Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009

Για το γλωσσικό, εν Ελλάδι, ζήτημα. Αφετηρία και εξέλιξη.


Γλώσσα
Σαν σκιά είναι η γλώσσα μας και μας ακολουθεί. Μας συντροφεύει. Ζει μαζί μας αλλάζει όπως αλλάζουμε και εμείς. Η αδιάκοπη και ζωντανή σχέση μαζί της μας ολοκληρώνει και, ως έθνος μας βάζει στην αγκαλιά της και μας προστατεύει...


Ο μπάρμπα Νίκος κρατάει το παλιό καφενείο που’ χει απ’ τον πατέρα του. Κάνα ουζάκι, κάνα τσιπουράκι, καφεδάκια… Έτσι περνάει ο καιρός. Τα κουτσοκαταφέρνει.


- Άιντε Κωσταντίνε και σκοτούρες δε θα’ χεις εφέτο (αστειεύεται για τον καφέ που χύθηκε λιγάκι). Πάλε παράδες βλέπω!, κάνει του Κώστα κι αφήνει τα καφεδάκια στο τραπέζι. Ο Κώστας, άθελά του, θες απ’ τις λέξεις τις ίδιες, θες απ’ τον τρόπο που ’χε ο μπάρμπα Νίκος να μιλάει, σκέφτηκε:

Σαν σκιά είναι η γλώσσα μας και μας ακολουθεί. Μας συντροφεύει. Ζει μαζί μας αλλάζει όπως αλλάζουμε και εμείς. Η αδιάκοπη και ζωντανή σχέση μαζί της μας ολοκληρώνει και, ως έθνος μας βάζει στην αγκαλιά της και μας προστατεύει.
Θέλουμε - λέει στο φίλο του - να εκφράσουμε τις σκέψεις, τις ιδέες, τα συναισθήματά μας, κι όλο ζητάμε λέξεις• τις πλάθουμε, τις μελετάμε. Σκέψου την μορφή τους, τον ήχο, την ιστορία τους! Μακάρι να μπορούσαμε να εκφράζουμε τα πάντα με λέξεις κι ας χρειαζόταν χίλιες γλώσσες!

- Ε, όχι και χίλιες γλώσσες Κωσταντίνε, απαντά εκείνος. Άσε! Μία αρκεί. Μία και καλή. Μη μου θυμίζεις παλιές ιστορίες. Είδαμε και πάθαμε να τα βάλουμε σε μια σειρά τα πράγματα.

- Μα, γιατί το λες αυτό; Τι έγινε;

- Στη Γερμανία, Κωνσταντίνε, υπήρχε πρόβλημα με τη γλώσσα. Και το πρόβλημα ήταν, ακριβώς, οι «άλλες γλώσσες». Ή καλύτερα, η υπερβολική εισροή ξένων λέξεων στη γλώσσα μας, εξ’ αιτίας των οποίων και αλλοιώθηκε σημαντικά. Φαντάσου ότι οι ξένες λέξεις ανέρχονται σε 70.000 περίπου, το 1/6 δηλαδή, του Γερμανικού λεξιλογίου.

- Μα, καλά, τι λέξεις είναι αυτές και πώς εισήλθαν τόσες πολλές στη γλώσσα σας;

- Λατινικές, ελληνικές και γαλλικές. Αρχικά, με τη διάδοση του αρχαίου πολιτισμού και του Χριστιανισμού μέσω των Ρωμαίων και των λατινόγλωσσων μοναχών (κατά τους πρώτους μ.Χ. αιώνες) παραλάβαμε λατινικές και ελληνικές λέξεις• γαλλικές, μας ήρθαν από την εποχή των σταυροφοριών, όταν σχετιζόμαστε με τους δυτικούς μας γείτονες. Αργότερα, από τη μια μεριά, με την ανάπτυξη των επιστημών και την εισαγωγή του Ρωμαϊκού δικαίου στη χώρα μας πραγματοποιήθηκε μια μεγαλύτερη εισαγωγή ελληνικών και λατινικών, και από την άλλη, οι νίκες του Λουδοβίκου ΙΔ΄ εξύψωσαν τόσο πολύ τη Γαλλία στα μάτια μας, ώστε αρχίσαμε να μιμούμαστε αδιάκριτα κάθε τι που ήταν γαλλικό, ενώ ταυτόχρονα περιφρονούσαμε ό,τι ήταν γνήσια γερμανικό. Έτσι υποτιμήθηκε η εθνική γλώσσα. Πολλοί γερμανοί και κυρίως η «καλή κοινωνία» μιλούσαν και έγραφαν πια γαλλικά ή λατινικά, και μόνο έπειτα από τις νίκες του Μ. Φρειδερίκου και την πτώση του Ναπολέοντα, όταν αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε τον εθνισμό μας, συστάθηκε η «Γενική Γερμανική Γλωσσική ένωση» και ξεκίνησε - όχι χωρίς αντιδράσεις και προβλήματα - ένας αγώνας καθαρισμού και ταυτόχρονα καλλιέργειας της μητρικής μας γλώσσας.

- Μου φαίνεται ότι καταλαβαίνω πολύ καλά όσα λες. Παρόμοια προβλήματα υπήρξαν και στη δική μας γλώσσα, μάλιστα μεγαλύτερα και πιο σύνθετα.

- Δηλαδή;

- Εκτός από τις ξένες λέξεις υπήρχε και η διγλωσσία που είχαμε κληρονομήσει από τους βυζαντινούς. Άλλη γλώσσα μιλούσαμε κι άλλη γράφαμε. Στον προφορικό λόγο χρησιμοποιούσαμε τη μητρική μας γλώσσα, που ήταν φυσική εξέλιξη εκείνης των ελληνιστικών χρόνων, όπως διαμορφώθηκε από το πέρασμα των αιώνων, απ’ τη ζύμωσή της στο στόμα του λαού και τις επιδράσεις που δέχτηκε από τις περιστάσεις και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες βρέθηκε ο ελληνισμός όλα αυτά τα χρόνια. Αντίθετα, στο γραπτό λόγο γινόταν χρήση μιας πολύ παλαιότερης γλωσσικής μορφής, περίπου αυτής πού υπάρχει στο Ευαγγέλιο και τα εκκλησιαστικά μας κείμενα.

Η γλωσσική αυτή αντίθεση συνεχίστηκε μέχρι τέλη του 18ου αιώνα, την εποχή που οι υπόδουλοι έλληνες προετοίμαζαν την Επανάσταση και έπρεπε να αποφασίσουν ποια γλώσσα θα υιοθετήσουν ώστε να μορφωθεί με αυτή ο λαός. Τότε, η πνευματική ηγεσία του τόπου μας βρέθηκε διχασμένη. Κάποιοι υποστήριξαν την καθιέρωση της αρχαίας γλώσσας, ή τέλος πάντων κάποιας παραπλήσιας μορφής της (αρχαϊστές) και κάποιοι άλλοι θεώρησαν ότι έπρεπε να επικρατήσει η λαλούμενη (δημοτικιστές). Και οι δύο πλευρές, βέβαια, στήριζαν στη γλώσσα τις ελπίδες τους για την πνευματική αναγέννηση του έθνους, αφού, όπως πίστευαν, μόνο μέσω αυτής θα ήταν δυνατή και η απολύτρωση από τα δεσμά της αιχμαλωσίας. Οι μεν γιατί περίμεναν ότι το ελληνικό πνεύμα θα αναγεννηθεί μέσα από τη γλώσσα των προγόνων μας, οι δε γιατί έθεταν ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε πρόοδο, την εξομοίωση γραπτής και προφορικής με βάση, βέβαια, την προφορική. Δημιουργήθηκε έτσι μια διαμάχη που πήρε το σχήμα χρόνιου και δυσεπίλυτου προβλήματος, το οποίο είναι γνωστό ως «γλωσσικό ζήτημα». Ποιόν γλωσσικό τύπο οφείλαμε, λοιπόν, να μεταχειριζόμαστε στο γραπτό λόγο; Αρχαία ελληνική; Κάποια διάλεκτο της λαλούμενης, ή μείγμα αρχαίας και δημοτικής και σε ποιο βαθμό;

- Σε ακούω με προσοχή, αλλά θα ήθελα, σε παρακαλώ, να πάμε στη ρίζα του προβλήματος. Μιλάς για διγλωσσία ιστορική. Ποια ήταν η αφετηρία της; Πώς προέκυψε;

- Από τις διαλέκτους που ήταν σε χρήση κατά τη διάρκεια των κλασικών χρόνων, η Αττική διάλεκτος, για ιστορικούς και πολιτιστικούς λόγους περισσότερο ανεπτυγμένη και διαδεδομένη σε όλη τη Ελλάδα, ξεχώρισε και έγινε - θα μπορούσαμε να πούμε - η συνισταμένη των υπόλοιπων διαλέκτων και η επίσημη γλώσσα του ελληνισμού (γραπτή και προφορική). Τη γλώσσα αυτή παρέλαβαν και μεταχειρίστηκαν οι Μακεδόνες όταν αναμείχθηκαν με τους υπόλοιπους έλληνες και, μέσω αυτών (των Μακεδόνων) εξαπλώθηκε μέχρι την Ασία και την Αίγυπτο. Φυσικό ήταν λοιπόν αφού μεταδόθηκε σε τόσους ανθρώπους και είχε μια αμφίδρομη σχέση με άλλες διαλέκτους και γλώσσες να υποστεί ορισμένες αλλαγές ή αλλοιώσεις και γενικότερα να απλοποιηθεί. Σταδιακά, έγιναν αλλαγές στο λεξιλογικό, το συντακτικό, το φθογγικό μέρος και κάποιες στη σημασία των λέξεων. Αυτή η φυσική και αβίαστη εξέλιξη της Αττικής γλώσσας, οδήγησε στη διαμόρφωση αυτής που ονομάζουμε Αλεξανδρινή ή Ελληνιστική κοινή ή απλά κοινή, η οποία και έκτοτε επικράτησε.
Επί Ρωμαιοκρατίας όμως, γύρω στον 1ο π.Χ. αιώνα, λόγιοι των χρόνων εκείνων (οι ονομαζόμενοι αργότερα Αττικισταί) θεώρησαν υπεύθυνη για την παρακμή στην οποία είχε περιέλθει η πνευματική δημιουργία την επικράτηση της κοινής γλώσσας. Δημιούργησαν τότε το λεγόμενο «κίνημα του Αττικισμού» και αντέδρασαν στην κοινή, πρεσβεύοντας ότι με την επιστροφή στη γλώσσα του Πλάτωνα και του Δημοσθένη (αττική διάλεκτος) θα ήταν δυνατή και η αναβίωση των ιδανικών του κλασικού ελληνισμού. Από τότε εγκαθιδρύεται μια αντίθεση μεταξύ της γραπτής γλώσσας και της σύγχρονης κοινής, αντίθεση που επεκτείνεται με τη διάδοση της διδασκαλίας των Αττικιστών: «Καλώς ομιλείν και μάλιστα καλώς γράφειν είναι το ν’ απέχη τις από τήν δημώδη ομιλίαν, να μεταχειρίζεται δέ εκείνους των αρχαίων τύπων, όσοι εξέπεσαν από την κοινήν χρήσιν»[1].

Το χάσμα αποκτά βαθύτερες γλωσσικές και ιδεολογικές διαστάσεις όταν ο Χριστιανισμός υιοθετεί την κοινή για να διακηρύξει τις αρχές του με μια απλή και κατανοητή απ’ όλους γλώσσα, αλλά και την αντίθεσή του στον αρχαίο ειδωλολατρικό κόσμο. Έτσι δημιουργήθηκε η διάσταση της ενιαίας μέχρι τότε ελληνικής γλώσσας που έμελλε να διαιωνισθεί σχεδόν ως τις μέρες μας.
- Είχα την εντύπωση ότι η γλώσσα της εκκλησίας ήταν πάντοτε ακατάληπτη από το λαό! Εσύ τώρα μου λες…

- Όχι, αρχικά η εκκλησία έκανε χρήση της λαϊκής γλώσσας της εποχής, την οποία φυσικά, καταλάβαιναν όλοι. Μόνο αργότερα, με τους τρεις ιεράρχες που είχαν μορφωθεί στις ρητορικές σχολές διείσδυσε και στον εκκλησιαστικό χώρο η λόγια γλώσσα. Γι αυτό ίσως έχεις αυτή τη γνώμη.

- Τέλος πάντων, τα επόμενα χρόνια τι ακολούθησε; Φαντάζομαι να βελτιώθηκε κάπως η κατάσταση.

- Κάθε άλλο! Η λαϊκή γλώσσα ακολουθούσε τη φυσική της εξέλιξη, ενώ οι λόγιοι προσπαθούσαν να γίνουν «αττικότεροι». Στην προσπάθειά τους αυτή (δεδομένου ότι η ομιλούμενη γλώσσα έχει πάντα τη δύναμη να διαποτίζει τη γραφόμενη με δικά της στοιχεία) δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που ανακάτευαν αρχαίους και νεότερους γλωσσικούς τύπους οπότε καταλαβαίνεις τι γινότανε! Από την άλλη μεριά, εξαιτίας των Ρωμαίων επικράτησαν στη γλώσσα μας πολλές λατινικές λέξεις, χωρίς όμως αυτό να σταθεί ικανό να εξασθενίσει τη δύναμη ή να ανακόψει τη συνέχειά της. Ήδη τον 4ο μ.Χ. αιώνα, παρ’ ότι επίσημη γλώσσα του Ρωμαϊκού κράτους ήταν η λατινική, στο ανατολικό του τμήμα μιλούσαν ελληνικά. Σταδιακά η ελληνική γλώσσα επιβάλλεται και αργότερα, μετά τον 11ο αιώνα, εκτοπίζει τη λατινική από παντού. Δεν σταμάτησε, όμως, στη γραπτή γλώσσα να κυριαρχεί ο αρχαϊσμός, ενώ η ομιλούμενη συνέχιζε τη δική της πορεία και σχημάτιζε τοπικές διαλέκτους.

- Και από πότε, λοιπόν, αρχίζουν οι δύο γλώσσες να συγκλίνουν;

- Για πρώτη φορά η δημοτική εμφανίζεται στο γραπτό λόγο όταν η λαϊκή μούσα αφυπνίζεται με τα κατορθώματα των ακριτών και γράφονται τα ακριτικά έπη. Από κει και πέρα, στα χρόνια της τουρκοκρατίας, γίνεται ολοένα και πιο αισθητή η ανάγκη μιας γλώσσας παραπλήσιας της δημοτικής που θα χρησιμεύσει για τη μόρφωση του λαού. Πρώτος αγωνίζεται προς αυτή την κατεύθυνση ο Νικόλαος Σοφιανός, συντάσσει τη Γραμματική της Δημοτικής και μεταφράζει (στη δημοτική) τον Περί παίδων αγωγής λόγο του Πλουτάρχου (1544)[2]. Το παράδειγμά του ακολουθούν ο Φραγκίσκος Σκούφος με την Τέχνη ρητορικής, ο Ηλίας Μηνιάτης με τη Διδαχή περί πίστεως, ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος στα Απομνημονεύματά του κ.ά.

Ενάντια όμως σ αυτή την τάση στρέφεται ο Ευγένιος Βούλγαρης (1769) εκφράζοντας στη Λογική προδιατριβή του την αγάπη του προς τον αρχαϊσμό, επισημαίνοντας ότι η δημοτική γλώσσα είναι ανεπαρκής, ακατάλληλη για τη φιλοσοφία, της οποίας τις ιδέες μπορεί να αποτυπώσει μόνο η γλώσσα του Πλάτωνα και των άλλων αρχαίων φιλοσόφων. Ο μαθητής του, Ιώσηπος Μοισιόδαξ, αντιτίθεται στις ιδέες του δασκάλου του• θεωρεί ακατάληπτη την αρχαΐζουσα και αναγκαίο το να γράφουν οι έλληνες για όλα τα θέματα στην κοινή τους διάλεκτο. Αρχίζουν, έτσι, έντονες συζητήσεις γύρω από το ζήτημα για το οποίο αργότερα γίνονται διαμάχες φέρνοντας αντίπαλους τους Άνθιμο Γαζή, Νικηφόρο Θεοτόκη, Στέφανο Κομητά, Νεόφυτο Δούκα, Παναγιώτη Κοδρικά, απ’ τη μια μεριά να υποστηρίζουν τον αρχαϊσμό, και από την άλλη τους Ρήγα Φεραίο, Γρηγόρη Κωνσταντά, Δανιήλ Φιλιππίδη, Αθανάσιο Χριστόπουλο, Ιωάννη Βηλαρά, Διονύσιο Σολωμό, Δημήτρη Καταρτζή, να τον πολεμούν. Η αντίθεση αυτή απλώνεται και πάνω από το νεοσύστατο ελληνικό κράτος.

- Μου κάνει εντύπωση το γεγονός της αντιπαλότητας μεταξύ τόσο μορφωμένων ανθρώπων. Θα πρέπει να είχαν ισχυρά κίνητρα για να εμμένουν τόσο στις θέσεις τους και να διατηρούν το μεταξύ τους πόλεμο.

- Είχαν διαφορετικές ιδεολογίες. Οι αρχαϊστές - όπως είπαμε - έκαναν το λάθος να πιστεύουν ότι η επιστροφή στην αρχαία γλώσσα θα επέφερε μια πνευματική αναγέννηση αντίστοιχη με αυτή που υπήρχε στην Ελλάδα του 5ου π.Χ. αιώνα. Η γνώση της αρχαίας και η λατρεία που είχαν γι’ αυτή, τους έκανε να περιφρονούν την κοινή γλώσσα της «αγοράς». Υποστήριζαν ότι η δημοτική είναι ρηχή και φτωχή, ανίκανη να καλύψει τις απαιτήσεις της φιλοσοφίας και των επιστημών. Οι ξένες λέξεις που περιέχει (ιδ. τουρκικές) μας θυμίζουν ημέρες δουλείας και από την επικράτησή της κινδυνεύει η ιστορική ενότητα του έθνους.

Το πρώτο και φυσικό μάθημα των νέων πρέπει να είναι η σπουδή της μητρικής γλώσσας, λένε οι δημοτικιστές. Πρέπει να γράφουμε τη γλώσσα που λαλούμε. Αν οι λέξεις δεν επαρκούν, μπορεί η γλώσσα να δανείζεται τόσο αρχαίες όσο και ξένες, και να τις μεταμορφώνει στη δική της φύση. Είναι απαράδεκτη η απαίτηση των αρχαϊστών να μπει στα σχολεία και να γίνει καθομιλουμένη μια γλώσσα ανύπαρκτη στη φύση, που την έφτιαξαν θέλοντας να μιμηθούν το Θουκυδίδη και τον Δημοσθένη. Ας μη γινόμαστε μοιρολάτρες• γράφοντας και μιλώντας τη γλώσσα μας, την τιμούμε. Ο Σολωμός φτάνει στο σημείο να γράψει στο Διάλογό του, απευθυνόμενος προς τον Φίλο: «Εκατάλαβα• θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα• μήγαρις έχω άλλο στο νου μου πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατεί τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήση ογλήγορα τα σοφολογιοτατίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δύο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας σοφολογιότατος κρώζη ή κανένας Τούρκος βαβίζη• γιατί για με είναι όμοιοι και οι δύο»[3]. Και πιο κάτω προς τους σοφολογιότατους: «…Σας δίνω όμως την είδηση ότι ετελείωσε το βασίλειόν σας εις την Ελλάδα με των Τουρκών το βασίλειο. Ετελείωσε και ίσως αναθεματίσετε την ώρα της Επαναστάσεως…»[4].

Κι ενώ ο Ι. Βηλαράς (1771 - 1823) εκδίδει βιβλίο με τίτλο Η Ρομεηκη γλοσα ή Μηκρη ορμηνια για τα γραμματα και τη ορθογραφηα της Ρομεηκης γλοσας, ο Ν. Δούκας ευελπιστεί πως με την πάροδο πενήντα χρόνων η και ενός αιώνα ακόμη, θα αναστηθεί η βασίλισσα των γλωσσών και θα έλθει η γλώσσα μας στην πρότερη ακμή της.

- Είναι θλιβερό για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα να υπάρχουν δύο αντιμαχόμενες παρατάξεις, όταν μάλιστα είναι αναγκαίο να δοθεί μια λύση όσο το δυνατόν συντομότερα.

- Ίσως είναι παρακινδυνευμένο να χωρίζουμε τους πνευματικούς ανθρώπους σε δύο παρατάξεις. Υπήρχαν, βέβαια, τα δύο άκρα• αρκετοί όμως έδειχναν αποφασισμένοι να αποδεχθούν μια συμβιβαστική λύση προκειμένου να αρθεί το αδιέξοδο. Αυτό το συμβιβασμό προσπάθησε να επιτύχει ο Αδαμάντιος Κοραής (1304 - 1333) προτείνοντας τη «μέση οδό» με τον καλλωπισμό και τη διόρθωση της δημοτικής.

- Δηλαδή;

- Μια σύντομη ματιά στα γραπτά του Κοραή, ίσως σε βοηθούσε να καταλάβεις καλύτερα τις θέσεις του:

«Διόρθωσιν ονομάζω της γλώσσης, όχι μόνο τον μετασχηματισμόν διάφορων βαρβαρομόρφων λέξεων και συντάξεων, αλλά και τη φυλακή πολλών άλλων τας οποίας ως βαρβάρους σπουδάζουν να εξορίσωσιν από την γλώσσαν… Πρώτον έργον του κανονιστού της γλώσσης είναι να την καθαρίζει από τα αληθώς ξενικά ονόματα, οποία είναι τα ιταλικά, τα τουρκικά και τα άλλα τοιαύτα… Ανάγκη να ακολουθήσομεν μέσην οδόν εις μόρφωσιν της γλώσσης. Μήτε τύρανοι των χυδαίων μήτε πάλιν δούλοι της χυδαιότητας αυτών… Κακή και διεστραμένη συνήθεια να καταφρονώμεν την νέαν, την οποίαν μόνην είναι δυνατόν να φέρωμεν εις τελειότητα… Μόνος ο καιρός έχει την εξουσία να μεταβάλλη των εθνών τας διαλέκτους, καθώς μεταβάλλει και τα Έθνη… Αν ήναι χρέος των λογίων να συγκαταβαίνωσιν εις την άγνοια των χυδαίων δια να μην ακούωσι κατά πάσαν ώρα απ’ αυτούς το «αμαθέστερόν πως ειπέ και σαφέστερον» χρεωστούν όμως και οι χυδαίοι να αναβαίνωσι κατά μικρόν προς τους λογιωτέρους δια να μην αποχυδαϊσθώσιν ολότελα… Μή (σας εξορκίζει δια του στόματός μου η Ελλάς) μή αφανίσετε την ευγένειαν της πατρίδος, μηδέ δώσετε πρώτοι φωτιζόμενοι σεις πρώτον εις τους άλλους Έλληνας παράδειγμα, την περιφόνησιν της ιδίας των γλώσσης...»[5].

Ο Κοραής κατάφερε να “φτιάξει” μια γλώσσα σχετικά απλή, κοντά στη δημοτική, με κάποιες, βέβαια, ιδιαιτερότητες όπως «οψάριον» αντί ψάρι, «σαπώνιον» αντί σαπούνι, «οικοκύριος» αντί νοικοκύρης κ. ά. Συντάχτηκαν με το μέρος του πολλοί λόγιοι (Γαζής, Κούμας, Οικονόμου, Δάρβαρης, Κοκκινάνης κ. ά.) και κατόρθωσαν στο τέλος να επιτύχουν την αναγνώριση της γλωσσικής μικτής μορφής ως επίσημης του ελληνικού βασιλείου. Στην πορεία του χρόνου όμως, καμιά πλευρά δεν φάνηκε να ικανοποιείται, και όταν στα 1853 ο Π. Σούτσος δημοσιεύει τη Νέα σχολή του γραφόμενου λόγου ή ανάστασις τής αρχαίας ελληνικής γλώσσης εννοούμενης υπό πάντων, δημιουργεί νέο αρχαϊστικό κίνημα και ένας καινούριος «λογιοπόλεμος» ξεκινά: Σούτσος, Κόντος, Κατακουζηνός απ’ τη μια• Βερναρδάκης, Ροΐδης, Χατζιδάκις απ’ την άλλη, αν και ο τελευταίος αργότερα εμφανίζεται υπέρμαχος της καθαρεύουσας. Η παρουσία του Γιάννη Ψυχάρη (1888) με το βιβλίο του Το ταξίδι μου, στο οποίο υποστηρίζει την άμεση καθιέρωση της δημοτικής και χρησιμοποιεί μεγάλο μέρος των διαλέκτων της ομιλούμενης, κινητοποιεί τους υποστηρικτές της κοινής γλώσσας που από τότε αρχίζουν με μεγαλύτερο θάρρος να τη χρησιμοποιούν στα γραπτά τους. Ο ίδιος όμως, οδηγήθηκε σε ακρότητες («διεύτυση», «Αισκίλος», «βιβλιοπουλείο», «έμπνεψη», κ.ά.) τις οποίες μετρίασε κατά πολύ ο πιο συγκαταβατικός γλωσσικός «κανονισμός» του Μ. Τριανταφυλλίδη. Στη Γραμματική της δημοτικής ο Τριανταφυλλίδης χρησιμοποιεί γλωσσικά στοιχεία που ο Ψυχάρης απέρριπτε και πετυχαίνει σε ικανοποιητικό βαθμό τη συνάντηση δημοτικής - καθαρεύουσας. Συνάμα και ο απλός λαός συνειδητοποιεί το δικαίωμά του να καταλαβαίνει και να γράφει τη γλώσσα της πατρίδας του. Διάφορα σωματεία παίρνουν μέρος στον αγώνα για την καθιέρωση της δημοτικής στο γραπτό λόγο και το 1917 η κυβέρνηση Ε. Βενιζέλου την εισάγει στα δημοτικά σχολεία, περιορίζοντας την καθαρεύουσα στις δύο τελευταίες τάξεις. Η λογοτεχνική και φιλολογική γενιά του ’30 επαληθεύει τις δυνατότητες της δημοτικής να ανταποκριθεί στις ανάγκες της επιστήμης και της φιλοσοφίας, και η χρήση της όχι μόνο δεν ανακόπτεται κατά τη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής αλλά διευρύνεται, ιδιαίτερα στις μεταπολεμικές δεκαετίες, μέχρι την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση τον 1964 που τη καθιερώνει στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Αυτή η προσπάθεια σταματά το 1967 με τη δικτατορία• επί δημοκρατικού πολιτεύματος όμως, μετά από δέκα χρόνια περίπου, θεσμοθετείται ξανά, ολοκληρωτικά, η διδασκαλία και η χρήση της.

- Κάνοντας έναν απολογισμό σε ό,τι έγινε, πώς θα το έκρινες με βάση «το σήμερα»;

- Ήταν ένας αγώνας αναγκαίος. Φάνηκε πως στον τόπο μας υπήρχαν πραγματικά σπουδαίοι άνθρωποι με τεράστια μόρφωση και θάρρος. Τους οφείλουμε πολλά. Πρώτα - πρώτα τη σημερινή μας γλώσσα, μοναδική σε ποιότητα και ομορφιά. Η καθιέρωσή της ήταν απαραίτητη• δεχτήκαμε το μεγαλύτερο δώρο: να μιλάμε και να γράφουμε την ίδια γλώσσα, έτσι που να μπορούμε να ταυτιζόμαστε μαζί της και να συμπορευόμαστε. Μέσα από αυτό το δρόμο κι εκείνη διαφοροποιείται, πλουτίζεται, εξελίσσεται• η κίνησή της είναι η ζωντάνια της. Με την προσπάθεια των «αρχαϊστών» ο κύριος όγκος των ξένων λέξεων έφυγε οριστικά (απέμειναν κυρίως όσες απορρόφησε και αφομοίωσε πλήρως η γλώσσα μας). Γνωριστήκαμε καλύτερα με την αρχαία και η καθαρεύουσα έγινε η γέφυρά της με την ομιλούμενη. Μη φανταστείς όμως ότι και ο αγώνας αυτός ήταν αναίμακτος. Και «θύματα» είχε και σημαίες είχε, και χρώματα και συμφέροντα αντιμαχόμενα. Αναδείχθηκαν, επίσης, οι μονόπλευρες αντιλήψεις, οι πολιτικές έριδες, οι σκοπιμότητες. Επικράτησαν - πολλές φορές και άδικα - οι «ταμπέλες»: καθαρευουσιάνος = συντηρητικός = σκοταδιστής = αναχρονιστικός = δεξιός• δημοτικιστής = προοδευτικός = φωτισμένος επαναστάτης = αριστερός. Άλλαζε η γλώσσα; άλλαζαν δάσκαλοι, καθηγητές, πολιτικοί… αναφορές, διώξεις... κάποτε άλλαζαν και κυβερνήσεις: Με την εξέγερση των φοιτητών στα «Ευαγγελικά» (3-11-1901, ενάντια στη μετάφραση του Ευαγγελίου στη δημοτική), παραιτήθηκε η κυβέρνηση Γ. Θεοτόκη και ο μητροπολίτης Αθηνών Προκόπιος. Στα «Ορεστειακά» είχαμε άλλη, αιματηρή αυτή τη φορά, εξέγερση (6-11-1903, όταν «ανέβηκε» η Ορέστεια του Αισχύλου σε νεοελληνική μετάφραση). Αλλά και των λογίων η πλευρά δεν παρουσίαζε λιγότερο λυπηρή εικόνα: Σε συνέδριο της φιλοσοφικής σχολής (σε συζήτηση περί της πειθαρχικής δίωξης του Ι. Θ. Κακριδή), προς αποσαφήνιση παλαιότερων λεγόμενών του, λέει ο κ. «Χ»[6]: «Αλλά ιδού τι είπον εγώ κατά την συνεδρίαν… Ούτω θα δοθή το τελευταίο πλήγμα: κατάργησις του Ελληνικού αλφαβήτου, εισαγωγή του λατινικού αλφαβήτου και τέλος η κατάργησις των κλασικών σπουδών εν Ελλάδι, ο παλαιός πόθος των μαλλιαροκουμουνιστών και των κοινώς νυν καλούμενων δημοτικιστών»[7] και σε επόμενο φύλλο: «εκπαιδευτικός τις … προτείνει την κατάργησιν εν τοις γυμνασοίοις της διδασκαλίας της αρχαίας Ελληνικής γλώσσης και την αντ’ αυτής εισαγωγήν αναγνώσεων «καλών» (=μαλλιαρών!)[8] μεταφράσεων• είμαι πεπεισμένος ότι και αυταί αι μεταφράσεις εν προσεχεί μέλλοντι θα εξωστρακίζοντο, ώστε εν τω Γυμνασίω ο Έλλην μαθητής ουδέν θα μανθάνη περί του αρχαίου Ελληνικού πολιτισμού και της γλώσσης των ενδόξων ημών προγόνων!»[9].

Και όλα αυτά, βέβαια, είναι αρκετά για να καταλάβει κανείς το τι γινότανε στο εκπαιδευτικό σύστημα και τι τελικά υπέφεραν οι μαθητές σπουδάζοντας ελληνική γλώσσα!

Αλλά ο παλιός μαθητής είναι σημερινός δάσκαλος• κατάλαβε• θα παλέψει• θα μπει αύριο στην τάξη του κα θα πει: Τα όρια της γλώσσας μας - τα όρια του νου μας…!

Σημειώσεις-Παραπομπές

[1] Α. Ε. Μέγα, Ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, Δωδώνη, Αθήνα – Γιάννινα 1997, τομ. Α΄, σ. 165.
[2] Οι χρονολογίες στις παρενθέσεις αναφέρονται στη δράση των προσώπων (ιδ. συγγραφική) και όχι στη γέννηση ή το τέλος της ζωής τους.
[3] Δ. Σολωμού, Πεζά και Ιταλικά, Ίκαρος, Αθήνα 1979, σ. 12.
[4] Στο ίδιο, σ. 24.[5] Α. Ε. Μέγα, ό. π., τομ. Β΄, σ. 193 κ. ε.
[6] Το όνομα του εν λόγω καθηγητή είναι, ασφαλώς, στη διάθεση οποιουδήποτε, αφού ούτως ή άλλως αναφέρεται στο συγκεκριμένο βιβλίο. Δεν αναφέρεται όμως εδώ, γιατί το απόσπασμα έχει παρθεί ως παράδειγμα και δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως σκόπιμα επιλεγμένο ή μεμονωμένο (περιστατικό).
[7] Εκ των συνεδρίων της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, Η αντιδικία των τόνων, Τζέλα – Δελαγραμμάτικα, Αθήνα 1944, σ. 30.[8] Μαλλιαρός ή μαλλιαριστής = οπαδός ιδ. του Ψυχάρη, ο γράφων μαλλιαρισμούς, δηλ. «θύμησες» κ.τ.λ. (όρος προερχόμενος από τα μακριά μαλλιά των δημοτικιστών). Αντίθ.: μακαρονιστής = αρχαϊστής (ο αναμιγνείων παλαιούς και νέους γλωσσικούς τύπους – όπως το ανακάτεμα της μακαρονάδας).
[9] Εκ των συνεδρίων της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, ό. π., σ. 34.