Κυριακή, 2 Αυγούστου 2009



ΚΡΕΩΝ ΚΑΙ ΑΝΤΙΓΟΝΗ

( Ερμηνευτική Προσέγγιση )

Α΄ Μέρος

Αν η περίπτωση της Αντιγόνης είναι δύσκολη, οι ιδέες είναι πιο βατές. Η περίπλοκη σχέση ανάμεσα στην φιλιαν και στην ἔχθραν παρουσιάζεται στον Πρόλογο, για να ξανατεθεί και να εξετασθεί αργότερα σ’ ένα διάλογο ζωτικής σημασίας. Η Αντιγόνη επιστρέφει τώρα με τη συ νοδεία του Φύλακα. Πριν αρχίσει να μιλάει η ίδια, τη βλέπουμε με τα δικά του μάτια και την ακούμε με τ' αυτιά του να ξεσπά σε διαπεραστι κές κραυγές θρήνου, καθώς αντίκρισε το νεκρό σώμα άθαφτο, και να εκστομίζει φρικτές κατάρες για τους υπαίτιους της πράξης (στίχ. 423-428). Ακολουθεί μια πολύπλοκη αλληλουχία σκηνών. Ο Φύλακας τε λειώνει την αφήγηση του και αποχωρεί, ενώ παραμένει στη σκηνή η Αντιγόνη αντιμέτωπη με τον Κρέοντα. Οι δυο τους εκφωνούν μακρές ρήσεις. Ο Κρέων προστάζει να παρουσιαστεί η Ισμήνη. Ώσπου να του την παρουσιάσουν, αναπτύσσεται ανάμεσα στην κατηγορούμενη Αντι γόνη και τον κατήγορο της πυκνότατη στιχομυθία, που ίσως είναι ένα από τα σημαντικότερα χωρία του έργου.Η Αντιγόνη, μπροστά στα σκληρά ερωτήματα του Κρέοντος (στίχ.441-449), υποχρεώνεται για άλλη μια φορά να πολεμήσει με όπλο της το επιχείρημα· αυτό κάνει με μια περίφημη ρήση (στίχ. 450-470). Στον Πρόλογο είχε μνημονεύσει μόνο μια φορά τους θεούς, όταν ισχυρίστηκε ότι τιμά όσα οι θεοί τιμούν. Αυτή τη φορά αρχίζει με τους θεούς και μάλιστα με τον ίδιο τον Δία: «δεν ήταν δα κι ο Δίας που μου το διέταξε δημόσια» (στίχ. 450:οὐ γάρ τι μοι Ζεύς ἦν ὁ κηρύξας τάδε). Κι ενώ αρχίζει με τον Δία, συνεχίζει μιλώντας για την Δίκην, την συγκάτοικο των κάτω θεών στο διάγγελμα του Κρέοντος αντιτάσσει τους άγραφους νόμους, που απαιτούν την ταφή του νεκρού και αναθέτουν αυτό το τελετουργικό καθήκον στους συγγενείς - καθήκον στο οποίο η Αντιγόνη δεν τολμά να υστερήσει, και για το οποίο θα αντιμετωπίσει τη θανατική καταδίκη. Είναι πρόθυμη μάλιστα να πεθάνει πριν της ώρας της — κάτι που η ίδια θεωρεί κέρδος για όποιον ζει, όπως αυτή, μέσα σε ένα πλήθος κακών. Ο θάνατος δεν πρόκειται να της προκαλέσει πόνο: θα ένιωθε πόνο αν άφηνε άταφο τον γιο απ' την ίδια της τη μάνα. Έτσι, από τις υψιπετείς γενικεύσεις με τις οποίες άρχισε τη ρήση της, γυρίζει πάλι στο θέμα της φιλίας και του άταφου αδελφού της. Εντωμεταξύ, μας έδωσε την εικόνα ανθρώπου που τον απασχολεί η ιδέα του θανάτου και που είναι ίσως αποφασισμένος να πεθάνει. Γιατί όμως; Διότι η Αντιγόνη ζει μέσα στην οικογένεια, και η οικογένεια της —ολόκληρη, εκτός απ’ την Ισμήνη,— ανήκει τώρα στον κόσμο των νεκρών. Με τα τελευταία λόγια της επανέρχεται στο οξύ, σχεδόν απρεπές ύφος των αρχικών της απαντήσεων προς τον Κρέοντα (στίχ. 443, 448) και προκαλεί την παρατήρηση του Κορυφαίου για την ὠμότητα που κληρονόμησε από τον ὠμόν πατέρα της (στίχ. 471-472).

Αναζητείται η Ισμήνη και, όσο περιμένουμε την προσαγωγή της, ανοίγει ένας διάλογος της Αντιγόνης με τον Κρέοντα. Όταν η Αντιγόνη επικαλείται την υποστήριξη της κοινής γνώμης (στίχ. 502 κ.εξ.), μπορεί να έχει δίκιο ή μπορεί να έχει άδικο: κάτι θα προσθέσει ο Αίμων επ’ αυτού. Ο Κρέων απωθεί την αξίωση της Αντιγόνης για κλέος και την αναγκάζει για άλλη μία φορά να αγωνιστεί με επιχειρήματα ενάντια σε κάτι που μπορεί να μοιάζει με σημείο αντιγνωμίας αλλά που δεν τελειώνει εκεί. Είχε δύο αδελφούς: τιμώντας τον ένα δεν προσβάλλει τάχα την τιμή του άλλου; (στίχ. 512-516). Η Αντιγόνη απαντά ότι η μαρτυρία του νεκρού Ετεοκλή δεν θα υποστηρίξει μια τέτοια κατηγορία. Πρέπει να ξαναπάμε πίσω.

Η έκκληση της Αντιγόνης προς την Ισμήνη είχε ως βάση την αλληλεγγύη της οικογένειας· η πρώτη λέξη που της απηύθυνε ήταν η λέξη κοινόν(στίχ. 1) και το μεγάλο παράπτωμα της Ισμήνης είναι η ρήξη που επέφερε σ’ αυτή τη σχέση κοινωνίας. Σχεδόν με δέος αναθυμάται κανείς ότι τα δεινά στα οποία αναφέρεται η Αντιγόνη στους στίχους 4-6, η αισχύνη και η απώλεια της τιμῆς, είχαν προέλθει από πράξεις που συντελέστηκαν μεταξύ μελών της οικογένειας· ότι αυτή ήταν ακριβώς το αρχέτυπο της διαιρεμένης οικογένειας· ότι, αν η πατροκτονία είχε διαπραχθεί από τον Οιδίποδα μέσα στην άγνοια, οι γιοι του ωστόσο του συμπεριφέρθηκαν προσβλητικά, εκείνος τους καταράστηκε και μεταξύ τους ήρθαν σε μοιραία φιλονεικία. Όλα αυτά ήσαν η αιτία της τωρινής κατάστασης και το υπόβαθρο του συγκινησιακού κόσμου της Αντιγόνης. Το γνωρίζει και η ίδια, αλλά δεν το λέει: γνωρίζει δηλαδή ότι, όπως ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης ήταν ίσοι ως μέλη της οικογένειας και ίσοι στο δικαίωμα τους για ταφή, άλλο τόσο ίσοι ήταν και στην αμοιβαία εχθρότητα τους. Η ρεαλίστρια Ισμήνη είναι αυτή που θα αναφέρει την αμοιβαία αδελφοκτονία, πρώτα στον στίχο 14 και, κατόπιν, μέσα στη μοναδική μακρά ρήση της, στους στίχους 55-57.

Τα δύο αδέρφια ήταν φίλοι, αλλά και εχθροί ταυτόχρονα· χωρισμένοι στη ζωή, είχαν κοινό μόνο τον θάνατο (στίχ. 57). Φυσικά ο Κρέων εκμεταλλεύεται το θέμα της εχθρότητας των δύο αδελφών και, φυσικά επίσης, το εκμεταλλεύεται από την πολιτική σκοπιά. Η Αντιγόνη, βασι ζόμενη απλώς σε προσωπική της πίστη, αρνείται ότι είναι εχθροί μετά θάνατον (στίχοι 515, 521). Μια τέτοια πίστη δεν ανήκει στον αρχαιοελ ληνικό κώδικα:μάλιστα, ένας αρχαίος Έλληνας, ιδίως αν θυμόταν την Νέκυιάν του και το πώς ο Αίας έμενε εκεί σε απόσταση, μπορεί να έκλινε πολύ περισσότερο να συμφωνήσει με τα λόγια του Κρέοντος (στίχ. 522), ότι ένας εχθρός ποτέ δεν γίνεται φίλος, ούτε ακόμα κι όταν έχει πεθάνει. Ούτε υπήρχε η προοπτική της παρήγορης αποκάλυψης κάποιας αλήθειας για τον κόσμο των θεών — ότι τάχα θα βασιλεύει η αγάπη μετά θάνατον (οι ήρωες εξακολουθούν να μισούν και να βλά πτουν ακόμα κι από τον τάφο τους). Πρόκειται μάλλον για ηρωική επιταγή της Αντιγόνης, που παρουσιάζεται αποφασισμένη να εξαλείψει από τον βασιλικό της οίκο τα μίση, εξαγγέλλει ειρήνη, την επικυρώνει με την πράξη της ταφής και προσδοκά την επανένωση της στον κάτω κόσμο με μια οικογένεια αγαπημένη (στίχ. 897 κ.εξ.). Η πράξη αυτή, όχι ως πράξη που απαιτούσε θάρρος, αλλά ως υπέρτατη προσπάθεια να επικρατήσει η ηρωική θέληση σ' έναν κόσμο αχαλίνωτο, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως η "ηρωικότερη" πράξη στο θέατρο του Σοφοκλή. Αλλά το γεγονός του θανάτου, και μόνο αυτό, κατέστησε δυνατή μιαν τέτοια πράξη. Στον θάνατο μόνο μπορεί να αποκατασταθεί η τιμή που χάθηκε στη ζωή· μόνο μέσα σε περιβάλλον θανάτου μπορούσε η ηρωική φύση της Αντιγόνης να βρει την πλήρωση της.

Όταν ο Κρέων επιμένει ότι η έχθρα συνεχίζεται ακόμη και στο θάνατο, η Αντιγόνη απαντά ότι το φυσικό της δεν είναι να συντάσσεται με το μίσος αλλά με την αγάπη: οὔτοι συνέχθειν ἀλλά συμφιλεῖν ἔφυν (στίχ. 523), που είναι ίσως ο πιο διάσημος στίχος στο διάσημο αυτό δράμα — κι έχουν οικοδομηθεί τόσο πολλές ερμηνείες πάνω σ' αυτόν. Σε πρώτο επίπεδο το νόημα του είναι πέραν πάσης αμφιβολίας· προκύ πτει από τα συμφραζόμενα που εκθέσαμε στις προηγούμενες παραγρά φους. Ο Κρέων έχει θέσει την Αντιγόνη μπροστά σε ένα φαινομενικό δίλημμα: οι δύο αδελφοί, όσο κι αν ήταν συγγενείς (φίλοι), ήταν επίσης και αμείλικτοι εχθροί, που σκότωσαν ο ένας τον άλλο. Του λέει λοιπόν κι αυτή ότι δεν πρόκειται να συμμεριστεί την έχθρα τους (που, κατά την Αντιγόνη, έχει τώρα τερματιστεί από τον θάνατο) αλλά την φιλίαν τους, τον δεσμό αίματος μεταξύ τους (που θέτει γι' αυτήν ίσες απαιτήσεις). Αλλά φιλία δεν είναι απλώς μια παθητική κατάσταση — οπωσδήποτε όχι σ' αυτό το δράμα. Κι αν βέβαια η ιδιότητα του φίλου δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη κάποιο βαθύ προσωπικό συναίσθημα, το ρήμα συμφιλεῖν πάντως μάλλον αποκλείεται να μην συνεπάγεται κάτι τέτοιο.Επιπλέον, η Αντιγόνη λέει ἔφυν και, αν συχνά το ρήμα φῦναι λίγο απέχει από τη συνωνυμία με το είναι, δύσκολα θα πιστέψει κανείς ότι εδώ η Αντιγόνη δεν κάνει μία δήλωση για το ποια είναι —ή ποια πιστεύει πως είναι— η φυσική της προδιάθεση, η φύσις της. Μοιάζει σαν να ισχυρίζεται ότι από το χαρακτήρα της είναι όλο αγάπη και καθόλου μίσος. Μήπως πέφτουμε πάλι σ' εκείνη την «Antigone inzuccherata», που τόσο εύστοχα κατήγγειλε ο Perrotta;Το καλύτερο θα είναι να επανέλθουμε σ' αυτό το θέμα, όταν θα έχουμε μελετήσει την Ισμήνη.

Ο Κρέων έχει διατάξει να προσαχθεί η Ισμήνη. Δεν περιμέναμε να την ξαναδούμε, ή ίσως να ξανακούσουμε γι' αυτήν, και πάντως δεν περιμέναμε μια Ισμήνη τόσο διαφορετική από εκείνη την προσωποποίη ση της σωφροσύνης που γνωρίσαμε στον Πρόλογο· και τώρα μας λένε ότι είναι σε κατάσταση αλλοφροσύνης και έχει χάσει τον έλεγχο του μυαλού της (στίχ. 492: λυσσῶσαν... οὐδ' ἐπήβολον φρενῶν). Λίγα πράγ ματα στην κριτική της αρχαίας τραγωδίας μας εξοργίζουν πιο πολύ από την φαρισαϊκή καταφρόνηση της Ισμήνης, που συναντούμε σε ορισμένα συγγράμματα — λες και είμαστε όλοι ήρωες. Πρέπει όμως να την κατα λάβουμε σωστά την Ισμήνη σ' αυτή τη σκηνή, θα εξακολουθούσε να μας συγκινεί, αν παρουσιαζόταν γεμάτη τύψεις για μια χαμένη ευκαιρία, λαχταρώντας να διασώσει την ηθική της θέση, αλλά και με κάποια συναίσθηση του οίκτου που προκαλεί η αδυναμία της να βαδίσει στο μαρτύριο. Όμως ο Σοφοκλής, νομίζω, δεν την παρουσιάζει έτσι. Η Ισμήνη δεν επιθύμησε ποτέ —και ούτε τώρα επιθυμεί— να είναι ήρωας. Δεν ενέκρινε ποτέ —και ούτε τώρα εγκρίνει— την επιλογή της Αντιγόνης να πεθάνει. Όταν η Αντιγόνη της λέει «εσύ μεν διάλεξες να ζήσεις, εγώ όμως να πεθάνω» (στίχ. 555), εκείνη απαντά «αλλά τουλάχιστον όχι χωρίς να ειπωθούν τα δικά μου λόγια» (στίχ. 556). Τα λόγια που έχει πει η Ισμήνη —αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα και το χρέος της ταφής (στίχ. 98-99) και τη δική της αδυναμία να το εκπληρώσει (στίχ. 79, 92)— δεν τα αναιρεί τώρα. Μέσα από τις ελάχιστα συγκαλυμμένες υπεκφυγές 1.1ης (στίχοι 536-7), επιζητεί τον θάνατο για χάρη όχι του νεκρού αλλά της ζωντανής που τώρα έχει καταδικαστεί να πεθάνει. Για τον νεκρό έχει να πει τρεις λέξεις στο τέλος της φράσης της (στίχ. 545: ... τόν θανόντα θ’ ἁγνίσαι), ενώ ολόκληρη η έμφαση του διαλόγου αποδίδεται στην Αντιγόνη και στην επιθυμία της Ισμήνης να έχει κοινή μοίρα μ’ αυτήν: αγαπάει την αδελφή της και χωρίς αυτήν δεν αντέχει να ζει (στίχ. 548, 566). Τί φίλαυτη λοιπόν η Ισμήνη! Τί αντιηρωική, τί ανάξια!

Η συμμετοχή στην κοινή μοίρα είναι σπουδαίο θέμα: κοινόν είναι η πρώτη πλήρης λέξη που ακούμε στο έργο, καθώς η Αντιγόνη απευθύνει προς την Ισμήνη μια προσφώνηση που μετά βίας αποδίδεται σε μετά φραση, ὦ κοινόν αὐτάδελφον Ἰσμήνης κάρα (στίχ. 1) ενώ, μετά την άρνηση της Ισμήνης να την υποστηρίξει, εκείνη θεωρεί ότι έληξε η μεταξύ τους κοινωνία. Εύλογα η ίδια ιδέα επανέρχεται και σ' αυτή τη σκηνή. «Ούτε συ θέλησες ούτε εγώ σε είχα συμμέτοχο» (στίχ. 539)· δεν πρόκειται πλέον να μοιραστεί μαζί της το θάνατο (στίχ. 546). Αυτή είναι η απάντηση της Αντιγόνης στην επανειλημμένη χρήση της πρόθεσης συν από την Ισμήνη (τρεις φορές σε εννέα στίχους — ξυμμετίσχω, ξύμπλουν, σύν σοίκαι η Ισμήνη, ανταπαντώντας, διερωτάται τί θα είναι γι’ αυτήν» η ζωή, αν στερηθεί την Αντιγόνη. Η αντιπαραβολή μεταξύ των δύο αδελφών, όσο αλληλένδετη κι αν είναι με την έννοια του ηρωισμού, δεν καταντά καθόλου μια χονδροειδής αντίθεση. Αυτό που δεν συμμερίζεται η Ισμήνη είναι η έμμονη προσήλωση της Αντιγόνης στην ιδέα του θανάτου και στον κόσμο των νεκρών, η αίσθηση της Αντιγόνης πως ήδη ανήκει σ’ εκείνο τον κόσμο και εκεί θα μπορέσουν να βρουν τη λύση τους οι οικογενειακές διενέξεις. Αρνείται να βαδίσει στον θάνατο για τέτοιους λόγους, τον επιζητεί όμως, όταν συνειδητοποιεί ότι η ζωή της δεν έχει αξία χωρίς την αδελφή της, που τόσο αγαπά. Τέτοιας λογής αγάπη —και τέτοιας λογής θάνατο— η Αντιγόνη τα απορρίπτει: διότι έρχονται σε λάθος χρόνο και με λάθος τρόπο· δεν πηγάζουν από το πλέγμα των συναισθημάτων που παρακινούν την ίδια - από εκείνα δη λαδή που αυτή νιώθει για την οικογένεια, για την ταφή, για το θάνατο.

Μερικές φορές συναντούμε την άποψη ότι η Αντιγόνη, με τον σκαιό τρόπο που φέρεται προς την Ισμήνη σ’ αυτή τη σκηνή, προσπαθεί να την σώσει από τον Κρέοντα. Όμως αυτό προφανώς είναι λάθος. Στον Πρόλογο του έργου η Ισμήνη αρνείται την πρόσκληση της Αντιγόνης να βοηθήσει, αρνείται, θα λέγαμε, να συμπράξει στην επιβολή της φιλίας σε μια διχασμένη οικογένεια· μετά απ' αυτό η Αντιγόνη την αποκλείει από την παράταξη τωνφίλων δεν αποσύρει απλώς την αγάπη της ή μιλάει σε τόνους ψυχρής περιφρόνησης, αλλά χρησιμοποιεί λόγια ε χθρότητας, μίσους (στίχ. 86, 93-94). Η Ισμήνη συντάχθηκε με τον Κρέο ντα και, για την Αντιγόνη, παραμένει σ' εκείνο το στρατόπεδο. «Τον Κρέοντα να ρωτήσεις· αφού μ’ εκείνον είσαι». Ο στίχος (549) εκφρά ζει κακότητα και την εκφράζει ειλικρινά. Τί γίνεται τότε ο ισχυρισμός της Αντιγόνης, που ακούστηκε αμέσως πριν από την είσοδο της Ισμήνης, — ότι το φυσικό της είναι να μετέχει στην αγάπη και όχι στο μίσος;

Στο άμεσο περιβάλλον των συμφραζομένων, είναι γεγονός αναμφι σβήτητο ότι μια Αντιγόνη που δρα παρακινούμενη από βαθύ αίσθημα στοργής πλεονεκτεί ηθικά έναντι ενός Κρέοντος που εμμένει στην ε χθρότητα και πέρα από τον τάφο. Όμως μπορούμε άραγε να είμαστε εξίσου βέβαιοι ότι στον ισχυρισμό της δεν ενυπάρχει ειρωνεία; Ασφα λώς δεν είναι συμπτωματικό το ότι ο ισχυρισμός της αυτός ακολουθείται αμέσως από μια σκηνή, όπου η Αντιγόνη, με γλώσσα εχθρική, απορρί πτει την προσφορά αγάπης εκ μέρους της Ισμήνης, να μοιραστεί μαζί της τον θάνατο. Ούτε είναι συμπτωματικό το ότι αυτή η σκηνή αντικαθρεφτίζει τον Πρόλογο, όπου η Αντιγόνη απέκλεισε την αδελφή της από την οικογένεια, αναλαμβάνοντας να εκφράσει την εχθρότητα του Πολυ νείκη εναντίον της, και συμμεριζόμενη και η ίδια αυτή την εχθρότητα (βλ. στίχ. 93-94). Αυτό άραγε δεν είναι συνέχθειν; Αν πράγματι ενυ πάρχει εδώ ειρωνεία, δεν είναι καθόλου επιφανειακή: είναι τραγική, και είναι αλληλένδετη με την πλατιά τραγωδία του ηρωισμού στον Σοφοκλή. Η Αντιγόνη τηρεί τον κώδικα της παλαιάς παράδοσης με τη διπολική του αντίθεση φιλίας και έχθρας, αντίθεση που δεν αίρεται, διότι όπου υπάρχει φιλία, εκεί θα υπάρχει επίσης και έχθρα, και όσο ισχυρότερη η φιλία, άλλο τόσο ισχυρότερη και η ἔχθρα. Μπορεί η Αντι γόνη να πιστεύει ότι είναι του χαρακτήρα της να μοιράζεται αγάπη, είναι όμως δέσμια ενός κώδικα που απαιτεί εξίσου και μίσος. Στη σκέψη μας έρχονται ο Αίας, ο Φιλοκτήτης, ο Οιδίπους στον Κολωνό, δυνατοί εξίσου στην αγάπη και στο μίσος. Μόνο οι μη ηρωικοί χαρακτήρες είναι απαλ λαγμένοι από αυτή την τραγική αντινομία.

Η Ισμήνη ίσα-ίσα είναι όλο στοργή. Προσέξτε λοιπόν ποιον καταπλη κτικό όρο χρησιμοποίησε ο Κρέων (στίχ. 492), για να περιγράψει την ψυχική της κατάσταση: την είδε, λέει, φρενιασμένη —λυσσῶσαν—, και σε πλήρη αδυναμία ελέγχου των φρενῶν της. Να σε τί κατάσταση περιήλθε η Ισμήνη από την αγάπη της ως αδελφής για την αδελφή της.

Τον ίδιο όρο (ελαφρά παραλλαγμένον) τον ξανασυναντούμε κατά την είσοδο του Αίμονος. Μπορεί άραγε να είναι κι αυτός φρενιασμένος (λυσσαίνων,στίχ. 633) εναντίον του πατέρα του; Άλλωστε τον βλέπου με τελικά να φέρεται ως ο μαινόμενος εραστής, για τον οποίο τρα γούδησε ο Χορός (στίχ. 790).Εξετάσαμε το θέμα της ερωτικής αγά πης σε προηγούμενο κεφάλαιο και σύντομα θα ξαναχρειαστεί να επανέλθουμε σ' αυτό. Η Ισμήνη ακριβώς το εισάγει. Ίσως μπορούμε τώρα να καταλάβουμε τον λόγο της επανεμφάνισης της στο έργο. Δεν έρχεται μόνο για να συνεχίσει, λειτουργώντας αντιθετικά,τη διερεύ νηση της φύσης του ηρωισμού της αδελφής της, αλλά, καθώς η ζωή της καταστρέφεται από αυτό τον ηρωισμό, είναι πέρα για πέρα ται ριαστό,με τη βαθιά σχέση της προσωπικής στοργής που τρέφει για την Αντιγόνη, η Ισμήνη να είναι αυτή που θα μας μιλήσει για τη σχέση Αίμονος και Αντιγόνης. Και ακολουθεί η σκηνή του Αίμονος. Η επό μενη σκηνή μας παρουσιάζει την Αντιγόνη, που έχει απορρίψει την αγάπη της Ισμήνης, να βαδίζει προς το θάνατο, χωρίς να αξιωθεί, από τον Σοφοκλή, να μάθει ότι ο νέος υπερασπίστηκε την υπόθεση της και ήρθε σε ρήξη με τον πατέρα του.

Η Αντιγόνη απάγεται δέσμια. Το σχόλιο του Κρέοντος κατά την αποχώ ρηση της είναι ότι «και οι τολμηροί ακόμη προσπαθούν να ξεφύγουν, όταν νιώθουν τον Άδη να πλησιάζει ήδη τη ζωή τους» (στίχ. 580-581). Αυτά που λέει ο Κρέων —αφού η αποτυχία του να καταλάβει την Αντι γόνη είναι ολοσχερής— μπορεί να ισχύουν για τη δική της περίπτωση, μπορεί και όχι. θα πρέπει να περιμένουμε, για να δούμε — να περιμέ νουμε μέχρι να επιστρέψει συνοδευόμενη από τον Φύλακα, βαδίζοντας προς τον τόπο όπου θα ταφεί ζωντανή. Διότι ο Κρέων αλλάζει γνώμη: δεν θα την θανατώσουν με λιθοβολισμό, αλλά θα την κλείσουν σε μια πέτρινη σπηλιά με την ελάχιστη επιβαλλόμενη τροφή. Η Αντιγόνη επι στρέφει και αρχίζει έναν εκτενή κομμόναπό κοινού με το Χορό. Κατό πιν ξανάρχεται ο Κρέων (εάν ήταν απών) και εκφωνεί κάποιους στίχους. Και μετά από μια τελευταία ρήση της Αντιγόνης, γίνεται ανταλλα γή αναπαίστων και η ηρωίδα εγκαταλείπει τη σκηνή για ύστατη φορά. Αμέσως ο Χορός τραγουδάει το Δ' Στάσιμο. Υπάρχουν πολλών ειδών δυσκολίες, η σπουδαιότερη από τις οποίες είναι ότι μας φαίνεται σαν να βλέπουμε μια νέα Αντιγόνη. Μήπως είχε δίκιο ο Κρέων για την επίδραση που ασκεί ακόμα και στους πιο τολμηρούς το άγγιγμα του θανάτου;

Έχει επισημανθεί η σχετικά μικρή διάρκεια του ρόλου της Αντιγό νης. Τρεις είναι οι σκηνές όπου εμφανίζεται. Είναι ο Πρόλογος, που, παρ' όλη τη σπουδαιότητα του, δεν είναι και πολύ μεγάλος. Είναι η μεγάλης διάρκειας σκηνή, που εξετάζαμε πριν λίγο, στην οποία βλέπου με την Αντιγόνη πρώτα με τον Κρέοντα και κατόπιν με την Ισμήνη. Κι ένα πολύ ουσιαστικό τμήμα του συνολικού ρόλου της Αντιγόνης περιέ χεται στον κομμόν και την συνέχεια του (στίχ. 801-943). Δεν είναι επο μένως και πολύ πιθανό να εγκατέλειψε ο Σοφοκλής την προσωπογράφηση της ηρωίδας του για να μας δώσει μια λαμπρή παραλλαγή πάνω σε ένα συμβατικό θέμα, που και ως κατάσταση είναι συμβατική — το γάμο της κόρης με το θάνατο. Η σκηνή πρέπει να μελετηθεί με περισ σότερη επιμέλεια. Υπάρχουν δυσκολίες, οι σπουδαιότερες από τις ο ποίες έγκεινται στην κατανόηση των αντιδράσεων του Χορού. Πρέπει λοιπόν τώρα να πούμε κάποια πράγματα για τον Χορό. Ο Χορός στα δράματα του Σοφοκλή δίνεται ως θεατρικός χαρακτήρας, μέσα στα όρια που του αρμόζουν (και τα οποία ποικίλλουν από δράμα σε δράμα), και γενικά η παρουσίαση αυτού του χαρακτήρα γίνεται με συνέπεια. Η δομική και θεματική σημασία των χορικών είναι τέτοια, ώστε μπορεί οι συνδέσεις μεταξύ άσματος και Χορού ως χαρα κτήρα να καταντούν μάλλον χαλαρές, αν και ποτέ δεν εκλείπουν τε λείως, όμως η στάση και οι συμπάθειες του Χορού τείνουν γενικά να είναι ξεκάθαρες και να εξηγούνται εύκολα από το ρόλο του στο έργο. Στο Αντιγόνη η στάση του Χορού έναντι του Κρέοντος, από έκδηλη, αν όχι ανεπιφύλακτη, υποστήριξη, μεταστρέφεται σε επίκριση μέχρι τέ­τοιου σημείου, ώστε αυτός ο Χορός μοιάζει ίσως σαν να διεκδικεί τον τίτλο του λιγότερο ευνοϊκού Χορού αρχαίας τραγωδίας. Μπορούμε να πούμε, αν θέλουμε, ότι ο Χορός περίμενε απλώς την ηθική υποστήριξη του Τειρεσία, για να διατυπώσει ανοιχτά αμφιβολίες που από καιρό ένιωθε (και για τις οποίες μάλιστα παρείχε κάποιες αμυδρές νύξεις). Όμως το σημαντικό —και το δύσκολο— είναι να προσδιορίσουμε τη φύση και το βαθμό των συμπαθειών του Χορού ως προς την Αντιγόνη. Στους στίχ. 504 κ.εξ. η Αντιγόνη διατείνεται ότι ο Χορός —διότι θα πρέπει και αυτός να συμπεριληφθεί στη γενικευτική της έκφραση (τού τοις ... πᾶσιν)— θα της φανέρωνε την ευνοϊκή διάθεση του, αν δεν φοβόταν τον τύραννο. Μπορεί να έχει δίκιο, μπορεί και άδικο: είναι πάντως πολύ καλή στο να υιοθετεί αυτό που θέλει η ίδια να πιστεύει. Όταν όμως ο Αίμων δηλώνει (στίχ. 692 κ.εξ.) ότι η πόλη οδύρεται γι' αυτήν και θεωρεί τις πράξεις της ως εξαιρετικά ένδοξες (εὐκλεεστάτων), πρέπει να έχει δίκιο. Κανονικά, τώρα, θα περιμέναμε ίσως από ένα Χορό γερόντων να εκφράσει αυτός τις αντιδράσεις της πόλεως. Αλλά αντιδράσεις ευνοϊκές για την Αντιγόνη δεν είναι δυνατόν να εκ φραστούν ενώ ακούει ο Κρέων, που είναι παρών σχεδόν απ' την αρχή ως το τέλος. Να δεχτούμε λοιπόν ότι η συμπάθεια του Χορού για την ηρωίδα είναι στην πραγματικότηταπολύ ισχυρότερη απ' όση τολμά να εκφράσει; Άποψη απλουστευτική, που παραβλέπει ένα παράγοντα αρ κετά σπουδαίο από δραματική άποψη. Ουσιώδη όρο αποτελεί η απομό νωση της Αντιγόνης. Για το σκοπό αυτό, ο Σοφοκλής περιέβαλε την ηρωίδα του —αν η Αντιγόνη είναι "η ηρωίδα"— με Χορό ανδρικό, κάτι που για τις περισσότερες ηρωίδες στην αρχαία τραγωδία δεν συνηθίζε ται. Κι ακόμα (για να διασφαλίσει διπλά το σκοπό του), έταξε τους άνδρες αυτούς σε μια κατάσταση όπου τους απαγορεύεται να μιλούν ελεύθερα. Αλλά ούτε κι αυτό είναι αρκετό: έπρεπε οι θεατές όπως και η Αντιγόνη να νιώσουν την έλλειψη ή το όριο της συμπάθειας. Μπο ρούμε τελικά γι' αυτό τον Χορό να πούμε ότι απαρτίζεται όχι μόνο από άνδρες (που φυσικά αποδοκιμάζουν την τόλμη μιας γυναίκας), αλλά από ευγενείς (στίχ. 843, 940), που ως μέλη του ανακτοβουλίου και προσκεί μενοι στον θρόνο (στίχ. 160-1), έχουν κάθε λόγο να ενδιαφέρονται πε ρισσότερο για τη στήριξη της εξουσίας απ' ό,τι ο κοινός λαός, για τον οποίο κάνει λόγο ο Αίμων (στίχ. 700, 733).

Η στάση του Χορού προς την Αντιγόνη κατά τη διάρκεια του κομμοῦ (στίχ. 801-882) έχει συζητηθεί πολύ. Όταν βλέπει την ηρωίδα να έρχεται βαδίζοντας προς τον θάνατο, ο Χορός δεν μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυα του και σχεδόν απολογείται γι’ αυτό, βρίσκοντας μιαν αναλογία μεταξύ της δικής του συγκίνησης και της συναισθηματικής κατάστασης του Αίμονος, που κι εκείνος, όπως και ο Χορός τώρα, εκτρέπονται από τους θεσμούς. Η δικαιολογία αυτή θα μπορούσε να είναι μια έμμεση δήλωση αφοσίωσης προς τον Κρέοντα (εάν εξακολουθεί να είναι πα ρών) ή προσήλωσης στις αρχές του ίδιου του Χορού (εάν ο Κρέων δεν είναι παρών). Οι συγκινησιακές μεταπτώσεις της Αντιγόνης είναι στενά δεμένες με τις παρεμβάσεις του Χορού.

Η Αντιγόνη είχε επιλέξει τον θάνατο (στίχ. 555), μιλούσε ήδη για τον εαυτό της ως πεθαμένη ψυχή (στίχ. 559-60), έλεγε στην Ισμήνη ότι το να πεθάνει είναι γι' αυτήν κάτι καλόν (στίχ. 72) και στον Κρέοντα ότι ο θάνατος είναι κέρδος (στίχ. 462, 464). Έδειχνε σαν να ανήκε ήδη συ ναισθηματικά στον κάτω κόσμο περισσότερο παρά στον επάνω. Και τώρα, καθώς βαδίζει προς τον θάνατο, θρηνεί. Καλεί ως μάρτυρες αυ τούς που την ακούνε· οι στίχοι που τραγουδάει λένε πως αυτό είναι το τελευταίο της ταξίδι, πως βλέπει για τελευταία φορά το φως του ήλιου· θρηνεί που θα πεθάνει ανύπαντρη,που θα πάει ως νύφη για τον Αχέροντα. Όσο συγκινητικές κι αν είναι οι εκφράσεις που χρησιμοποιούνται εδώ, τα θέματα είναι συμβατικά για άνθρωπο που βρίσκεται στη θέση της. Μήπως λησμόνησε ο Σοφοκλής την Αντιγόνη του επειδή του ήρθε η όρεξη να γράψει μια σκηνή πονεμένη; Ή μήπως πρέπει θυμηθούμε τα λόγια του Κρέοντος, ότι και οι τολμηροί ακόμα κάνουν πίσω βλέποντας να πλησιάζει ο θάνατος; Μήπως το φρόνημα της Αντιγόνης έχει καμφθεί; Και εκείνη η «τρομερή ηρωίδα» του Perrotta μήπως αποδεικνύεται τώρα μια εύθραυστη κοπέλα; Βέβαια, είναι δικαίωμα τη| να λυγίζει μπροστά στον θάνατο, που αν της το αρνηθεί κανείς, βιάζει την έννοια της συνέπειας με μία ψυχρότητα που ξεπερνάει και τον Αριστοτέλη. Όμως η τέχνη του Σοφοκλή στόχευε πολύ πιο ψηλά από μια απλή απεικόνιση ενός μάρτυρα που δειλιάζει μπροστά στην πυρά. Ένα δεδομένο έχει μεταβληθεί από την προηγουμένη εμφάνιση της Αντιγόνης: τώρα γνωρίζει τον τρόπο θανάτωσης της. Στο πρώτο ήμισυ του κομμοῦα΄ στροφή, β΄ στροφή και α΄ αντιστροφή από την Αντιγόνη, και στις ενδιάμεσες παρεμβάσεις του Χορού με ανάπαιστους— κυριαρχεί η εικόνα κάποιου που αφήνεται να πεθάνει ζωντανός.

Το να θαφτείς ζωντανός, ως ιδέα και μόνο, ανέδιδε πάντοτε μια ιδιάζουσα φρίκη για τον ανθρώπινο νου. Δεν ισχυρίζομαι βέβαια ότι αυτή η φυσική αποστροφή εξηγεί από μόνη της την αλλαγή διάθεσης της Αντιγόνης. Ας δούμε όμως πώς επενεργεί. Στην πρώτη της στροφή, η Αντιγόνη, πλάι σε άλλα θέματα, τραγουδά και για τον Άδη που τη σέρνει ζωντανή (ζῶσαν) στην όχθη του Αχέροντα. Ο τόνος της απόκρισης του Χορού έχει συζητηθεί πολύ. Όμως, τη στιγμή που τα δάκρυα του στίχ. 803 δεν έχουν ακόμη στεγνώσει, δύσκολα μπορεί αυτός ο τόνος να εκληφθεί ως εχθρικός ή σαρκαστικός (όση αποδοκιμασία κι αν εκφράζει ο Χορός). Οι Θηβαίοι γέροντες μοιάζουν να 'χουν παιδευτεί να επινοήσουν κάτι για παρηγοριά, και πιάνονται από τον εξαιρετικό τρό πο του θανάτου της ως πηγή υστεροφημίας: μόνη αυτή από τους θνητούς θα κατεβεί ζωντανή (ζῶσα) στον Άδη. Η ιδέα του να αφεθεί κάποιος στο θάνατο ζωντανός οδηγεί τις σκέψεις της Αντιγόνης στη Νιόβη. Κι εκείνη επίσης χάθηκε με ελεεινό τρόπο (λυγροτάταν ὀλέσθαι): γιατί όμως άραγε ομοιότατο με της Αντιγόνης ( με δαίμων ὁμοιοτάταν κατευνάζει); Διότι της Αντιγόνης της έχει γίνει έμμονη ιδέα η σπηλιά στα βράχια όπου καταδικάστηκε να κλειστεί. Εκεί, σαν βράχος ανάμεσα σε βράχια, ζει και η Νιόβη, με τη βροχή για δάκρυα και την πέτρα για κορμί: καμία νύξη για πέρασμα στον κάτω κόσμο. Εκεί, ανάμεσα στα βράχια, έχει σταθεί και η φαντασία της Αντιγόνης, στα μισά του δρόμου μεταξύ ζωής και θανάτου. Ο Χορός, συνεχίζοντας τη μάταιη προσπά θεια του να την παρηγορήσει, μόλις που βρίσκει τα κατάλληλα λόγια: στην αρχή, όπως σημειώνει ένας συγγραφέας, την επιπλήττει για «αλα ζονεία», ωστόσο έπειτα «συγχωρεί την υπερβολή της». Και πάλι όμως, λένε, παραείναι μεγάλη κουβέντα για μια γυναίκα ότι μοιράστηκε κλήρο ίσο με των θεών «στη ζωή κι έπειτα στο θάνατο» (ζῶσαν και έπειτα θανοῦσαν). Ίσως αυτό που την κεντρίζει, που την κάνει να νιώθει σαν να την περιγελούν και να την υβρίζουν, είναι η μνεία της ζωής και του θανάτου. Επικαλείται τους συμπολίτες της ως μάρτυρες. Μάρτυρες σε τί; Στην αποχώρηση της —και με την ετυμηγορία τίνος! — προς ένα τάφο-φυλακή, σκαμμένο στα βράχια, ένα τάφο ανήκουστο (ποταίνιον), όπου δεν θα 'χει επαφή ούτε με τους νεκρούς ούτε με τους ζωντανούς.

Αυτή είναι και η κορύφωση, με την οποία κλείνει το πρώτο ήμισυ του κομμοῦ.

Απ' όλα τα αντιθετικά δίπολα του έργου, κανένα δεν είναι τόσο επίμονο όσο αυτό της ζωής και του θανάτου. Δύο χωριστά βασίλεια, και η Αντιγόνη έχει διαλέξει το βασίλειο του θανάτου, όπου ανήκουν ήδη τα αγαπημένα της πρόσωπα. Περίμενε θάνατο δια λιθοβολισμού (στίχ. 36),ένα απότομο δραματικό πέρασμα από τον ένα κόσμο στον άλλο: και βρίσκει μπροστά της ζωή που συνεχίζεται στον τάφο, αποκομμένη κι από τους ζωντανούς κι από τους πεθαμένους, μέσα στην απόλυτη μοναξιά. Τη στιγμή αυτή, δεν βλέπει τίποτε παραπέρα.

Απευθύνεται στους ζωντανούς, αφού και η ίδια είναι ζωντανή και βλέπει ακόμη το φως (στίχ. 842)· κι είναι ίσως τα εύκολα λόγια που ο Χορός,στην αμηχανία του, βρίσκει να πει για το θάνατο της, ενόσω ακόμη η ίδια ζει, τα οποία η Αντιγόνη εκλαμβάνει (λανθασμένα) ως ύβρεις. Απευθύνεται στον Χορό: στην τροπή αυτή του δράματος δεν έχει κανέναν άλλο στον οποίο να απευθυνθεί. Ο τρόπος όμως με τον οποίο αρχίζει τις αποστροφές της είναι οπωσδήποτε μάλλον περίεργος. Είναι πολίτες της πάτριας γης της (στίχ. 806). Είναι η πόλις, προσωποποιημένη από τους πλούσιους γαιοκτήμονες της (στίχ. 843 κ.εξ.: ὦ πόλις, ὦ πόλεως πολυκτήμονες ἄνδρες). Είναι περίεργο, διότι η Αντιγόνη δεν είχε φανεί ως τώρα να νοιάζεται καθόλου για τηνπόλιν. (Έτσι και ο Κρέων φάνηκε αδιάφορος έναντι των υποχρεώσεων που απορρέουν από τους συγγενι κούς δεσμούς, και συντρίβεται με την απώλεια συγγενών του προσώ πων.) Στις τελευταίες στιγμές της επικαλείται την πόλιν ως μάρτυρα, αλλά ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται να προσφωνεί τους Γέροντες που εκπροσωπούν αυτή την πόλιν δεν είναι και ο πλέον αυτονόητος: τους ονομάζει «άνδρες της πόλεως, άνδρες πλούσιους σε κτήματα». Το οποίο θα μπορούσε να εκληφθεί ως σημάδι για τους θεατές ότι εδώ πρόκειται για εκπροσώπους του "κατεστημένου" — πιο κάτω θα τους προσφωνή σει «άρχοντες της Θήβας» (στίχ. 940). Πώς τους βλέπει όμως η Αντιγόνη; Ως πλούσιους αρχηγούς μεγάλων αριστοκρατικών οικογενειών (όπως η δική της),που θα έπρεπε να ευαισθητοποιηθούν στα δικαιώματα των φίλων, στα παραδεδομένα τελετουργικά ταφής, στους πανάρχαιους νό μους. Εξ ου και αποτείνεται προς αυτούς, αλλά μάταια, όπως νιώθει και η ίδια.

Ο Χορός έχει κληθεί ως μάρτυρας. Τί μπορεί να πει; Τί μπορεί να σκέφτονται αυτοί οι ευσεβείς γέροντες, με την παραδοσιακή ανατροφή, για τονποταίνιον τάφον, και μάλιστα για την εγκατάλειψη του Πολυνεί κη άταφου; Για τα θέματα αυτά δεν μπορούν να μιλήσουν ανοιχτά. Με το τραγούδι όμως προσπαθούν να δώσουν μια εξήγηση, που μπορεί επίσης να θεωρηθεί και ως αιτιολόγηση, για όσα συμβαίνουν στην Αντι γόνη. Στοχασμός και γλωσσική διατύπωση θυμίζουν Αισχύλο. Η Αντι γόνη ζήτησε τη μαρτυρία τους για το τί λογής νόμοι ήσαν αυτοί που επέβαλαν το μαρτύριο της: και οι Γέροντες προσφέρουν μια εξήγηση με τους όρους της παραδεδομένης θρησκείας. Η εξήγηση τους χωρίζεται σε δύο μέρη.

Παίρνοντας μια λέξη που είχε μεταχειριστεί ο Κρέων (στίχ. 580, 752), τραγουδούν για το θράσος της, τον ύψιστο βαθμό του θράσους της· για την υπέρμετρη τόλμη με την οποία προσέκρουσε στο βάθρο του υψηλού βωμού της Δικαιοσύνης (Δίκας). Άρα, εξυπακούεται, η τιμωρία ήταν φυσικό επακόλουθο. Ταυτίζουν και πάλι τη δικαιοσύνη με τους νόμους του κράτους (που εξισώνονται άραγε με τα διατάγματα του κάθε Κρέο ντος;), όπως τα εταύτιζαν και πριν (πρβλ. στίχ. 368-9), χρησιμοποιούν όμως μια μεταφορική έκφραση που ανακαλεί την προσωποποίηση: η Δίκη είναι μια θεά με βωμό,κι έτσι υπενθυμίζεται βέβαια στους θεατές ότι το θράσος της η Αντιγόνη το είχε θέσει στην υπηρεσία αυτής ακριβώς της Δίκης που συνοικεί με τουςκάτω θεούς (στίχ. 451). Ο Σοφοκλής προχωρεί προς τη σχέση ή την έλλειψη σχέσης μεταξύ Αντιγόνης και θεών, που θα είναι η κυρίαρχη ιδέα κατά την έξοδο της ηρωίδας.

Το δεύτερο μέρος της ερμηνείας, την οποία προσφέρει ο Χορός μέσα σε τέσσερις εν όλω στίχους, αποτελείται από ένα και μόνο στίχο. Όσο αυστηρό κι αν είναι το θέμα τους, δεν μπορεί να νιώθουν εχθρότητα για την κοπέλα που αποκαλούν τέκνον (στίχ. 855). Κάθε παιδί όμως έχει και πατέρα,και με το τέκνον φθάνουν στον τελευταίο στίχο του συστήματος: «αλλά μ’ αυτή σου τη δοκιμασία πληρώνεις ίσως για κάποιον πατέρα» (πατρῷον δ' εκτίνεις τιν' ἄθλον, στίχ. 856). Η σκέψη τους κινείται ίσως κάπως έτσι: Πώς έγινε άραγε κι έφτασε αυτή η νέα κοπέλα σε τέτοιο σημείο αποκοτιάς —προς λύπη τους—, ώστε να στρέψει τη μοίρα ενα ντίον της; Πρέπει να είναι συνέπεια κάποιας δυσμενούς κληρονομικό τητας — κι αυτό το νιώθουν σαν ένα είδος κολασμού. Το θέμα εισάγεται για πρώτη φορά σ' αυτή τη σκηνή, όχι όμως και στο έργο.

Τα λόγια του Χορού έχουν καταπληκτικό αποτέλεσμα στην Αντιγόνη. Σαν να γκρεμίζεται ένα φράγμα μέσα της και απελευθερώνει ένα νέο κύμα συγκίνησης. Στο πρώτο μέρος του κομμοῦ η φαντασία της δεν μπορούσε να υπερβεί την κατάσταση μεταξύ ζωής και θανάτου στον βραχόσκαφτο τάφο και να αναπαυθεί στη σκέψη του άλλου κόσμου. Τώρα μπορεί και πάλι να μιλήσει για τον εαυτό της ως μελλοντικό συγκάτοικο (μέτοικον) των νεκρών της. Δεν φρίττει πλέον με την απο μόνωση του τάφου αλλά με τον ίδιο της τον εαυτό, έτσι όπως έχει πιαστεί σε μια τρομερή αλυσίδα θανάτου με τον πατέρα, τη μητέρα και τον αδελφό της. Ολόκληρο το συγκινησιακό υπόβαθρο της κατάστασης και της δράσης της βγαίνει σαν χείμαρρος (με λέξεις που μοιάζουν σαν σχολιασμός του πρώτου της λόγου στο έργο), καθώς ακούμε την έκφρα ση της οδύνης της, τους επανειλημμένους της θρήνους για τις αμαρτίες (ἆται) που συνόδεψαν τη γέννηση της. Νιώθει και η ίδια πως τη βα ραίνει μια κατάρα (αραιός·)· καρπός μιας αιμομεικτικής ένωσης, πεθαί νει χωρίς η ίδια να ενωθεί με δεσμά γάμου (άγαμος). Τέσσερις όροι σχετικοί με γάμο υπάρχουν σ' αυτή την αντιστροφή: άγαμος (στίχ. 867), που επανέρχεται ως ἀνυμέναιος (στίχ. 876)· λίγους στίχους πιο κάτω (891), σε μια αποστροφή, θα ονομάσει τον τάφο της νυφική παστάδα. «Μπορούμε να φτάσουμε σε παρατραβηγμένα συμπεράσματα», γράφει ένας σχολιαστής, «ξεκινώντας από τους θρήνους της Αντιγόνης για το γάμο που δεν πρόκειται ποτέ να γνωρίσει. Κατά μέγα μέρος, είναι συμβατικοί για κάποιον στη δική της κατάσταση. Συγκρίνετε τη Μακα ριά». Αλλά για τη Μακαριά, καθώς και για τις περισσότερες κοπέλες που πεθαίνουν άγαμες, εικάζεται ότι ο σύντροφος του οποίου την απώ λεια θρηνούν είναι υποθετικός: όχι όμως και για την Αντιγόνη, η οποία είχε μνηστευθεί τον Αίμονα σε μια ένωση που η Ισμήνη τουλάχιστον φαίνεται πως θεωρούσε καλοταιριασμένη· μάλιστα ο Αίμων πήρε μέ ρος νωρίτερα σε μία από τις σκηνές του έργου και η αγάπη του για την Αντιγόνη επιβεβαιώθηκε από τον Χορό με όλη τη δύναμη του Σοφόκλειου λυρισμού. Το λεξιλόγιο του γάμου ακούστηκε επίσης, επίμονα, στην αρχή του κομμοῦ. Ήταν άραγε ερωτευμένη η Αντιγόνη; Ο Σοφοκλής έκανε τα πάντα για να διερωτηθούμε, αλλά δεν μας έδωσε την απάντηση. (Στην πραγματικότητα οδηγούμαστε να θέσουμε ένα είδος ερωτήματος, κατ’ ουσίαν αναπάντητου, το οποίο γενικά θεωρείται και αταίριαστο με την κρι τική ενός αρχαιοελληνικού θεατρικού έργου.) Οποιαδήποτε συναισθήματα κι αν έτρεφε η Αντιγόνη για τον Αίμονα, τα θυσίασε στην αγάπη και στο καθήκον της προς την οικογένεια της και προς τον Πολυνείκη. Και με τον Πολυνείκη ακριβώς τελειώνει η αντιστροφή της Αντιγόνης.

«Με το θάνατο σου», τραγουδά η Αντιγόνη (στίχ. 871), «κατέστρεψες τη ζωή μου». Και ο Χορός ξέρει πώς έγινε αυτό. Με μία κρυπτική, αμήχανη φράση (σέβειν μέν εὐσέβεια τις) αναγνωρίζει δειλά το σεβα σμό που επέδειξε η ηρωίδα. Ναι, είναι βέβαια ένα είδος ευσέβειας αυτό. Τί γίνεται όμως άραγε, όταν έρχεται σε σύγκρουση με μια ανταγωνιστι κή αξίωση στο σέβας; Μια αξίωση που υποστηρίζεται από την εξουσία; Ο Χορός εγκαταλείπει την αυστηρή αλλά υψηλή θρησκευτική θεώρηση του τελευταίου μικρού του τραγουδιού και παίρνει θέση ως προς την ωμή αλήθεια της εξουσίας, της εξουσίας του Κρέοντος (ὅτῳ κράτος μέλει). Το θέμα της κληρονομικής ενοχής, που είχαν θίξει οι Θηβαίοι γέροντες και που η Αντιγόνη είχε πάρει από εκείνους, δεν το συνεχίζουν ανοιχτά, όταν όμως τραγουδούν για την «ξεροκεφαλιά» που την κατέ στρεψε (αὐτόγνωτος... ὀργά), αναπόφευκτα σκεπτόμαστε πως καθόλου δεν αποκλείεται να έχουν στο νου τους την κληρονομιά της από τον Οιδίποδα (στίχ. 471-2).

Ο κομμός ολοκληρώνεται με μια σύντομη στροφή, στην οποία η Α ντιγόνη αποχαιρετά και πάλι τον κόσμο του φωτός, θρηνεί και πάλι που πάει άκλαυτη (πρβλ. στίχ. 847), χωρίς φίλους (αφού και η Ισμήνη δεν μετράει πια), ανύπαντρη (αφού δεν πρόκειται να έχει τον Αίμονα). Η μοίρα της είναι να πεθάνει χωρίς ούτε ένα φίλο που να κλάψει γι’ αυτήν. Είναι εντελώς απομονωμένη. Μιλάει τώρα ο Κρέων, επιμένο ντας ακριβώς στην απομόνωση της,την απομόνωση όμως στον τάφο όπου θα κλειστεί ζωντανή. Όταν λέει (στίχ. 887 κ.εξ.) ότι θα της στερή σουν την επικοινωνία (μετοικίαν) με τον επάνω κόσμο, δεν μπορούμε να μη θυμηθούμε ότι νωρίτερα η Αντιγόνη έβλεπε το θάψιμο της ζωντα νής ως στέρηση της επικοινωνίας και με τους δυο κόσμους, αλλά επίσης ότι είχε τραγουδήσει πως πήγαινε να κατοικήσει (μέτοικος) ανάμεσα στους νεκρούς μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα της. Με τους πεθα μένους της στη σκέψη μπορεί τώρα να δει τον τάφο σαν ένα πέρασμα που θα τη φέρει σ' εκείνους, στο βασίλειο της Περσεφόνης· μέσα στον εκτενή της λόγο σε τρίμετρα ξανακούγονται νότες από τον Πρόλογο. Έστω κι αν πεθαίνει πρόωρα, έχει όμως ακόμα ζωηρή την ελπίδα ότι, όταν φτάσει εκεί, θα ‘ναι προσφιλής στον πατέρα, στη μητέρα και στον αδελφό της τον Πολυνείκη, του οποίου το άταφο σώμα φροντίζοντας κέρδισε τέτοια ανταμοιβή.

Στο σημείο αυτό, το τέρας ορθώνεται στο δρόμο του σχολιαστή. Ό πως διαβάζεται το κείμενο στα χειρόγραφα, η Αντιγόνη υποστηρίζει τώρα με επιχειρήματα ότι αυτό που έπραξε θα το έπραττε μόνο για αδελφό, και επιχειρηματολογεί με σκεπτικό παρόμοιο με της γυναίκας του Ινταφέρνη(Ηρόδοτος 111,119), η οποία διάλεξε να σώσει τον αδελ φό της παρά το σύζυγο ή ένα από τα παιδιά της. «Αυτό το περίφημο χωρίο», γράφει ο Jebb,«παρέχει για την κριτική μιαν από τις πιο ενδια φέρουσες ασκήσεις σε ολόκληρη την αρχαία λογοτεχνία». Ενδιαφέρου σες, ναι, αλλά που σε παλαβώνουν.Το χωρίο υπήρχε στο κείμενο του Αριστοτέλη. Το θέμα επομένως είναι αν υπάρχουν αρκετά απαράδεκτα στοιχεία στο ύφος και στο περιεχόμενο των στίχ. 904-20 (διότι αυτοί οι στίχοι πάνε όλοι μαζί, είτε γίνουν αποδεκτοί είτε αθετηθούν) ώστε να κάνουν λιγότερο απίθανο το ενδεχόμενο ο Αριστοτέλης να είχε υπόψη του κείμενο νοθευμένο με παρεμβολή. Η κοινή γνώμη των φιλολόγων είναι σχεδόν διαιρεμένη στα δυο, με ηχηρά ονόματα και από τις δυο πλευρές, αλλά και με μια τάση υπεράσπισης του χωρίου προσφάτως. Αναποφάσιστα άτομα, όπως ο υποφαινόμενος συγγραφέας, ταλαντεύ τηκαν επανειλημμένα μεταξύ της μιας και της άλλης άποψης, θα πω απλώς ότι τώρα θεωρώ το χωρίο νόθο, για λόγους μάλιστα εντελώς υποκειμενικούς. Οι πρώτοι δεκατρείς στίχοι της τελικής ρήσης της Αντι γόνης (στίχ. 891-903) θα μπορούσαν να σταθούν ως υπόδειγμα Σοφόκλειας ρητορικής, φτασμένης στο υψηλότερο σημείο δεξιοτεχνίας, βαθιά συγκινητικής και χωρίς εμφανές ίχνος προσπάθειας. Οι τελευταίοι οκτώ στίχοι, με τον δικό τους, διαφορετικό τρόπο, δεν υπολείπονται. Μπορεί άραγε να λεχθεί το ίδιο και για το ενδιάμεσο τμήμα, με τη συνεστραμμένη πορεία του επιχειρήματος και την αδέξια φρασεολογία; Εάν όχι, μπορούν άραγε τα γνωρίσματα αυτά να εξηγηθούν τάχα από την ταραγ μένη ψυχική κατάσταση της Αντιγόνης; Αμφιβάλλω.

Η Αντιγόνη πεθαίνει κάκιστα (στίχ. 895). Προσβλέπει στην αγάπη, με την οποία θα την υποδεχθούν στον κάτω κόσμο. Σε τί άλλο μπορεί πια να στραφεί; Όχι στους θεούς, αφού αυτοί δεν πρόκειται να κινηθούν για χάρη της. Μήπως διότι παρέβη κάποιο θεϊκό δίκαιο; Υπήρξε ευσεβής και το μόνο που κέρδισε ήταν η φήμη της δυσσεβείας. Αν αυτοί είναι οι κανόνες των θεών, τότε από τη δοκιμασία της θα καταλάβει το λάθος της· αν το λάθος είναιδικό τους (και εννοεί "των διωκτών" της), η χειρότερη τους τιμωρία ας είναι η αδικία που διέπραξαν εις βάρος της.

Ο Χορός αναγνωρίζει τον τόνο των λεγομένων της, ίσως καλύτερα απ' ό,τι μερικοί σύγχρονοι ερμηνευτές. «Ακόμα οι ίδιες ριπές των ίδιων ανέμων της ψυχής τη διαφεντεύουν αυτήν» (στίχ. 929-30). Είναι ακόμα η ίδια Αντιγόνη που αντιμετώπισε τις απειλές του Κρέοντος, το φρόνημα της είναι ακόμα αλύγιστο· με την αγανάκτηση του αδικημένου μάλλον παρά με τη σύγχυση του συντετριμμένου, μέσα στην έσχατη και ολοκλη ρωτική της απομόνωση, ορθώνει με τόλμη το ανάστημα της προς τους θεούς και, πιασμένη στα γρανάζια της μοίρας, δικαιολογεί ακόμα την πράξη της. Είναι η ίδια Αντιγόνη που, αὐτόγνωτος ακόμα, θα συντομέψει την αγωνία της και τη συνάντηση της με τους αγαπημένους της νεκρούς, αυτοκτονώντας. Τις τελευταίες της λέξεις τις εκφωνεί ως γνή σια βασιλοπούλα του βασιλικού οίκου του πατέρα της. Επικαλείται τη θηβαϊκή γη, ως την πόλη του πατέρα της,τους θεούς, ως προγόνους της, και τον Χορό, ως τους άρχοντες της Θήβας, να προσμαρτυρήσουν όλοι τί υποφέρει, και από τί λογής ανθρώπους, τήν εὐσεβίαν σεβίσασα.

Η πομπή αποχωρεί· η Αντιγόνη δεν ξαναεμφανίζεται στο έργο. Ο Χορός τραγουδά ένα αινιγματικό άσμα, που είναι μοιρασμένο μεταξύ της Αντιγόνης και του πολεμίου της. Κι αυτό διότι οι παραλληλισμοί που κάνει ο Χορός σχετίζονται όχι μόνο με το επικείμενο τέλος της, αλλά επίσης εν μέρει και ίσως στο σύνολο τους, με τα παραπτώματα του Κρέοντα. Μετά το χορικό έρχονται ο Τειρεσίας, η μάταιη μεταστροφή και η τιμωρία του Κρέοντος, του οποίου ολοκληρώνεται η τραγική καταστροφή. Και μ’ αυτό μπορούμε να ξαναγυρίσουμε στο πρώτο μας ερώτημα: ποιο είναι άραγε ο "ήρωας", ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου;

Κακό μεν εκ πρώτης όψεως το ερώτημα, μπορεί ωστόσο να επιδέχεται μια ενδιαφέρουσα απάντηση. Είναι κακό, στο μέτρο που υπονοεί ότι πρέπει πάση θυσία να βρούμε κάποιον κεντρικό χαρακτήρα. Ο στόχο9 της ανασκόπησης που προηγήθηκε ήταν, κατά ένα μέρος, να δείξει πόσο βαθιά και στερεή είναι η δημιουργία χαρακτήρων σ' αυτό το έργο. αντιπαράθεση μεταξύ Κρέοντος και Αντιγόνης είναι αντιπαράθεση προσώπων και οφείλει πολλά από το δραματικό της αποτέλεσμα σ' αυτό το γεγονός. Η ισορροπία κρατιέται καλά. Επίσης, εάν αυτό το έργο προ βάλλει μεγάλα θέματα —ταφή και παράλειψη της ταφής, οικογένεια και κράτος, φίλοι και εχθροί—, τα προβάλλει μέσα από τις αντιτιθέμενες στάσεις των δυο δραματικών προσώπων που είναι απαραίτητα για την εκδίπλωσή του. Υπάρχουν βέβαια αντιδιαμετρικοί πόλοι στη δομή του έργου, αλλά δεν μπορούμε να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα μας με βάση αυτούς και μόνο, ή καταγράφοντας κάθε φορά ποιος έχει δίκιο και ποιος άδικο, ποιος ζει και ποιος πεθαίνει. Είναι δυο τραγωδίες που εκτυλίσσονται ταυτόχρονα: η τραγωδία του Κρέοντος και η τραγωδία της Αντιγόνης. Γιατί άραγε έχουν επιμείνει τόσο πολλοί φιλόλογοι στα πρωτεία της Αντιγόνης; Υπάρχει μία απάντηση απλή, επαρκής και με νόημα - αν και ίσως φανεί κάπως ωμή, όπως θα δοθεί τώρα: η τραγωδία του Κρέοντος είναι"Αισχύλεια", ενώ η τραγωδία της Αντιγόνης είναι εκείνη που ανοίγει τα μεγάλα Σοφόκλεια θέματα.

Για την Αισχύλεια διάσταση της τραγωδίας του Κρέοντος έχουν ήδη ειπωθεί αρκετά. Ο Κρέων ασεβεί και τιμωρείται· δείχνει αλαζονεία και ταπεινώνεται· τυφλώνεται από αλόγιστο πάθος και καταστρέφεται. Λεν εννοώ φυσικά μ' αυτό ότι το ύφος με το οποίο ο Σοφοκλής πραγμα τεύεται τον χαρακτήρα του Κρέοντος είναι Αισχύλειο, αφού στη σχέση του χαρακτήρα με τη δράση, από τη μια, και με τα παθήματα του, από την άλλη, υπάρχουν σύνθετοι παράγοντες που δεν πρέπει να περιμένου με πως θα βρούμε στον Αισχύλο. Κι αυτό ισχύει επίσης για τη σχέση του χαρακτήρα με τους θεούς. Ο Κρέων πιστεύει στους θεούς, κι όμως η καταδίκη του είναι η καταδίκη ενός θεομάχου. Αν το έργο έχει ερμηνευ θεί ορθά, ο Κρέων έχει ανοίξει δύο μέτωπα με τους θεούς: πρώτον, με το να εναντιωθεί στις δυνάμεις και στα δίκαια των νεκρών (παρ’όλο που το φάσμα του Διός, αναμφισβήτητου επόπτη και των δύο κόσμων, προβάλλει στο βάθος), κάτι για το οποίο καταδικάζεται ρητά από τον Τειρεσία και από τον Χορό. Δεύτερον, με το να εναντιωθεί στη δύναμη μιας μεγάλης αρχής στον κόσμο των ζωντανών — στη δύναμη του ερω τικού πάθους. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι σε καθεμιά απ' τις δύο πε­ριπτώσεις ο Κρέων προσβάλλει ανθρώπινα συναισθήματα και προσω πικές σχέσεις: τα συναισθήματα μιας οικογένειας για τους νεκρούς της και τη συναισθηματική σχέση μεταξύ δύο ερωτευμένων ανθρώπων. Μ πορεί να πιστεύει στους θεούς, αλλά τους ταυτίζει με το συμφέρον του κράτους ενώ, σε τελική ανάλυση, ταυτίζει το κράτος με τον εαυτό του, τη φιλοδοξία του και την εξουσία του. Βλέπουμε χαρακτήρα και δράση σε μια τέλεια ισορροπία:τυπικό επίτευγμα του Σοφοκλή. Είναι ένα εξαίρετο δραματικό θέμα που αναπτύσσεται αποτελεσματικά.

Συζητώντας, πάντως, τα διακριτικά γνωρίσματα ενός ήρωα του Σο φοκλή, κανένας μάλλον δεν πρόκειται να σταθεί για πολύ στον Κρέοντα. Διότι,όπως παρατήρησε ο Knox, αποδεικνύεται ότι ο Κρέων δεν δια θέτει την έσχατη εκείνη ακλόνητη προσήλωση του ήρωα: στο τέλος λυ γίζει, ενώ η Αντιγόνη, όπως κι οι άλλοι ηρωικοί χαρακτήρες, παραμένει ως το τέλος αλύγιστη. Πλάι στον Αίαντα, την Ηλέκτρα και τον Φιλοκτή τη, μόνο η Αντιγόνη μπορεί να σταθεί, από την ομώνυμη τραγωδία, θέτοντας κι αυτή όπως κι εκείνοι, με το δικό του διαφορετικό τρόπο ο καθένας, ερωτήματα για τη φύση του ηρωισμού, για τη δυνατότητα του να επιβιώσει μέσα σ' ένα κόσμο που καθόλου δεν τον ευνοεί, και για τη σχέση του με τη θεϊκή εξουσία. Η δική της η στάση απέναντι στα μεγάλα ζητήματα είναι η αληθινά σημαντική, ενώ η στάση του Κρέοντος καμία πρωτοτυπία δεν παρουσιάζει, και ηθελημένα την μειώνει ο δραματουρ γός. Η Αντιγόνη είναι εκείνη που υπερασπίζεται τα ιερά και τα όσια της οικογένειας και κατ' αυτό τον τρόπο αποδεικνύεται καλύτερο μέλος της πόλεως απ' ό,τι ο Κρέων. Μάχεται πάνω στο προπύργιο της φιλίας, μ' έναν υπέρτατο ηρωικό σκοπό, που (όπως υποστηρίζεται)βρίσκεται πολύ πιο πέρα από μια θαρραλέα περιφρόνηση της εξουσίας, κι ωστόσο δεν μπορεί ν' αποφύγει τις συγκρούσεις που είναι εγγενείς στον κώδικα της. Και θέτει ένα ερώτημα θεοδικίας πιο διεισδυτικό απ' οποιοδήποτε άλλο στα έργα του Σοφοκλή. Είδαμε δε πώς το θέτει, στα τελευταία της λόγια.

Το καταληκτικό σχόλιο του έργου δεν έχει ως στόχο την Αντιγόνη ούτε έχει ως αφορμή τη μοίρα της ηρωίδας. Δεν έχει καμιά σχέση με την Αντιγόνη, εκτός εάν, όταν ο Κορυφαίος κάνει λόγο για την υποχρέωση «σε τίποτε να μην ασεβούμε έναντι των θεών», θυμηθούμε πώς βάδισε η Αντιγόνη προς τον θάνατο με την υπερήφανη πεποίθηση ότι υπηρέτησε την υπόθεση της ευσέβειας. Είναι μια πεποίθηση που δεν μπορούμε να της την αρνηθούμε. Ποια δίκαιη επιταγή των θεών παρέβη (στίχ. 921); Καμία. Κι όμως, παρά την εκδίκηση που παίρνουν οι θεοί για το χαμό της, δεν αποτρέπουν κιόλας αυτό τον χαμό σώζοντας την. Το θέαμα μιας γυναίκας, που πεθαίνει με τρόπο ντροπιαστικό και υπό το βάρος της κατηγορίας της ασέβειας, ενώ καμία παράβαση θεϊκού νόμου δεν έχει διαπράξει —κάθε άλλο!—, όχι μόνο δικαιολογεί την αγανακτισμένη της διαμαρτυρία, αλλά σίγουρα καλεί ποιητή και θεατές να σκεφτούν σοβα ρά τί κόσμος είναι άραγε αυτός όπου συμβαίνουν τέτοιες εκτροπές.

Απομένει ν' αναφερθεί μία ακόμη όψη της αντίθεσης Κρέοντος και Αντιγόνης· κι εδώ ανήκει ένα θέμα —κι ένα σημαντικό χορικό— που δεν συζητήσαμε. Η Αντιγόνη βαδίζει με αρχοντιά προς το χαμό της· ο Κρέων πέφτει στο δικό του χαμό, από τον ελεεινό του κατήφορο. Γιατί άραγε ήρθαν έτσι τα πράγματα; Οι ατραποί της αιτιότητας διακλαδίζονται πολυειδώς, ανάλογα με τις περιστάσεις και τους χαρακτήρες. Μοίρα του Κρέοντος ήταν να βρεθεί αντιμέτωπος με μία Αντιγόνη· της Αντιγόνης, να αντιμετωπίσει ένα Κρέοντα, μέσα σε μία κατάσταση που προκάλεσε τη μοιραία σύγκρουση. Η προϊστορία του Κρέοντος ελάχιστα ενδιαφέ ρει: δραματικά, είναι δεδομένος, όπως τον βρίσκουμε, αντίθετα από την Αντιγόνη, στης οποίας το κληρονομικό ιστορικό δίδεται έμφαση. Είναι αυτή που είναι, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, διότι είναι κόρη του πατέρα της κι έχει πάρει από εκείνον μια τάση που ο Χορός τη βλέπει σαν «τραχύτητα» (τό γοῦν λῆμ' ὠμόν ἐξ ὠμοῦ πατρός, στίχ. 471-2) — τάση κληρονομημένη από ένα Οιδίποδα άγνωστον σ' εμάς. Και δεν είναι μόνο κόρη του Οιδίποδος η Αντιγόνη, αλλά μέλος ενός βασιλικού οίκου με βεβαρυμένο ιστορικό από συμφορές· σ' αυτό ακριβώς το θέμα αφιέ ρωσε ο Σοφοκλής το Β' Στάσιμο του έργου. Εκεί γίνεται λόγος για το Δία, την Ερινύα και την παραδοσιακή έννοια της ατής. 'Οταν πια η Αντιγόνη έχει αποχωρήσει από τη σκηνή για να οδηγηθεί στον τάφο όπου θα την κλείσουν ζωντανή, ο Χορός τραγουδά, στο Δ' Στάσιμο, για τις Μοίρες και παρεμφερή θέματα. Το επόμενο αντικείμενο που θα εξετάσουμε είναι λοιπόν η μοίρα στον Σοφοκλή, ώστε από εκεί να οδηγηθούμε στον Οἰδίποδα Τύραννον.