Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

Εθνη-κράτη και πολυπολιτισμικότητα


Ανθρωπολογία
Η σύγχρονη Ευρώπη αποτελεί αναμφισβήτητα ένα παράδειγμα πολυεθνικής και πολυπολιτισμικής συνύπαρξης, κοινωνικού και πολιτιστικού πλουραλισμού. Το φαινόμενο αυτό θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως το αποτέλεσμα της διαπλοκής δύο εκ διαμέτρου αντίθετων πόλων, της λογικής της ενοποίησης και της λογικής της διάσπασης. Παρατηρούμε τη διαιώνιση εθνικών και πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων, ενώ παράλληλα υπάρχει μια έξαρση εθνικών ταυτοτήτων που οδηγεί σε ακραίες εκδηλώσεις ξενοφοβίας. Ταυτόχρονα, διαπιστώνουμε ότι ενώ είναι αδιαμφισβήτητη μια συνεχώς διευρυνόμενη ευρωπαϊκή συνείδηση σε όλο και μεγαλύτερα πληθυσμιακά στρώματα, μειονοτικοί πληθυσμοί και περιοχές με πολιτισμική ιδιαιτερότητα διεκδικούν όλο και ευρύτερη αναγνώριση και αυτονομία. Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε και να κατανοήσουμε αυτά τα εκ πρώτης όψεως αντιφατικά φαινόμενα; Πώς αντιδρούν τα έθνη-κράτη και πόσο κινδυνεύει η αναγνώριση-ανεκτικότητα από την εδραιωμένη οικονομικο-κοινωνικο-πολιτική πραγματικότητα; Απειλείται το αίτημα της πολυπολιτισμικότητας μέσα στα πλαίσιά τους ή αντίθετα, η ύπαρξή τους συνάδει με τα αιτήματά της; Σ΄ αυτά τα ερωτήματα προσπαθεί να απαντήσει το παρόν δοκίμιο. Για να κατανοηθούν καλύτερα οι σημαντικές αλλαγές που προέκυψαν στο οικονομικο-πολιτικό πλαίσιο είναι ανάγκη να επιχειρηθεί μια αναδρομή στην εποχή της συγκρότησης του έθνους-κράτους.


Μπορούμε να εντοπίσουμε τις απαρχές του νεότερου κράτους στην ανάδυση κατά τον 15ο και 16ο αιώνα στην Ευρώπη ενός συστήματος συγκέντρωσης της εξουσίας, το οποίο κατόρθωσε να υποτάξει πνευματικούς και κοσμικούς θεσμούς καθώς και ομάδες. Αργότερα, η άνοδος της απόλυτης μοναρχίας συμβάδισε με τη συγκρότηση του σύγχρονου κράτους. Στηριζόμενη στα πλούτη που απέφεραν οι ανακαλύψεις, το εμπόριο και η φορολογία, συντηρούσε ισχυρό γραφειοκρατικό μηχανισμό και μορφωμένη υπαλληλία, μέσω των οποίων ασκούσε την εξουσία της. Επιπλέον διατηρούσε ετοιμοπόλεμο μισθοφορικό στρατό για την επιβολή της τάξης στο εσωτερικό και για επεκτατικούς πολέμους στο εξωτερικό. Η απόλυτη μοναρχία έφθασε στο απόγειό της στη Γαλλία και ο «ελέω Θεού» μονάρχης ανέλαβε προσωπικά τη διοίκηση ολόκληρου του κρατικού μηχανισμού συγκεντρώνοντας στα χέρια του όλες τις εξουσίες. Η ιδεολογία του Διαφωτισμού περί ελευθερίας, ισότητας και αδελφοσύνης όλων των ανθρώπων είχε στόχο κυρίως τη μεσαία τάξη που σταδιακά ισχυροποιείται.


Η Γαλλική Επανάσταση, έδωσε ιδεολογίες όπως ο φιλελευθερισμός, ο εθνικισμός και ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός, καθώς και το δικαίωμα των εθνών για αυτοδιάθεση, που σημάδεψε οριστικά τη μετέπειτα πορεία του κόσμου. Η ιδέα του έθνους κράτους προβλήθηκε ως πρότυπο συστήματος πολιτικής οργάνωσης. Με τη συγκρότησή του κατάφερε να απορροφήσει την πολιτική και την οικονομική επιρροή των τοπικών παραγόντων, να αποκτήσει μεγάλη πολιτική και στρατιωτική δύναμη, ενώ τα σύνορά του ήταν ιερά και απαραβίαστα.

Τα εθνικά κράτη μπορούσαν να προκύψουν είτε μέσω της ενοποίησης πολιτικά κατακερματισμένων εθνών, είτε μέσω της απόσχισής τους από ένα πολυεθνικό κράτος. Σε κάθε περίπτωση όμως το έθνος έπρεπε να συμπίπτει με το κράτος. Αυτή η αξίωση ήταν η βάση των εθνικών κινημάτων που αναπτύχθηκαν σε πολλές χώρες της Ευρώπης, προπάντων στα πολυεθνικά κράτη, με αποκορύφωμα την «άνοιξη των λαών». Προϋπόθεση για τη δημιουργία, ή έστω για τη διατήρηση και την ενίσχυση ενός εθνικού κράτους ήταν η καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης. Ήταν ο νέος ισχυρός δεσμός συνοχής ανάμεσα στους πολίτες, που δημιουργούσε αίσθημα ασφάλειας και αλληλεγγύης. Η εδραίωσή της ως κύριας δημόσιας υποχρέωσης όλων των μελών μιας εθνότητας ήταν μια μακρόχρονη διαδικασία που συνδέθηκε με διάφορες κοινωνικές διεργασίες και εκδηλώσεις. Η ανάπτυξη της εκπαίδευσης σε όλες τις βαθμίδες, ο αλφαβητισμός σε μια κοινή γλώσσα, η υποχρεωτική στράτευση, τα εθνικά σύμβολα και οι εθνικές γιορτές, συνέβαλαν στη διάδοση του εθνικισμού. Στις περιπτώσεις που η «εθνική οικοδόμηση» δεν επιτυγχανόταν με τα γνωστά εργαλεία, τα κράτη κατέφευγαν σε δραστικότερα μέτρα όπως η εθνοκάθαρση, η κατάκτηση, ο εποικισμός. Άλλωστε η κυριαρχία των εθνών κρατών κατά το τέλος του 19ου αιώνα σφραγίστηκε από τον αποικιακό ανταγωνισμό, που όξυνε τις αντιπαραθέσεις και τους ανταγωνισμούς μεταξύ τους. Το έθνος κράτος λοιπόν, προϊόν της νεωτερικότητας, είναι μια «κατασκευή» που δημιουργήθηκε για να προάγει μια κοινή εθνική ταυτότητα, την αναζήτηση του κοινού αγαθού, την πεποίθηση ότι ο διπλανός μας είναι «ένας από εμάς», την προθυμία να θυσιαστούμε για την πατρίδα.

Ωστόσο, η άνοδος του εθνικισμού άλλαξε τις συνειδήσεις των ευρωπαίων και αύξησε την επιθυμία τους για εθνικό μεγαλείο. Τα εθνικιστικά συναισθήματα ευνόησαν τη δημιουργία μιας φιλοπόλεμης ατμόσφαιρας, που συντέλεσε στο ξέσπασμα του Α΄ παγκόσμιου πολέμου. Στο τέλος του είχαν καταρρεύσει τέσσερις ιστορικές αυτοκρατορίες, στα εδάφη των οποίων δημιουργήθηκε μια σειρά νέων εθνικών κρατών, αν και με πολυάριθμες μειονότητες στα εδάφη τους, και είχε σημειωθεί μια μεγάλη κοινωνική επανάσταση στη Ρωσία. Ο επαναπροσδιορισμός της Ευρώπης βάση της αρχής των εθνοτήτων, που κυριάρχησε κατά την κατανομή των εδαφών, καθώς και η επιλεκτική εφαρμογή του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης των εθνών, προκάλεσαν αντιπαραθέσεις και αμφισβητήσεις που έφθασαν μέχρι τις μέρες μας.

Κατά το μεσοπόλεμο, απολυταρχικά, μοναρχικά και φασιστικά καθεστώτα έκαναν την εμφάνισή τους, ως μόνη εναλλακτική λύση απέναντι στην πολιτική αστάθεια και στα εθνικά αδιέξοδα. Ο Β΄ παγκόσμιος πόλεμος σημάδεψε την Ευρώπη, εκτός των άλλων, με τις μαζικές και συστηματικές εξοντώσεις των «υπάνθρωπων». Η λήξη του πολέμου έφερε, αφενός τον διπολισμό, αφετέρου, το όραμα του Μάρσαλ ότι τα κοινά κοινωνικά δικαιώματα θα συνέδεαν με τον κοινό εθνικό πολιτισμό τις ομάδες που πριν ήταν αποκλεισμένες απ’ αυτόν, δημιουργώντας έτσι μια πηγή εθνικής ενότητας και αφοσίωσης. Στα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι σήμερα, ως επιστέγασμα των αλλαγών φαίνεται να συντελείται σε υπερκρατικό επίπεδο ένα φαινόμενο ανάλογο με εκείνο που εκτυλίχθηκε κατά τον σχηματισμό του εθνικού κράτους. Μέσα στο παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον αναπτύσσονται πάνω από τα κράτη νέοι σχηματισμοί, οι οποίοι με τη σειρά τους διεκδικούν από αυτά οικονομική και πολιτική επιρροή. Παρατηρείται δηλαδή υπέρβαση του ίδιου του κράτους και διαμόρφωση πολυεθνικών κοινοτήτων. Ο θεσμός της ΕΕ, ειδικότερα, προβλέπει στενότερη οικονομική, κοινωνική, πολιτική και αμυντική συνεργασία μέσα από την εκχώρηση περισσότερο εθνικών αρμοδιοτήτων στα ευρωπαϊκά όργανα. Παρά τα προβλήματα και τις αντιφάσεις της αποτελεί την πιο σταθερή και ευρεία μορφή διακρατικής συνεργασίας.


Το έθνος-κράτος έφερε με την εξέλιξή του την αρχή της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, που συνέβαλε έστω και περιορισμένα στην άνθιση νέων απαιτήσεων, όπως του δικαιώματος της προσωπικής άποψης και έκφρασης, του σεβασμού στη διαφορετικότητα κ.ά. Όπως το ορίζει ο Χέϊγουντ (2006,179): «Έθνος-κράτος είναι μια μορφή πολιτικής οργάνωσης που συνέχεται από τους αλληλοεπικαλυπτόμενους δεσμούς της ιδιότητας του πολίτη και της εθνικότητας. Επίσης είναι ένα πολιτικό ιδεώδες όπως αντανακλάται στο όραμα του Ματσίνι ‘κάθε έθνος και κράτος, ένα κράτος για ολόκληρο το έθνος’». Ωστόσο είναι προφανές ότι κανένα κράτος δεν είναι ούτε μπορεί να είναι πολιτισμικά ομοιογενές. Το έθνος-κράτος έφερε ταυτόχρονα εγκλωβισμούς σε εθνικισμούς και έλλειψη ανοχής σε θρησκευτικές, εθνοτικές και πολιτισμικές διαφορές. Αυτές οι διαφορές μπορεί να αφορούν την ηλικία, το φύλο, τη σεξουαλική προτίμηση, κυρίως όμως συνδέονται με τη διαφοροποίηση στη φυλή, στην εθνικότητα, στη θρησκεία ή στη γλώσσα. Η πολυπολιτισμικότητα απαιτεί αυτές οι διαφορές να γίνονται σεβαστές και δημόσια αποδεκτές. Ένας εύστοχος ορισμός αυτής της έννοιας δίνεται από τον Παπαρρηγόπουλο: «Ο όρος πολυπολιτισμικότητα αναφέρεται συνήθως στο πλέγμα των πρακτικών προβλημάτων και των δικαιοπολιτικών διλημμάτων τα οποία θέτει ενώπιόν μας το πραγματικό δεδομένο της συνύπαρξης πολιτισμικά διαφοροποιημένων κοινωνικών ομάδων, όταν εκδηλώνεται στο πλαίσιο ενός οργανωτικά ενιαίου πολιτικού μορφώματος, εντός του οποίου το προνόμιο του καταναγκασμού ασκείται από μιαν ομάδα που εκφράζει μια και μόνη πολιτισμική εκδοχή» (
Επιστήμη και Κοινωνία, τ. 2-3, 1999).

Το φαινόμενο της πολυπολιτισμικότητας δεν είναι δημιούργημα της σύγχρονης εποχής. Ωστόσο είναι πιο έντονο μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο και ιδιαίτερα μετά τις ραγδαίες πολιτικές, οικονομικές και τεχνοεπιστημονικές διαφοροποιήσεις που συνέβησαν στα τέλη του 20ου αιώνα. Κυριότερες αιτίες εμφάνισής του είναι τα αυξημένα μεταναστευτικά ρεύματα εργατικού δυναμικού και η μετακίνηση βιομηχανιών από τις αναπτυγμένες προς τις αναπτυσσόμενες χώρες. Οι μετακινήσεις αυτές ενισχύθηκαν από την ανάπτυξη της τεχνολογίας και ιδιαίτερα από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές και τα δίκτυα επικοινωνίας. Πρέπει στο σημείο αυτό να τονιστεί και η μείζονος σημασίας κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού και η επέκταση του καπιταλισμού.

Ενώ λοιπόν το έθνος-κράτος υπόσχεται πολιτισμική και πολιτική ενότητα, η ιδέα αυτή αμφισβητείται με την ανάδυση της πολυπολιτισμικότητας, η οποία τονίζει την ποικιλία και τις διαφορές που σχετίζονται με την ταυτότητα στις σύγχρονες κοινωνίες. Σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη συναντάμε σήμερα υπολογίσιμα ποσοστά ετεροτήτων, τις οποίες θα μπορούσαμε να εντάξουμε σε τέσσερις κατηγορίες: στις μειονότητες που αναγνωρίζονται και προσδιορίζονται ως νόμιμοι πολίτες του κράτους με μειονοτικά δικαιώματα· σε αυτές που δεν αναγνωρίζονται επίσημα από το κράτος ως κοινοτικές μειοψηφίες· σε όσες έχουν την ιδιότητα του μέτοικου-μετανάστη, που διαβιούν για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα στο εθνικό κράτος με εγκεκριμένη άδεια διαμονής· και σε αυτές που διαβιούν για μικρό ή μεγάλο χρονικό διάστημα σε ένα εθνικό κράτος, χωρίς όμως να έχουν νόμιμο και αναγνωρισμένο από το κράτος δικαίωμα διαμονής. Από αυτόν τον διαχωρισμό απορρέει το ερώτημα του τρόπου αποδοχής των μειονοτήτων από τα κράτη. Τα έθνη-κράτη αναπτύσσουν διάφορες πολιτικές προκειμένου να αντιμετωπίσουν τα προβλήματα των μειονοτήτων, κυρίως των εθνικών και μεταναστευτικών ομάδων. Η αφομοιωτική αντίληψη είναι μια διαδικασία μέσα από την οποία άτομα διαφορετικής εθνικής προέλευσης αλληλεπιδρούν και συμμετέχουν στην καθημερινή ζωή μιας ευρύτερης κοινωνίας, χωρίς να παίζει ρόλο η διαφορετική τους προέλευση. Επιδιώκεται πλήρης αποδοχή των πολιτισμικών προτύπων της χώρας υποδοχής με ευρεία συμμετοχή σε πρωτογενείς ομάδες της πλειοψηφίας: εκμάθηση της εθνικής γλώσσας, αποδοχή των κοινωνικών θεσμών, απουσία συγκρούσεων που προέρχονται από διαφορετικά συστήματα αξιών και από την άσκηση της εξουσίας. Προκειμένου το έθνος-κράτος να εκληφθεί ως καθολικό, οι διάφορες μειοψηφίες πρέπει να απορροφηθούν από τον ντόπιο ομοιογενή πληθυσμό για να μπορούν να συμμετέχουν ισοδύναμα στη διαμόρφωση και τη διατήρηση της κοινωνίας. Απαιτείται να απορρίψουν τελείως τον πολιτισμό τους, να απαρνηθούν την πολιτισμική τους ταυτότητα, να ενδυθούν έναν «νέο εαυτό» ως τίμημα για την κοινωνική τους ένταξη.

Η ενσωματωτική προσέγγιση υποδηλώνει ότι κάθε διαφορετική ομάδα είναι φορέας πολιτισμού που δεν δέχεται μόνο τις επιδράσεις της πλειοψηφούσας ομάδας αλλά με τον τρόπο της επιδρά σ΄ αυτήν, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία μιας νέας πολιτισμικής έκφρασης. Η αποδοχή της πολιτισμικής ετερότητας γίνεται ανεκτή από την πλειοψηφία στον βαθμό που δεν προκαλεί τις πολιτισμικές παραδοχές της. Τα μέλη των διαφοροποιημένων ομάδων θα πρέπει να κατανοήσουν ότι αξίες και πεποιθήσεις που στηρίζουν το δομικό υπόβαθρο της κοινωνίας είναι αδιαπραγμάτευτες και ότι αν θέλουν να επιτύχουν πρέπει να τις υιοθετήσουν. Η έννοια της ισότητας ευκαιριών, που κατέχει κεντρική θέση στο μοντέλο αυτό, ταυτίζεται στην ουσία με τον κοινωνικό έλεγχο, αφού προϋποθέτει συμμόρφωση και αποδοχή του κυρίαρχου συστήματος.

Η πολυπολιτισμική προσέγγιση αναπτύσσεται τελευταία σε ορισμένα δυτικά κράτη, εξαιτίας της διαπίστωσης ότι οι προηγούμενες πολιτικές δεν πέτυχαν να προάγουν έναν μόνο κοινωνικό πολιτισμό. Η πολυπολιτισμική άποψη δέχεται ότι η κοινωνία αποτελείται από διαφορετικές ομάδες με πολιτισμικές ιδιαιτερότητες. Οι πολιτικές εθνικής οικοδόμησης που ακολουθούνται είναι όλο και περισσότερο μετριοπαθείς και περιορισμένης εμβέλειας, έτσι ώστε να μπορούν να προσαρμοστούν στις απαιτήσεις των μειονοτήτων. Η σχέση ανάμεσα σ΄ αυτά τα κράτη και τις μειονοτικές τους ομάδες θεωρείται αμφίδρομη, καθώς αναπτύσσεται μεταξύ τους μια διαλεκτική της εθνικής οικοδόμησης και των μειονοτικών δικαιωμάτων. Η κοινωνική ένταξη προωθείται με την αναγνώριση των πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων των μειονοτήτων και τη διαμόρφωση ενός κοινωνικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα μπορούν να συνυπάρχουν και να αναπτυχθούν όλοι οι πολιτισμοί χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ενότητα και η συνοχή της χώρας. Εντούτοις, μέχρι στιγμής σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να έχει γίνει εφικτή η αποδοχή των μειονοτήτων από το σύνολο ενός πληθυσμού ως «ίσης αξίας πολίτες».

Συμπεράσματα

Διαπιστώνoyμε ότι σε κάθε περίπτωση η σχέση κράτους και πολιτών στη σύγχρονη Ευρώπη είναι μια διαλεκτική διαδικασία ενσωμάτωσης και αποκλεισμού, στο πλαίσιο κρατικών και κοινωνικών σχηματισμών υπό διαρκή εξέλιξη. Εξ ορισμού το εθνικό κράτος είναι ο «διαχειριστής» της αρχής της ιδιότητας του πολίτη, στοχεύοντας στην πραγματοποίηση ενός συστήματος οικουμενικών αξιών με το οποίο συνδέονται τα μέλη του, κυρίως προς όφελος μιας συγκεκριμένης κοινότητας, εδαφικά και πολιτισμικά καθοριζόμενης. Στα δημοκρατικά εθνικά κράτη στη σύγχρονη εποχή η ιδιότητα του πολίτη συνδέεται με την πίστη και την ένταξη στην εθνική συλλογικότητα, γι΄ αυτό και αναγνωρίζεται, στην καλύτερη περίπτωση, στην πλειονότητα του πληθυσμού, ποτέ όμως στο σύνολό του.

Πιστεύουμε, λοιπόν, ότι η ύπαρξη των εθνών-κρατών δεν συνάδει με το αίτημα της πολυπολιτισμικότητας, αντίθετα, αποτελούν τροχοπέδη στην πραγματοποίηση των αιτημάτων της. Αυτό γίνεται εξάλλου εμφανές από τα εμπόδια στα οποία προσκρούει η ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών στο εσωτερικό της Ευρώπης εξαιτίας της εξωτερικής πολιτικής που θέτει κάθε κράτος. Επιπλέον, παρά τους στόχους της ΕΕ για διεύρυνση και ενοποίηση, παρατηρείται μια επιμονή των περισσότερων κρατών–μελών της να αντιμετωπίζουν με εχθρότητα τις προσπάθειες που έχουν στόχο την υιοθέτηση κανόνων για την ευρωπαϊκή ιθαγένεια. Εμφαίνεται μια ενδυνάμωση των εθνικών συνόρων και μια τάση αποκλεισμού των ξένων υπηκόων. Επομένως, θεωρώ ότι παρά την αποκέντρωση εξουσιών που παρατηρείται σε παγκόσμιο επίπεδο με τη δημιουργία υπερεθνικών και αποπολιτικοποιημένων θεσμών, οι ανταγωνιστικές σχέσεις ανάμεσα σε κράτη και πολίτες θα εξακολουθήσουν να χαρακτηρίζουν και τον 21ο αιώνα.

Από τα παραπάνω εγείρονται διάφορα ερωτήματα: Είναι δυνατό να συνδυάσουμε την δημοκρατία και την ανοχή στο διαφορετικό, με τον σεβασμό σ΄ αυτό το διαφορετικό; Πώς μπορούμε να διαφυλάξουμε την συνύπαρξη της πολυπολιτισμικότητας με την προώθηση νέων σύγχρονων αντιλήψεων που απεγκλωβίζουν τον άνθρωπο και τα κοινωνικά σύνολα από παρωχημένες ιστορικά αντιλήψεις; Από τη μια πλευρά, η πολυπολιτισμικότητα επιβάλλει τη διαμόρφωση και εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων και πολιτικών, ώστε η πολιτισμική ποικιλότητα να διατηρηθεί και να διαχυθεί για να αγκαλιάσει ολόκληρη την κοινωνία, διαμορφώνοντας νέα πρότυπα, νέα αξιακά κοινωνικά συστήματα, καθώς και νέες κοινωνικές αλλά και ατομικές πρακτικές διαβίωσης. Από την άλλη, το έθνος-κράτος υπερασπίζεται τις αρχές του προβάλλοντας ισχυρές αντιστάσεις στην πολυπολιτισμικότητα.

Για να συνυπάρξουν αυτοί οι δύο αντίθετοι πόλοι η λύση είναι διττή: Καταρχήν είναι απαραίτητη η διαμόρφωση ενός νέου πολίτη με αξίες και γνώσεις βαθιά δημοκρατικές και πολιτισμικά πλουραλιστικές, ο οποίος θα είναι ικανός να συμβιώσει και να συνεργασθεί αρμονικά με άτομα διαφόρων εθνοτικών πολιτισμών. Προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να ενώσουν τις δυνάμεις τους η οικογένεια και η κοινωνία, υπό την καθοδήγηση των κρατών, με κυρίαρχο το ρόλο της εκπαίδευσης, η οποία πρέπει να προωθεί προσεγγίσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ειρήνη και τη διαπολιτισμικότητα. Από την άλλη, τα έθνη-κράτη πρέπει να αντιληφθούν ότι το πρόθεμα «έθνος» ενέχει οπισθοδρόμηση και είναι ανασταλτικός παράγοντας στη μετεξέλιξή τους προκειμένου να ακολουθήσουν τις επιταγές της σύγχρονης εποχής. Ίσως η ΕΕ να αποτελεί την εναλλακτική λύση στο πρόβλημα των εθνικών ανταγωνισμών στην Ευρώπη. Άλλωστε με τη διεύρυνσή της το έθνος-κράτος οδηγείται σταδιακά στην εξασθένηση και διαφαίνεται ήδη στον ορίζοντα η αντικατάστασή του από ένα ευρωπαϊκό «πολιτειακό-κράτος», στο οποίο οι εθνοτικές ομάδες δεν θα αποτελούν εμπόδιο στην πολιτική ενοποίηση αλλά θα χαρακτηρίζονται από πολιτική, πολιτισμική και κοινωνική συνοχή. Και αυτό γιατί η ΕΕ θεωρείται ένας θεσμός εγγύησης και ασφάλειας όχι μόνο επειδή παρέχει ένα νομικό πλαίσιο προστασίας των ανθρώπινων δικαιωμάτων, αλλά και γιατί αποτελεί σύμβολο πολυπολιτισμικής οργάνωσης δίχως μια κεντρική κουλτούρα, αντίστοιχη της εθνικής, κάτι που επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία στην έκφραση της ετερότητας.

Εξάλλου, οι σύγχρονες πολυπολιτισμικές κοινωνίες αξιώνουν μια διαφορετική αντίληψη και μια κριτική προς την κατεύθυνση της ενεργούς διαχείρισης της πολιτισμικής κληρονομιάς των κοινωνικών ομάδων και μειονοτήτων, κατά τρόπο ώστε οι κοινωνίες να διαμορφώνονται ως κοινωνίες της διαφοράς. Με αυτόν τον τρόπο θα προκύψει η ενότητα της πολλαπλότητας ως κεντρικό πρόταγμα του σύγχρονου κόσμου, ο οποίος πράγματι είναι κόσμος πολυκεντρικός, όχι μόνο πολιτικά, αλλά κυρίως πολιτισμικά.