάποια δικαιοκρατικά και φιλελεύθερα εχέγγυα: οποιαδήποτε νομιμοποιημένη αρχή οφείλει να εγγυάται τα δικαιώματα των μελών της πολιτικής κοινότητας, να στοχεύει στη δικαιοσύνη, και να εκχωρεί τις μέγιστες δυνατές ελευθερίες στους πολίτες που βρίσκονται στη δικαιοδοσία της. Όλοι οι εύλογα σκεπτόμενοι άνθρωποι δέχονται οτι αυτές είναι αναγκαίες συνθήκες για τη νομιμοποίηση. Είναι, εντούτοις, επαρκείς; Πολλοί απαντούν καταφατικά, ταυτίζοντας έτσι τη δικαιολόγηση με τη νομιμοποίηση. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει αυτή η απάντηση έχει πολλά προβλήματα, ένα από τα οποία είναι το εξής: έστω οτι κάποιος ταξιδεύει στο εξωτερικό, λ.χ. στη Σουηδία. Η πολιτική κοινότητα της Σουηδίας μπορεί να διασφαλίζει μία σειρά από εκτενή δικαιώματα για τους πολίτες της, να εγκρίνει νόμους με γνώμονα τη δικαιοσύνη τους, κ.ο.κ. Είναι αυτομάτως -και μόνο επειδή δικαιολογημένη- η σουηδική αρχή επαρκώς νομιμοποιημένη vis-a-vis τον επισκέπτη; Χαίρει δηλαδή νομιμοποίησης με τον τρόπο που αυτή συνήθως εννοείται, ώς επαρκής για να του επιβληθούν ‘σουηδο-κεντρικά’ καθήκοντα και υποχρεώσεις;

Η απάντηση είναι προφανώς αμφιλεγόμενη. Αλλά, στο βαθμό που επιτελώ τα καθηκόντά μου σε σχέση με τους συνανθρώπους μου, γιατί να θεωρήσουμε οτι οποιαδήποτε πολιτική αρχή έχει αξιώσεις στην υπακοή μου σε νόμους που έχει θεσπίσει (μόνο επειδή χαιρεί ηθικής δικαιολόγησης); Η πιο δελεαστική άποψη είναι, νομίζω, αυτή του Locke και -πιο πρόσφατα- των A. John Simmons καιMichael Otsuka: οτι, δηλαδή, η μόνη ηθικά σημαίνουσα πράξη επαρκής για νομιμοποίηση μίας πολιτικής αρχής είναι η ατομική συναίνεση. Η θέση αυτή είναι πάρα πολύ κοντά στην παραδοσιακή a posteriori αναρχική θέση, αφού απαιτεί από την πολιτική κοινότητα όχι μόνο να προασπίζει τη δικαιοσύνη και την εκτενή ελευθερία, αλλά να έχει αξιώσεις επιβολής του νόμου μονάχα σε όσους συναινούν ελεύθερα στη συμμετοχή σε μία τέτοια κοινότητα. Φυσικά μπορεί να διατηρεί το δικαίωμα επιβολής δίκαιων νόμων σε όσους δεν πράττουν σύμφωνα με τις αρχές της δικαιοσύνης (π.χ. κλέβουν, σκοτώνουν ή επιδίδονται σε ρατσιστικές πρακτικές). Ωστόσο από αυτό το δικαίωμα δεν προκύπτει, νομίζω, καμία υποχρέωση κάποιου που δεν ταυτίζεται καθόλου με μία αρχή να υπακούσει τους νόμους που αυτή θεσπίζει, στο βαθμό που ήδη κάνει όλα όσα η δικαιοσύνη απαιτεί.