Σάββατο 1 Αυγούστου 2009

ΓΙΑ ΤΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

polemosopioucebcceb9cebacf81cebf

Το πρόβλημα των ναρκωτικών αποτελεί το μεγαλύτερο όνειδος αυτής της πόλης. Οι κάτοικοί της μοιάζει να εξοικειώθηκαν με την όψη αυτού του τέρατος, στον βαθμό που δεν χτυπάει τη δική τους πόρτα. Την ίδια στιγμή, ο αριθμός των ανθρώπων που οδηγούνται στην κατάσταση εξαθλίωσης που αποτελεί τον κανόνα για τους χρήστες σκληρών ναρκωτικών στο κέντρο της πόλης μοιάζει να αυξάνεται· το ίδιο και η συναφής εγκληματικότητα.

Όταν η συζήτηση περάσει από το επίπεδο των διαπιστώσεων στο τι πρέπει να γίνει, ο λαός μας θα κάνει αυτό που τόσο καλά ξέρει: θα αποσείσει από πάνω του κάθε υπόνοια ευθύνης και θα προβάλει ως άποψη κλαυθηρισμούς, μουγκανητά και αναθεματισμούς. Ο κάτοικος αυτής της πόλης, δυστυχής ή ωρυόμενος, πάντοτε όμως θεμιτά αγανακτισμένος, θα αναρωτηθεί γογγύζοντας τι κάνουν οι αρμόδιοι και θα απαιτήσει οργίλως τον παραδειγματικό κολασμό των υπευθύνων.

Η κοινωνία μας δεν πρέπει να νιώθει μονάχα ντροπή για την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί. Οφείλει να αντιληφθεί τη συλλογική της συνενοχή. Δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να αναπτύξει έναν συνεκτικό και δομημένο δημόσιο προβληματισμό πάνω στο ζήτημα, ούτε και μπόρεσε να προτάξει το συγκεκριμένο πρόβλημα ως βασική προτεραιότητα της πολιτικής ατζέντας. Στα πρόσωπα των ανθρώπινων ερειπίων που περιδιαβαίνουν αβοήθητα τους δρόμους τούτης της πόλης η αθηναϊκή κοινωνία οφείλει να διακρίνει την εικόνα του συλλογικού της εξευτελισμού.

Πρόσφατα, μοιάζει να επανήλθε στο προσκήνιο η συζήτηση πάνω στο πρόβλημα των ναρκωτικών. Με αυτή την ευκαιρία, μεταφράζονται παρακάτω δύο κείμενα που ίσως να μπορούσαν να συμβάλουν στο σχετικό διάλογο. Το πρώτο δημοσιεύτηκε στη Wall Street Journal και το υπογράφουν τρεις πρώην πρόεδροι της Βραζιλίας, της Κολομβίας και του Μεξικού, μετά τη δημοσίευση της αναφοράς της Λατινοαμερικανικής Επιτροπής για τα Ναρκωτικά και τη Δημοκρατία στην οποία συμμετέχουν. Το δεύτερο δημοσιεύτηκε στις αρχές του μήνα στον Economist.

Ο ΠΟΛΕΜΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ ΑΠΕΤΥΧΕ

των Φερνάντο Ενρίκε Καρντόσο, Θέσαρ Γκαβίρια και Ερνέστο Σεντίγιο

Ο πόλεμος κατά των ναρκωτικών απέτυχε. Και είναι πια καιρός να αντικαταστήσουμε μια αναποτελεσματική στρατηγική με πολιτικές που αντιμετωπίζουν το πρόβλημα με πιο ανθρώπινο και ουσιαστικό τρόπο. Αυτό είναι το κεντρικό μήνυμα της αναφοράς της Λατινοαμερικανικής Επιτροπής για τα Ναρκωτικά και τη Δημοκρατία που πρόσφατα παρουσιάσαμε στο κοινό στο Ρίο ντε Τζανέιρο.

Οι κατασταλτικές πολιτικές που βασίζονται στην εξάλειψη, την απαγόρευση και την ποινικοποίηση της κατανάλωσης απλούστατα δεν απέδωσαν. Η βία και το οργανωμένο έγκλημα που σχετίζονται με το εμπόριο ναρκωτικών εξακολουθούν να αποτελούν κρίσιμα προβλήματα στις χώρες μας. Η Λατινική Αμερική παραμένει ο μεγαλύτερος εξαγωγέας κοκαΐνης και κάνναβης στον κόσμο, και γρήγορα γίνεται ο μεγαλύτερος εφοδιαστής οπίου και ηρωίνης. Σήμερα, είμαστε πιο μακριά από ποτέ από τον στόχο της εξάλειψης των ναρκωτικών.

Τα τελευταία 30 χρόνια, η Κολομβία εφάρμοσε κάθε μέτρο που θα μπορούσε να διανοηθεί κανείς για την καταπολέμηση του εμπόριου ναρκωτικών στο πλαίσιο μιας γιγάντιας προσπάθειας, στην οποία όμως τα οφέλη δεν αντιστοιχούσαν στους επενδυόμενους πόρους. Παρά τις επιτυχίες της χώρας στη μείωση των επιπέδων της βίας και της εγκληματικότητας, οι περιοχές παράνομης καλλιέργειας εξαπλώνονται και πάλι. Στο Μεξικό ― άλλο κέντρο της διακίνησης ναρκωτικών― η σχετιζόμενη με τα ναρκωτικά βία ευθύνεται για πάνω από 5.000 χαμένες ζωές κατά τη διάρκεια του περασμένου έτους και μόνο.

Η αναθέωρηση των αμερικανικής εμπνεύσεως πολιτικών είναι επιτακτική, δεδομένων των αυξανόμενων επιπέδων βίας και διαφθοράς που συνδέονται με τα ναρκωτικά. Η τρομακτική δύναμη των καρτέλ ναρκωτικών οδηγεί σε μια ποινικοποίηση της πολιτικής και μια πολιτικοποίηση του εγκλήματος. Και η διαφθορά του δικαστικού και πολιτικού συστήματος υπονομεύει τα θεμέλια της δημοκρατίας σε αρκετές χώρες της Λατινικής Αμερικής.

Το πρώτο βήμα στην αναζήτηση εναλλακτικών λύσεων είναι η αναγνώριση των καταστροφικών συνεπειών των τωρινών πολιτικών. Έπειτα, πρέπει να ανατρέψουμε τα ταμπού που κατατρύχουν τον δημόσιο διάλογο αναφορικά με τα ναρκωτικά στις κοινωνίες μας. Οι πολιτικές κατά των ναρκωτικών είναι βαθιά ριζωμένες σε προκαταλήψεις και φόβους που συχνά λίγη σχέση έχουν με την πραγματικότητα. Η συνάφεια μεταξύ ναρκωτικών και εγκλήματος περιθωριοποιεί τους τοξικομανείς σε κλειστούς κύκλους, όπου εκτίθενται ακόμη περισσότερο στο οργανωμένο έγκλημα.

Προκειμένου να περιορίσουμε δραστικά τις επιπτώσεις των ναρκωτικών, η μακροπρόθεσμη λύση είναι να μειώσουμε τη ζήτηση για ναρκωτικά στις κύριες καταναλώτριες χώρες. Για να κινηθούμε προς αυτή την κατεύθυνση, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να προβούμε σε διαφοροποιήσεις μεταξύ των παράνομων ουσιών ανάλογα με τις επιπτώσεις της καθεμιάς στην υγεία, αλλά και στην κοινωνική συνοχή.

Με αυτό το πνεύμα, προτείνουμε μια μεταβολή προτύπου στις πολιτικές αντιμετώπισης του προβλήματος των ναρκωτικών, πάνω στη βάση τριών καθοδηγητικών αρχών: μείωση των επιπτώσεων των ναρκωτικών, περιορισμός της κατανάλωσης ναρκωτικών ουσιών μέσω της εκπαίδευσης και επιθετική καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος. Προκειμένου να μετατρέψουμε το νέο αυτό πρότυπο σε πράξη πρέπει να ξεκινήσουμε μεταβάλλοντας το καθεστώς των τοξικομανών από αγοραστές ναρκωτικών στην παράνομη αγορά σε ασθενείς που τυγχάνουν της φροντίδας του δημόσιου συστήματος υγείας.

Επίσης, προτείνουμε την προσεκτική επανεκτίμηση, από τη σκοπιά του ζητήματος της δημόσιας υγείας, της δυνατότητας αποποινικοποίησης της κατοχής κάνναβης για προσωπική χρήση. Η κάνναβη είναι μακράν το ευρύτερα χρησιμοποιούμενο ναρκωτικό στην Λατινική Αμερική. Αναγνωρίζουμε ότι η κατανάλωσή του έχει βλαβερές επιπτώσεις στην υγεία. Ωστόσο, τα διαθέσιμα εμπειρικά δεδομένα δείχνουν ότι οι επιπτώσεις της κάνναβης είναι όμοιες με τις επιπτώσεις του οινοπνεύματος ή του καπνίσματος.

Εάν θέλουμε να περιστείλουμε αποτελεσματικά τη χρήση ναρκωτικών, πρέπει να πάρουμε μαθήματα από την εκστρατεία εναντίον της κατανάλωσης καπνού. Η επιτυχία αυτής της εκστρατείας καταδεικνύει την αποτελεσματικότητα των εκστρατειών πρόληψης που βασίζονται σε ξεκάθαρες διατυπώσεις και επιχειρήματα που συνάδουν με την προσωπική εμπειρία. Ομοίως, οι μαρτυρίες πρώην τοξικομανών σχετικά με τους κινδύνους των ναρκωτικών θα έχουν πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στους τωρινούς χρήστες απ’ ό,τι οι απειλές για καταστολή ή οι ηθικές παραινέσεις κατά της χρήσης ναρκωτικών.

Αυτές οι εκπαιδευτικές εκστρατείες πρέπει να στοχεύουν στη νεολαία, η οποία συνιστά μακράν τη μεγαλύτερη ομάδα χρηστών, μα και νεκρών στους πολέμους ναρκωτικών. Οι εκστρατείες πρέπει επίσης να υπογραμμίζουν την ευθύνη του κάθε ατόμου για την αυξανόμενη βία και διαφθορά που συνδέεται με το εμπόριο ναρκωτικών. Αντιμετωπίζοντας την κατανάλωση ως ένα ζήτημα δημόσιας υγείας, θα επιτρέψουμε στην αστυνομία να επικεντρώσει τις προσπάθειές της στο κρίσιμο πρόβλημα: τη μάχη ενάντια στο οργανωμένο έγκλημα.

Ένας ολοένα αυξανόμενος αριθμός πολιτικών, κοινωνικών και πολιτιστικών ηγετών, οι οποίοι αντιλαμβάνονται την αποτυχία της τωρινής πολιτικής μας σχετικά με το ζήτημα των ναρκωτικών, έκαναν δημόσια έκκληση για μια ριζική μεταβολή πολιτικής. Η δημιουργία εναλλακτικών πολιτικών θα αποτελέσει έργο πολλών: εκπαιδευτικών, επαγγελματιών στο χώρο της υγείας, πνευματικών ηγετών και παραγωγών πολιτικών στρατηγικών. Η αναζήτηση της κάθε χώρας για νέες πολιτικές πρέπει να συνάδει με την ιστορία και τον πολιτισμό της. Προκειμένου όμως το νέο πρότυπο να είναι αποτελεσματικό, θα πρέπει να επικεντρώνεται στην υγεία και την εκπαίδευση ― όχι στην καταστολή.

Τα ναρκωτικά αποτελούν μια απειλή που υπερβαίνει τα σύνορα, και αυτός είναι ο λόγος που η Λατινική Αμερική πρέπει να εγκαθιδρύσει ένα πλαίσιο διαλόγου με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση για την ανάπτυξη εφαρμόσιμων εναλλακτικών λύσεων στον πόλεμο κατά των ναρκωτικών. Τόσο οι Η.Π.Α. όσο και η Ε.Ε. έχουν μερτικό ευθύνης για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι χώρες μας, δεδομένου ότι οι εγχώριες αγορές τους αποτελούν τους κύριες καταναλωτές των ναρκωτικών που παράγονται στην Λατινική Αμερική.

Η ανάληψη της ηγεσίας από τον πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για τη Λατινική Αμερική και τις Η.Π.Α. να οργανώσουν έναν επί της ουσίας διάλογο πάνω σε ζητήματα κοινού ενδιαφέροντος, όπως τη μείωση της εγχώριας κατανάλωσης και τον έλεγχο των πωλήσεων όπλων, ιδίως στα σύνορα μεταξύ Η.Π.Α και Μεξικού. Η Λατινική Αμερική πρέπει επίσης να επιδιώξει διάλογο με την Ε.Ε., ζητώντας από τις ευρωπαϊκές χώρες να ανανεώσουν τη δέσμευσή τους στη μείωση της εγχώριας κατανάλωσης και στην εκμετάλλευση των εμπειριών τους μέσα απ’ τη μείωση των επιπτώσεων των ναρκωτικών στην υγεία.

Τώρα είναι η ώρα για δράση, και ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσουμε είναι αυτός της ενίσχυσης των συμπράξεων με στόχο την αντιμετώπιση ενός παγκόσμιου προβλήματος που μας επηρεάζει όλους.

Ο κ. Καρντόσο είναι ο πρώην πρόεδρος της Βραζιλίας. Ο κ. Γκαβίρια είναι πρώην πρόεδρος της Κολομβίας. Ο κ. Σεντίγιο είναι πρώην πρόεδρος του Μεξικού.


ΠΏΣ ΝΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΟΥΝ ΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ ΤΩΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΩΝ

του Εκόνομιστ

Πριν από εκατό χρόνια, μια ομάδα ξένων διπλωματών συγκεντρώθηκαν στη Σανγκάη για την πρώτη στα χρονικά διεθνή προσπάθεια απαγόρευσης της εμπορίας μιας ναρκωτικής ουσίας. Στις 26 Φεβρουαρίου 1909 συμφώνησαν στη σύσταση της Διεθνούς Επιτροπής Οπίου ― λιγές μόλις δεκαετίες αφότου η Βρετανία είχε διεξαγάγει έναν πόλεμο με την Κίνα για την κατοχύρωση του δικαιώματός της να πουλάει την ουσία αυτή. Πολλές άλλες απαγορεύσεις ψυχοτρόπων ναρκωτικών επακολούθησαν. Το 1998 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ διακήρυξε τη δέσμευση των κρατών-μελών να επιτύχουν τη δημιουργία ενός «κόσμου ελεύθερου από ναρκωτικά» και να «εξαλείψουν ή να μειώσουν σημαντικά» την παραγωγή οπίου, κοκαΐνης και κάνναβης μέχρι το 2008.

Πρόκειται για το είδος υποσχέσεων που λατρεύουν να δίνουν οι πολιτικοί. Απαλύνει την αίσθηση ηθικού πανικού η οποία υπήρξε θεραπαινίδα της απαγόρευσης επί έναν αιώνα. Στόχο έχει να καθησυχάσει τους γονείς των εφήβων σε όλοκληρο τον κόσμο. Ωστόσο, πρόκειται για μία εξαιρετικά ανεύθυνη υπόσχεση, καθώς δεν μπορεί να εκπληρωθεί.

Την ερχόμενη εβδομάδα [το άρθρο δημοσιεύτηκε στις 5 Μάρτη του 2009] υπουργοί απ’ όλο τον κόσμο συνέρχονται στην Βιέννη προκειμένου να καθορίσουν την πολιτική σχετικά με τα ναρκωτικά για την επόμενη δεκαετία. Σαν τους στρατηγούς του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, πολλοί θα υποστηρίξουν πως το μόνο που χρειάζεται είναι πιο πολύ απ’ τα ίδια. Στην πραγματικότητα, ο πόλεμος ενάντια στα ναρκωτικά υπήρξε καταστροφικός, δημιουργώντας αποτυχημένα κράτη στον αναπτυσσόμενο κόσμο, την ίδια στιγμή που οι τοξικομανείς αυξάνονταν στον πλούσιο κόσμο. Με οποιοδήποτε εύλογο κριτήριο κι αν αποτιμηθεί, αυτός ο εκατονταετής πόλεμος υπήρξε αντιφιλελεύθερος, δολοφονικός και μάταιος. Αυτός είναι ο λόγος που ο Εκόνομιστεξακολουθεί να πιστεύει ότι η λιγότερο κακή πολιτική είναι η νομιμοποίηση των ναρκωτικών.

«Λιγότερο κακή» δεν σημαίνει καλή. Η νομιμοποίηση, αν και προφανώς καλύτερη για τις παραγωγούς χώρες, θα επέφερε (διαφορετικών ειδών) κινδύνους στις καταναλώτριες χώρες. Όπως περιγράφουμε σχηματικά παρακάτω, πολλοί ευάλωτοι χρήστες ναρκωτικών θα πληγούν. Ωστόσο, κατά την άποψή μας, περισσότεροι θα ωφεληθούν.

Σήμερα, το Γραφείο των Ηνωμένων Εθνών για τα Ναρκωτικά και το Έγκλημα έχει πάψει να μιλάει για έναν κόσμο ελεύθερο από ναρκωτικά. Καμαρώνει διότι η αγορά ναρκωτικών έχει «σταθεροποιηθεί», πράγμα που σημαίνει ότι πάνω από 200 εκατομμύρια άνθρωποι, ή περίπου το 5% του ενήλικου πληθυσμού του πλανήτη, συνεχίζουν να χρησιμοποιούν παράνομα ναρκωτικά ―χονδρικά ίδια αναλογία με πριν από δέκα χρόνια. (Όπως και τα περισσότερα στοιχεία σχετικά με τα ναρκωτικά, έτσι και το συγκεκριμένο δεν είναι παρά μια περισπούδαστη εικασία: η δυνατότητα εμπειρικής ακρίβειας είναι άλλο ένα θύμα της παρανομίας). Η παραγωγή κοκαΐνης και οπίου είναι κατά πάσα πιθανότητα η ίδια με αυτή που ήταν και πριν από μια δεκαετία· η παραγωγή κάνναβης είναι μεγαλύτερη. Η κατανάλωση κοκαΐνης έφθινε σταδιακά στις Ηνωμένες Πολιτείες, από το αποκορύφωμά της στις αρχές της δεκαετίας του ’80, αλλά ο δείκτης αυτός δεν είναι και τόσο αντιπροσωπευτικός (παραμένει υψηλότερη απ’ ό,τι στα μέσα της δεκαετίας του ’90), και αυξάνεται σε πολλά μέρη, συμπεριλαμβανομένης της Ευρώπης.

Τούτο δεν οφείλεται σε έλλειψη προσπαθειών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες από μόνες τους δαπανούν περίπου 40 δισ. δολλάρια στην προσπάθεια εξάλειψης της προσφοράς ναρκωτικών. Συλλαμβάνουν 1,5 εκατομμύριο από τους πολίτες τους κάθε χρόνο για παραβάσεις σχετικές με τα ναρκωτικά, καθειργνύοντας μισό εκατομμύριο εξ αυτών. Η σκλήρυνση των νόμων περί ναρκωτικών είναι ο βασικός λόγος που ένας στους πέντε μαύρους Αμερικάνους περνά ένα διάστημα της ζωής του πίσω από τα σίδερα. Στον αναπτυσσόμενο κόσμο, το αίμα χύνεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Στο Μεξικό, περισσότεροι από 800 αστυνομικοί και στρατιώτες σκοτώθηκαν από τον Δεκέμβρη του 2006 (και ο ετήσιος συνολικός αριθμός νεκρών ξεπερνάει τους 6.000). Αυτή την εβδομάδα άλλος ένας ηγέτης μιας πληττόμενης από τα ναρκωτικά χώρας ―της Γουινέας-Μπισσάου― δολοφονήθηκε.

Ωστόσο, η ίδια η απαγόρευση των ναρκωτικών υπονομεύει τις προσπάθειες όσων αγωνίζονται εναντίον τους. Η τιμή μιας παράνομης ουσίας καθορίζεται περισσότερο από το κόστος διανομής παρά απ’ το κόστος παραγωγής. Πάρτε για παράδειγμα την κοκαΐνη: η τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής είναι πάνω από εκατό φορές ανώτερη από την τιμή στο χωράφι. Ακόμη και εάν μέσω της ρίψης σποροκτόνων στα φυτά των καλλιεργητών η τοπική τιμή των φύλλων κόκας τετραπλασιαστεί, τούτο κατά κανόνα θα έχει μικρή επίπτωση στην τιμή στους δρόμους, η οποία κατά βάση καθορίζεται από τον κίνδυνο εισαγωγής της κοκαΐνης στην Ευρώπη ή τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Σήμερα, οι πρεσβευτές του πολέμου κατά των ναρκωτικών υποστηρίζουν ότι κατάσχουν περίπου το μισό της συνολικής παραγόμενης κοκαΐνης. Η τιμή στους δρόμους των Ηνωμένων Πολιτείων μοιάζει όντως να ανέβηκε, και η καθαρότητα μοιάζει να μειώθηκε, κατά τη διάρκεια του τελευταίου χρόνου. Παρ’ όλα αυτά, δεν είναι σαφές ότι η ζήτηση για ναρκωτικά πέφτει καθώς οι τιμές αυξάνονται. Από την άλλη, υπάρχει πλήθος ενδείξεων ότι η εμπορία ναρκωτικών γρήγορα προσαρμόζεται στις διαταραχές της αγοράς. Στην καλύτερη των περιπτώσεων, η αποτελεσματική καταστολή την αναγκάζει να μεταβάλει τους τόπους παραγωγής. Έτσι, το όπιο μετατοπίστηκε από την Τουρκία και την Ταϋλάνδη στο Μυανμάρ και το νότιο Αφγανιστάν, όπου και υπονομεύει τις προσπάθειες της Δύσης να κατανικήσει τους Ταλιμπάν.

Πράγματι, η απαγόρευση των ναρκωτικών, όχι μόνο δεν μείωσε την εγκληματικότητα, αλλά ενίσχυσε την κακοποιό δράση σε μία κλίμακα που ο κόσμος δεν είχε ξαναδεί. Σύμφωνα με την ενδεχομένως φουσκωμένη εκτίμηση του ΟΗΕ, η βιομηχανία των παράνομων ναρκωτικών αποφέρει περίπου 320 δισ. δολλάρια το χρόνο. Στη Δύση, μετατρέπει σε εγκληματίες κατά τα άλλα νομιμόφρονες πολίτες (ο σημερινός πρόεδρος των Η.Π.Α. θα μπορούσε κάλλιστα να καταλήξει στη φυλακή για τους νεανικούς πειραματισμούς του με την «κόκα»). Επίσης, καθιστά τα ναρκωτικά ακόμη πιο επικίνδυνα: η κοκαΐνη και η ηρωΐνη που αγοράζουν οι τοξικομανείς είναι εξαιρετικά νοθευμένη· πολλοί χρησιμοποιούν βρώμικες βελόνες για να κάνουν χρήση, εξαπλώνοντας έτσι τον ιό HIV· τα ανθρώπινα ερείπια που υποκύπτουν στο «κρακ» ή στη «μεθαδόνη» βρίσκονται εκτός νόμου, με μόνα τα βαποράκια να τους «φροντίζουν». Ωστόσο, οι χώρες του αναδυόμενου κόσμου είναι αυτές που πληρώνουν το βαρύτερο τίμημα. Ακόμη και μια σχετικά ανεπτυγμένη δημοκρατία όπως το Μεξικό βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη σε έναν αγώνα ζωής και θανάτου με τους κακοποιούς. Αμερικανοί αξιωματούχοι, συμπεριλαμβανομένου και ενός πρώην τσάρου των ναρκωτικών, εξέφρασαν δημόσια τις ανησυχίες τους για το να έχουν ως γείτονα ένα «ναρκοκράτος».

Η αποτυχία του πολέμου ενάντια στα ναρκωτικά οδήγησε λίγους από τους γενναιότερους στρατηγούς του, ιδίως από την Ευρώπη και την Λατινική Αμερική, να προτείνουν την μετατόπιση της εστίασης από τον εγκλεισμό ανθρώπων στη φυλακή προς τη δημόσια υγεία και τη «μείωση των επιπτώσεων» (π.χ. ενθαρρύνοντας τους τοξικομανείς να χρησιμοποιούν καθαρές βελόνες). Η προσέγγιση αυτή θα έδινε μεγαλύτερη προσοχή στη δημόσια εκπαίδευση και στην θεραπευτική αντιμετώπιση των τοξικομανών, και λιγότερο στη σύλληψη των χωρικών που καλλιεργούν κόκα και την τιμωρία των καταναλωτών «μαλακών» ναρκωτικών για προσωπική χρήση. Τούτο θα αποτελούσε ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Λίγες πιθανότητες όμως έχει να χρηματοδοτηθεί επαρκώς, και δεν κάνει τίποτα για την εκρίζωση του οργανωμένου εγκλήματος.

Η νομιμοποίηση όχι μόνο θα έβγαζε από τη μέση τους κακοποιούς, αλλά θα μετέτρεπε τα ναρκωτικά από ένα πρόβλημα αστυνομικής τάξεως σε ένα πρόβλημα δημόσιας υγείας, όπως και πρέπει να αντιμετωπίζεται. Οι κυβερνήσεις θα φορολογούσαν και θα ρύθμιζαν το εμπόριο ναρκωτικών, και θα χρησιμοποιούσαν τα σχετικά έσοδα (καθώς και τα δισεκατομμύρια που θα εξοικονομούνταν απ’ τον τομέα της καταστολής) για την εκπαίδευση του κοινού σχετικά με τους κινδύνους της χρήσης ναρκωτικών, καθώς και για τη θεραπευτική αντιμετώπιση των τοξικομανών. Η πώληση ναρκωτικών σε ανηλίκους θα πρέπει να εξακολούθησει να απαγορεύεται. Διαφορετικά ναρκωτικά πρέπει να αντιστοιχούν σε διαφορετικά επίπεδα φορολόγησης και ρύθμισης. Το σύστημα αυτό θα ήταν περίπλοκο και ατελές, απαιτώντας διαρκή επίβλεψη και δυσυπολογίσιμες εκτιμήσεις. Οι τιμές μετά φόρων θα πρέπει να οριστούν σε ένα επίπεδο που θα επιτύγχανε μια ισορροπία ανάμεσα στον περιορισμό της χρήσης, από τη μια, και στην αποτροπή, από την άλλη, της μαύρης αγοράς και των απέλπιδων πράξεων κλοπής και πορνείας στις οποίες καταφεύγουν σήμερα οι τοξικομανείς για να θρέψουν τις συνήθειές τους.

Θα είναι σχετικά εύκολο να γίνει αποδεικτό τούτο το ελαττωματικό σύστημα από τους λαούς των παραγωγών χωρών, όπου το οργανωμένο έγκλημα είναι το κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Δύσκολο θα είναι να γίνει δεκτό στις καταναλώτριες χώρες, όπου η βασική πολιτική μάχη αφορά την εξάρτηση από τα ναρκωτικά. Πολλοί αμερικανοί γονείς θα μπορούσαν να δεχτούν ότι η νομιμοποίηση των ναρκωτικών αποτελεί τη σωστή λύση για τους λαούς της Λατινικής Αμερικής, της Ασίας και της Αφρικής· θα μπορούσαν ακόμη και να αντιληφθούν τη χρησιμότητά του στον αγώνα ενάντια στην τρομοκρατία. Όμως, ο άμεσος φόβος τους θα ήταν για τα δικά τους παιδιά.

Ο φόβος αυτός βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην παραδοχή ότι κάτω από ένα καθεστώς νομιμότητας περισσότεροι άνθρωποι θα παίρνουν ναρκωτικά. Η παραδοχή αυτή ίσως να είναι εσφαλμένη. Δεν υπάρχει καμία συνάφεια ανάμεσα στην σκληρότητα των νόμων περί ναρκωτικών και στο μέγεθος της κατανάλωσης ναρκωτικών: οι πολίτες που ζουν υπό σκληρά καθεστώστα (κυρίως Αμερική, αλλά επίσης Βρετανία) παίρνουν περισσότερα ναρκωτικά, όχι λιγότερα. Οι πολέμιοι των ναρκωτικών, βρισκόμενοι σε αμηχανία μπροστά σ’ αυτό το γεγονός, το αποδίδουν σε υποτιθέμενες πολιτισμικές διαφορές, όμως ακόμη και σε σχετικά όμοιες χώρες οι σκληροί νόμοι λίγο επηρεάζουν τον αριθμό των τοξικομανών: η σκληρή Σουηδία και η πιο φιλελεύθερη Νορβηγία έχουν ακριβώς τα ίδια ποσοστά τοξικομανών. Η νομιμοποίηση θα μπορούσε να μειώσει τόσο την προσφορά (οι διακινητές εξ ορισμού διακινούν) και την ζήτηση (θα χανόταν μέρος της γοητείας του κινδύνου). Κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος. Δύσκολα όμως μπορεί κάποιος να υποστηρίξει ότι οι πωλήσεις ενός προϊόντος που γίνεται φθηνότερο, ασφαλέστερο και ευρύτερα διαθέσιμο θα υποχωρήσουν. Κάθε έντιμος υποστηρικτής της νομιμοποίησης των ναρκωτικών θα ήταν λογικότερο να υποθέσει ότι η συνολική κατανάλωση θα αυξανόταν.

Υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι υπέρ της θέσης ότι η απαγόρευση πρέπει παρ’ όλα αυτά να ανατραπεί. Ο πρώτος λόγος βασίζεται στις αρχές του φιλελευθερισμού. Μολονότι κάποια παράνομα ναρκωτικά είναι εξαιρετικά επικίνδυνα για ορισμένους ανθρώπους, τα περισσότερα δεν είναι ιδιαίτερα βλαβερά. (Ο καπνός είναι περισσότερο εξαρτησιογόνος από σχεδόν όλα τα ναρκωτικά). Οι περισσότεροι καταναλωτές παράνομων ναρκωτικών, συμπεριλαμβανομένης της κοκαΐνης, αλλά ακόμη και της ηρωίνης, τα καταναλώνουν σποραδικά. Το κάνουν επειδή τους προσφέρουν ικανοποίηση (όπως συμβαίνει και με το ουίσκυ ή ένα Μάρλμπορο Λάιτ). Δεν είναι δουλειά του κράτους να τους εμποδίσει.

Τι γίνεται όμως με την εξάρτηση; Το συγκεκριμένο ζήτημα εν μέρει καλύπτεται από το πρώτο επιχείρημα, καθώς η προκαλούμενη βλάβη έρχεται πρωτευόντως με τη συναίνεση του χρήστη. Ωστόσο, η εξάρτηση μπορεί επίσης να πλήξει τις οικογένειες και, κυρίως, τα παιδιά ενός τοξικομανούς, και έχει ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις. Αυτός είναι ο λόγος που η αποθάρρυνση και η θεραπευτική αντιμετώπιση της εξάρτησης πρέπει να αποτελέσει την προτεραιότητα της πολιτικής για τα ναρκωτικά. Εξ ου και το δεύτερο επιχείρημα: η νομιμοποίηση προσφέρει τη δυνατότητα για μια σωστή αντιμετώπιση της εξάρτησης από τα ναρκωτικά.

Προσφέροντας ειλικρινείς πληροφορίες σχετικά με τους κινδύνους των διαφόρων ναρκωτικών για την υγεία, και με την ανάλογη τιμολόγησή τους, οι κυβερνήσεις θα μπορούσαν να στρέψουν τους καταναλωτές προς τα λιγότερο επιβλαβή. Η απαγόρευση απέτυχε να αποτρέψει την εξάπλωση των εργαστηριακά κατασκευασμένων ναρκωτικών. Η νομιμοποίηση θα μπορούσε να ενθαρρύνει τις νόμιμες φαρμακοβιομηχανίες να προσπαθήσουν να βελτιώσουν τις ουσίες που χρησιμοποιούνται. Οι πόροι που θα προέρχονταν από τη φορολόγηση και που θα εξοικονομούνταν από την καταστολή θα επέτρεπαν στις κυβερνήσεις να εξασφαλίσουν τη θεραπευτική φροντίδα των τοξικομανών ―αυτός είναι ένας τρόπος να καταστεί η νομιμοποίηση περισσότερο αποδεκτή σε πολιτικό επίπεδο. Η επιτυχία των ανεπτυγμένων χωρών στην προσπάθειά τους να κάνουν τους ανθρώπους να κόψουν το κάπνισμα, το οποίο επίσης υποβάλλεται σε φορολόγηση και ρύθμιση, δίνει βάσεις για ελπίδες.

Τούτη η εφημερίδα υποστήριξε την νομιμοποίηση των ναρκωτικών πριν από 20 χρόνια. Επανεκτιμώντας τα δεδομένα, η απαγόρευση φαίνεται σήμερα πιο βλαβερή από ποτέ, ιδίως για τους φτωχούς και τους αδύναμους του κόσμου. Η νομιμοποίηση δεν θα έδιωχνε τελείως τους κακοποιούς από τον χώρο των ναρκωτικών· όπως με το οινόπνευμα και τα τσιγάρα, θα συνεχίσουν να υπάρχουν φόροι για αποφυγή και κανόνες για παραβίαση. Ούτε και θα βελτίωνε αυτόματα τα πράγματα σε κατεστραμμένα κράτη σαν το Αφγανιστάν. Η λύση που προτείνουμε έχει ελαττώματα. Ωστόσο, ένας αιώνας πασίδηλων αποτυχιών συνιστά πρόκριμα υπέρ αυτής.