Τρίτη, 28 Ιουλίου 2009


ΦΟΒΟΣ & ΑΓΑΠΗ ΘΕΟΥ, ΔΕΙΣΙΔΑΙΜΟΝΙΑ, ΙΚΕΤΕΣ & ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ


« Πάλιν παραλαμβάνει αὐτόν ὁ διάβολος εἰς ὂρος πολύ ὓψηλόν, καί δεικνύει εἰς αὐτόν πάντα τά βασίλεια τοῦ κόσμου καί τήν δόξαν αὐτῶν, 9 καί λέγει πρός αὐτόν· Ταῦτα πάντα θέλω σοί δώσει, ἐάν πεσών προσκυνήσης με. 10 Τότε, ὁ Ἰησοῦς λέγει πρός αὐτόν· Ὓπαγε, Σατανᾶ· διότι εἶναι γεγραμμένον, Κύριον τόν Θεόν σου θέλεις προσκυνήσει καί αὐτόν μόνο θέλεις λατρεύσει. »

Κατά Ματθαίον, Κεφ. Γ΄, 8 -10


ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΙΟΣ ΙΚΕΤΗΣ & ΕΝΑΣ ΑΡΧΑΙΟΣ ΨΕΥΤΗΣ ΘΕΟΣ

Ηροδότου Ιστορίαι (Ι 157-160)

Μετάφραση Ε. Πανέτσου

[Ο Κύρος έχοντας καταλάβει την Λυδία αφήνει στις Σάρδεις διοικητή τον Τάβαλο και με τον Κροίσο αιχμάλωτο-σύμβουλο επιστρέφει στην Περσία. Κάποιος Πακτύης ξεσηκώνει τους Λυδούς και αρχίζει να πολιορκεί τον Τάβαλο στην ακρόπολη των Σάρδεων. Ο Κύρος στέλνει τον Μαζάρη να επιβάλλει την τάξη].

157 Αφού λοιπόν έδωκε αυτάς τας διαταγάς καθ' οδόν ο Kύρος, εξηκολούθει την πορείαν του προς την χώραν των Περσών· ο δε Πακτύης άμα έμαθε ότι πλησιάζει στρατός βαδίζων εναντίον του, εφοβήθη και έφυγε γρήγορα-γρήγορα εις την Κύμην. Και ο Μήδος Μαζάρης επροχώρησε προς τας Σάρδεις έχων ένα μέρος του στρατού του Κύρου, όσον κι' αν ήτο, αδιάφορον, κι' επειδή εύρε ότι δεν ήσαν πλέον εις τας Σάρδεις ο Πακτύης και οι μετ' αυτού, πρώτον επέβαλεν εις τους Λυδούς να εκτελούν τας διαταγάς του Κύρου· και εξ αιτίας της διαταγής αυτού οι Λυδοί άλλαξαν εντελώς τον τρόπον της ζωής των. Έπειτα ο Μαζάρης έστειλε απεσταλμένους εις την Κύμην και τους διέταξε να του παραδώσουν τον Πακτύην. Οι Κυμαίοι όμως απεφάσισαν να αναφέρουν το πράγμα εις τον θεόν των Βραγχιδών και να ζητήσουν συμβουλήν. Διότι εις εκείνο το μέρος υπήρχεν ένα μαντείον από τα παλιά χρονιά και απ' αυτό συνήθιζαν να ζητούν χρησμόν και οι Ίωνες όλοι και οι Αιολείς. Το μέρος αυτό είναι εις την περιοχήν της Μιλήτου υπεράνω του λιμένος Πανόρμου.

158 Έστειλαν λοιπόν οι Κυμαίοι θεοπρόπους εις τους Βραγχίδας και ηρώτων, σαν τι πρέπει να κάνουν με τον Πακτύην, ώστε να ευχαριστήσουν τον θεόν. Ενώ επρόβαλλον αυτήν την ερώτησιν, τους εδόθη χρησμός να εκδώσουν τον Πακτύην εις τους Πέρσας. Μόλις την έφεραν πίσω την απάντησιν αυτήν και την ήκουσαν οι Κυμαίοι, ετοιμάζοντο να τον παραδώσουν. Ενώ όμως οι περισσότεροι ήσαν έτοιμοι να το κάμουν, ένας από τους εγκρίτους πολίτας, ο Αριστόδικος, ο υιός του Ηρακλείδη, επειδή δεν έδινε πίστιν εις τον χρησμόν και υπώπτευε ότι οι θεοπρόποι δεν λέγουν την αλήθειαν, συνεκράτησε τους Κυμαίους να μη το κάμουν, έως πού έφυγαν άλλοι θεοπρόποι, από τους οποίους ένας ήτο και ο Αριστόδικος, διά να ερωτήσουν δια δευτέραν φοράν δια το ζήτημα του Πακτύη.

159 Σαν έφθασαν εις τους Βραγχίδας, εζήτει χρησμόν εξ ονόματος όλων ο Αριστόδικος και απηύθυνε την έξης ερώτησιν: «Κύριε, ήλθε προς ημάς ως ικέτης ο Λυδός Πακτύης δια να γλυτώση από βίαιον θάνατον εκ μέρους των Περσών αυτοί όμως τώρα τον ζητούν καλά και σώνει και προκαλούν τους Κυμαίους να τον παραδώσουν. Αλλ' ημείς μολονότι φοβούμεθα την δύναμιν των Περσών, δεν ετολμήσαμεν ως τα σήμερα να παραδώσωμεν τον ικέτην, πριν μας δηλωθή σαφώς εκ μέρους σου, ποιό από τα δυό να κάνωμε.» Εκείνος μεν αυτήν την ερώτησιν απηύθυνε, ο δε θεός τουςχρησμό και τους εκάλει να παραδώσουν τον Πακτύην εις τους Πέρσας.Ναι, προστάζω, δια να ασεβήσετε και να χαθήτε μιά ώρα αρχύτερα, και έτσι να μη έλθετε άλλη φορά εις το μαντείον να ερωτάτε, αν πρέπη να παραδώσετε ικέτας». παρουσίαζε πάλιν τον ίδιο Ύστερα απ' αυτήν την απάντησιν ο Αριστόδικος κατέστρωσε ένα σχέδιον και να τι έκανε· εγύριζε γύρω γύρω εις τον ναόν και ξεφώλιαζε τα σπουργίτια και όσα άλλα είδη πουλιών είχαν κτίσει την φωλιά τους εις τον ναόν. Αλλά την ώρα πού το έκανε αυτό, λέγουν, ότι εβγήκε μία φωνή από το άδυτον πού απηυθύνετο προς τον Αριστόδικον και του έλεγε· «Ανοσιώτατε άνθρωπε, πως τολμάς να το κάνης αυτό; διώχνεις από τον ναόν τους ικέτας μου;» Κι' ο Αριστόδικος, λέγουν, χωρίς να παραξενευθή απήντησε προς την φωνήν· «Κύριε, συ ο ίδιος έτσι προστατεύεις τους ικέτας σου, και τους Κυμαίους τους προστάζεις να παραδώσουν τον ικέτην;» Και ο θεός, λέγουν, απήντησε πάλιν· «

160 Όταν έφεραν πίσω αυτά τα λόγια και τα ήκουσαν οι Κυμαίοι, επειδή δεν είχαν όρεξη ούτε να τον παραδώσουν και να χαθούν, ούτε πάλι να τον κρατήσουν κοντά τους και να εκτεθούν εις πολιορκίαν, τον έστειλαν έξω από τον τόπον τους εις την Μυτιλήνην. Οι Μυτιληναίοι, επειδή ο Μαζάρης έστειλε από πίσω του ειδοποίησιν να παραδώσουν τον Πακτύην, ετοιμάζοντο να το κάμουν, αν τους εδίδετο κάποια χρηματική αμοιβή, αδιάφορον πόση· διότι δεν είμαι εις θέσιν να αναφέρω επακριβώς το ποσόν, και τούτο, διότι το παζάρεμα δεν επήρε τέλος. Οι Κυμαίοι δηλαδή, μόλις έμαθαν, ότι οι Μυτιληναίοι έκαναν τοιαύτας διαπραγματεύσεις, έστειλαν ένα πλοίον εις την Λέσβον και πήραν τον Πακτύην και τον μετέφεραν εις την Χίον. Από εκεί τον απέσπασαν βιαίως οι Χίοι από το ιερόν της πολιούχου Αθηνάς και τον παρέδωσαν. Και τον παρέδωσαν οι Χίοι λαβόντες αντάλλαγμα την περιφέρειαν του Αταρνέως· η περιφέρεια αυτού του Αταρνέως είναι εις την χωράν της Μυσίας, απέναντι της Λέσβου. Παρέλαβον λοιπόν οι Πέρσαι τον Πακτύην και τον εφύλαττον καλά, θέλοντες να τον παρουσιάσουν είς τον Κύρον. Και υπήρξε εποχή και μάλιστα μακράς διαρκείας, που κανένας κάτοικος της Χίου προσφέρων θυσίας εις οιονδήποτε θεόν δεν εχρησιμοποίει ουλάς κριθής από την περιφέρειαν αυτού του Αταρνέως, ούτε εζύμωνε ιερά πλακούντια από σίτον της περιφερείας αυτής και γενικά όλα τα προϊόντα αυτής της περιφερείας απεκλείοντο από κάθε θρησκευτικήν χρήσιν.

ΕΝΑΣ ΑΝΘΡΩΠΟΘΥΣΙΑΣΤΗΣ ΙΚΕΤΗΣ ΙΕΡΕΑΣ ΤΟΥ ΔΙΟΝΥΣΟΥ

Κόρεσος: Μυθ. Ιερέας του Διονύσου εν Καλυδώνι. Καταλήφθηκε από έρωτα προς κάποια παρθένο Καλλιρρόη και μη πετυχαίνοντας στις προτάσεις του, κατέφυγε ικέτης στον Διόνυσο. Ο Θεός εκδικούμενος τον ιερέα του που προσβλήθηκε από την Καλλιρρόη, προσέβαλε με παραπληξία τους Καλυδώνιους, οι οποίοι πεθαίνοντας σωρηδόν, κατέφυγαν στο μαντείο της Δωδώνης για συμβουλές. Κατά τον χρησμό η επιδημία θα κατάπαυε μόνο εάν οι Καλυδώνιοι έθυαν στον Διόνυσο την Καλλιρρόη ή εάν θυσιάζονταν κάποιος άλλος στην θέση της. Η δεύτερη λύση δεν πέτυχε διότι κανείς δεν προσφέρθηκε και κατά την ταγμένη ημέρα οδηγήθηκε η παρθένος στον βωμό. Πιεζόμενος όμως ο Κόρεσος από τον έρωτά της προς αυτήν, και που ως ιερέας θα την έσφαζε ο ίδιος, σφάχτηκε ο ίδιος αντί αυτής. Τότε η Καλλιρρόη συγκινημένη δια την πράξη του ιερέα, σφάχτηκε μόνη της σε μια πηγή, την οποία αργότερα ονόμασαν Καλλιρρόη (Παυσ. Ζ΄ 21)

Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια, τόμος ΙΔ΄, σελ. 879 Παπάς Π. Ν. Φιλόλογος

ΦΟΒΟΣ ΘΕΟΥ, ΑΓΑΠΗ ΘΕΟΥ

Ακολουθεί το κεφάλαιο VIII, από το βιβλίο «Η Σιβύλλα, τρία δοκίμια για την αρχαία Θρησκεία και το Χριστιανισμό»,του Θαδαίου Ζελίνσκι Εκδόσεις Εκάτη, Ιούλιος 2002

Πριν από λίγο, έθιξα το ζήτημα της παγκοσμιότητας: δεν πρόκειται να εμβαθύνω σ' αυτό. Επειδή βιάζομαι να κλεί­σω την προεισαγωγική αυτή μελέτη, θα τονίσω ένα μόνο αλλά ουσιαστικό σημείο: το φόβο και την αγάπη του θεού.

Υπήρξε κάποτε στην Ελλάδα μια εποχή -είναι η λεγόμε­νη Ομηρική εποχή- όπου οι θεοί, κυβερνώντας τις ανθρώ­πινες υποθέσεις από την κορυφή του Ολύμπου, ενέσπειραν στους θνητούς φόβο αρκετά δυνατό. Το θείο, εκείνη την εποχή, δεν ήταν βέβαια αυτό το δυσδιάκριτο και άγριο όν, το οποίο, δείχνοντας τη μορφή του στα πεδία τ' ουρανού, υποδούλωνε τους ανθρώπους με την τρομερή του όψη, όπως την αποτύπωσε η νοσηρή και υπερερεθισμένη φαντασία του Λουκρήτιου. Οι σχέσεις ανάμεσα στους θεούς και τους ανθρώπους ήταν αρκετά στενές. Οι άνθρωποι ήταν κάποτε αντικείμενο μιας ανιδιοτελούς αγάπης των θείον. Ακούστε τη συγκινητική προσευχή του Διομήδη στη θεά. την προστά­τιδα του:

«Μυαλό δεν έχεις, ξένε, φαίνεται, γιατί από μακριά θα. φθάνεις, που τους θεούς μου λες να σκιάζουμαι, να φεύγω την οργή τους! Μηδέ τον Δία ψηφούν οι Κύκλωπες το βροντοσκουτάρατο».(Ομήρου Οδύσσεια Ι, στ. 273-76, μτφρ. Καζαντζάκη -1. Κακρι­δή.)

Αλλά η αγάπη αυτή απέχει πολύ από το να 'ναι αμοι­βαία. Στον Όμηρο δεν θα βρούμε κανένα χαϊδευτικόαγάπη των ανθρώ­πων για τους θεούς τους. Η εγγύηση της αρετής δεν είναι η αγάπη, είναι ο φόβος των κυρίων του Ολύμπου. Όταν ο Οδυσσέας στις περιπλανήσεις του αναρωτιέται με αγωνία αν μπορεί να εμπιστεύεται τους ανθρώπους του τόπου όπου έφθασε, το κάνει με τον ακόλουθο τρόπο: «Είναι μήπως βίαιοι και άγριοι και άδικοι, ή είναι φιλόξενοι, και έχουν στην καρδιά τους το φόβο του θεού;» (Θεουδείς). Και όταν ο ίδιος ο Οδυσσέας εκλιπαρεί τη φιλοξενία του κύκλωπα Πολύφημου, το κάνει υποχρεώνοντας τον να φοβάται τους θεούς, και παίρνει τη σκληρή απάντηση: «Είσαι πολύ ανόη­τος, αν νομίζεις ότι εμείς οι κύκλωπες φοβούμαστε καθό­λου τους θεούς σου». επίθε­το, ούτε άλλη ένδειξη, που να μαρτυρεί

Στην ιστορική περίοδο η κατάσταση ήταν εντελώς δια­φορετική. Πολύ βαθιά είναι η παρατήρηση του Ουάρρωνα. όταν βεβαιώνει ότι οι εικόνες των θεών συνέβαλαν στο να εξαφανισθεί ο φόβος που του ενέπνεαν στο παρελθόν. Πράγ­ματι, ο Όμηρος γνωρίζει τη χωρίς είδωλα λατρεία, λατρεία η οποία αποδίδεται σε όντα χωρίς προσδιορισμένη μορφή, και γι' αυτό μάλιστα προκαλούν ανησυχία. Όμως, ύστερα από τα πρώτα ψηλαφίσματα παιδιάστικης και απλοϊκής τέχνης, ιδού που έρχονται οι Φειδίες και οι Πολύκλειτοι, που τους ακολουθούν σύντομα οι Κηφισσόδοτοι. οι Πραξιτέληδες. οι Λύσιπποι. Τους αποκάλεσα αλλού προφήτες της σμίλης, γιατί έδωσαν στους θεούς την κανονική τους μορφή για όλη την Ελλάδα, γιατί υπήρξαν οι μεσολαβητές της αποκάλυψης του θείου στο ωραίο. Ήταν προφήτες και για έναν άλλο λόγο, όχι λιγότερο σοβαρό. Χάρη σ' αυτούς, η εποχή της αγάπης των θεών διαδέχθηκε την εποχή του φόβου. Τότε μόνον βρήκαν για τους θεούς αυτά τα οικεία και συγκινητικά επίθετα: φίλε Δία, φίλη Άρτεμη, φίλες ώρες.

Όσον αφορά το φόβο, δεν εγκαταλείφθηκε εντελώς. Το απόφθεγμα του Αισχύλου: «ἒσθ΄ ὃπου τό δεινό εὐ» διατηρού­σε την αξία του. Περισσότερο από ποτέ έπρεπε να φοβού­νται τις Ερινύες, τις τρομερές θεότητες, οι οποίες οδηγού­σαν τους άφρονες θνητούς στο έγκλημα και στο θάνατο. Τους θεούς όμως έπρεπε να τους αγαπούν. Ο Σοφοκλής διευ­κρίνισε καλά αυτή τη διαφορά, βάζοντας το χορό των γε­ρόντων στην τραγωδία του Οιδίπους επί Κολωνό) να πει γι' αυτές τις τρομερές θεότητες:

«Πάρ' το απόφαση, ω ξένε, που βρίσκεσαι σε ξένη γη, ν' αποφεύγεις με φόβο ό,τι η πόλη προστατεύει χωρίς να το αγαπά και να δέχεσαι ό,τι αγαπά».

Όποιος πλανιόταν αναφορικά με αυτό το τελευταίο ση­μείο, όποιος επέμενε να φοβάται εκείνους που έπρεπε ν' αγαπά, αυτός δεν εθεωρείτο ευσεβής, αλλά δεισιδαίμονας: όπως το λέει η λέξη δεισιδαίμων, «εκείνος που φοβάται τους θεούς». Ας συγκρίνουμε αυτή τη λέξη με το Ομηρικό θεονδής και θα καταλάβουμε τη διαφορά ανάμεσα στις δύο εποχές.

Τέτοια ήταν υπό αυτή την άποψη η αρχαία θρησκεία -η θρησκεία της αγάπης, θέλετε να εξετάσουμε υπό την ίδια άποψη την αντίπαλο της. την ιουδαϊκή θρησκεία;

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη θριαμβευτική απάντηση που μου έδωσε, κάποτε, όταν ανέπτυσσα σε μια συγκέντρωση σοφών μερικές από τις ιδέες τις οποίες διατυπώνω σ' αυτή τη με­λέτη, ένας απολογητής του ιουδαϊσμού, πολύ άξιος κατά τα άλλα. Μου θύμισε, απαγγέλλοντας τα στα εβραϊκά, τα πολύ γνωστά λόγια του Δευτερονόμιου, που και σήμερα αποτε­λούν ακόμα το πιο ιερό τμήμα των εβραϊκών προσευχών, το Άκουε Ισραήλ: «Ν' αγαπάς, λοιπόν, τον Κύριο, τον θεό σου, μ' όλη την καρδιά σου, μ' όλη την ψυχή σου και μ' όλη τη δύναμη σου. Να μείνουν στην καρδιά σου οι εντολές αυτές, που εγώ σήμερα σου δίνω. Να τις διδάσκεις στα παιδιά σου και να μιλάς γι' αυτές όταν κάθεσαι στο σπίτι σου και όταν βαδίζεις στο δρόμο, όταν ξαπλώνεις για ύπνο και όταν σηκώνεσαι. Να τις δέσεις σαν σημάδι στο χέρι σου και να τις έχεις σαν έμβλημα στο μέτωπο σου, ανάμεσα στα μάτια σου. Να τις γράψεις στις παραστάδες της πόρτας του σπιτιού σου και στις πύλες της πόλης σου». Στη συνέχεια με ρώτησε πονηρά, αν το ve ahavta του πρωτότυπου είχε λανθασμένα αποδοθεί με το: «και αγαπήσεις». -«Α, ναι, του απάντησα, χαράξατε καλά αυτά τα λόγια στο χέρι σας και ανάμεσα στα μάτια σας. τα γράψατε στα κατώφλια και στις πόρτες σας -δεν τα χαράξατε όμως στην καρδιά σας».

Αυτό το αποδεικνύει η πραγματεία της Mischna η λεγό­μενη Berakoth (δηλαδή οι Μακαρισμοί). Οι χρονικοί προσ­διορισμοί «κοιταζόμενος και διανιστάμενος», πολύ ασα­φείς, δημιούργησαν αμφιβολίες. Είναι φανερό ότι ο θεός ήθελε να υποδείξει το βράδυ και το πρωί. Ποια είναι όμως τα όρια του ενός και του άλλου; Όσον αφορά το πρωί, όρι­ζαν ότι αρχίζει την ώρα που μπορεί κανείς να διακρίνει το κυανοπόρφυρο από το άσπρο. Όχι, απάντησε ο ραβίνος Ελιέζερ. αρχίζει όταν το διακρίνουμε από το πράσινο (Ι, 2). Φαντάζεστε παιδιά που θα κανόνιζαν έτσι τις τρυφερότη­τες τους προς τον πολυαγαπημένο τους πατέρα; Όποιος σέ­βεται αυτά τα όρια είναι «αθώος». Όποιος δεν τα σέβεται, δεν είναι. Αυτό σημαίνει ότι η προσευχή δεν είναι καθόλου μια πράξη η οποία ανταποκρίνεται σε ανάγκη της καρδιάς. Είναι ένα καθήκον που επιβάλλεται από ψηλά, το οποίο κανείς δεν μπορούσε να εκπληρώσει παρά μόνο αν τηρού­σε τους όρους που είχαν προκαθορισθεί.

Ας υποθέσουμε ότι ένα βράδυ ταξιδεύω πάνω στο γάι­δαρο μου· τι πρέπει να κάνω; - Να κατέβεις (IV,3} και να κοιμηθείς καταγής, λέει ο μεγάλος ραβίνος Σαμμάι (Ι, 3) εφόσον έχει λεχθεί: «κοιταζόμενος». Άλλοι όμως δεν συμ­φωνούσαν μαζί του. Γενικά αυτό το «κοιταζόμενος» έδινε αφορμή για εσφαλμένες διχογνωμίες. Να, για παράδειγ­μα ο νιόπαντρος την πρώτη νύχτα του γάμου του. Είναι και αυτός υποχρεωμένος να απαγγείλει το «Ακουε Ισραήλ» για να‘ναι αθώος; Δεν είναι όμως βέβαιο ότι έχει το δι­καίωμα, δεδομένου ότι βρίσκεται σε κατάσταση κάπως βέβηλη. Από την άλλη όμως πλευρά, αν επικρατήσει μέσα του η ευσέβεια, είναι καλό να του το απαγορεύσουν; Επι­κράτησε η λογική γνώμη: θα κάνει ό,τι νομίσει καλό (ΙΙ, 5}. Από τη στιγμή όμως που δόθηκε η ώθηση προς αυτή την κατεύθυνση, παρουσιάσθηκαν και άλλα από τα απόκρυ­φα της σεξουαλικής ζωής -για τον άνδρα, εννοείται, για­τί η γυναίκα σαν τέτοια είναι απαλλαγμένη από το «Άκουε Ισραήλ» (ΙΙΙ, 3). Αυτό σημαίνει ότι μόλυνση και ιερή προ­σευχή είναι πράγματα ασυμβίβαστα. Έστω, αν υπάρχει στίγμα, υπάρχει και καθαρμός. Ας σπεύσει λοιπόν ο μο­λυσμένος να κάνει μπάνιο. Άλλη δυσκολία: βρίσκεται ακριβώς μέσα στο νερό, και ιδού που ξεπροβάλλει ο ήλιος· δεν θα 'χει το χρόνο να βγει και να καλυφθεί, όπως απαι­τεί το έθιμο για την προσευχή. Ας καλυφθεί λοιπόν με το νερό -δηλαδή, ας κάνει μια βουτιά- και ας πει την προ­σευχή του κάτω απ’ το νερό. Ας ελπίσουμε ότι θα μπορέ­σει να το κάνει χωρίς να πνιγεί. Δεν είναι αυτό το οποίο ανησυχεί τον εξηγητή, αλλά μάλλον τούτο: το νερό αυτό θα 'ναι αρκετά καθαρό; Όχι για το μπάνιο, αυτό του εί­ναι αδιάφορο, αλλά για την κάλυψη του κεφαλιού πρό­κειται. Ποια είναι η απόσταση μεταξύ του νερού και της λάσπης; Τέσσερις πήχες, απαντά με σοβαρό ύφος ο εξη­γητής (ΙΙΙ, 5). Τι σημαίνει αυτό; Κανείς δεν το ξέρει.

Εκείνο, αντίθετα, που θα 'πρεπε να ξέρουν, μπροστά σ' αυτή την πιο ακανθώδη περιττολογία που υπήρξε ποτέ, εί­ναι ότι ο Χριστός είχε πολύ δίκιο όταν απευθυνόταν στους Φαρισαίους με τα πικρά λόγια, που του αποδίδει ο Άγιος Ιωάννης (κεφ. 5, στ. 42. παραβλ. Κατά Λουκάν, κεφ. 11. στ. 42): «Εσάς όμως σας ξέρω· ξέρω πως μέσα σας δεν αγαπάτε τον Θεό».

Ας επιστρέψουμε στις Γραφές, ας συμβουλευθούμε τους προφήτες, τους ψαλμούς, κυρίως αυτούς, αυτές τις τόσο εν­δόμυχες μαρτυρίες της ευσεβούς και ανήσυχης ιουδαϊκής ψυχής. Βρίσκουμε αυτή την ψυχή κυριευμένη από το φόβο του Υψίστου. Μέσα σε τόσες στροφές που μαρτυρούν τη δύναμη του, μόλις τρεις ή τέσσερις μας μιλούν δειλά για την αγάπη του θεού και αυτές ακόμα από ψαλμούς μεταγενέ­στερης χρονολόγησης, ελληνιστικής (Ψαλμοί, κεφ. XXXI, 24, ΙΧΙΧ, 37 ΧCVII, 10 CXLV, 20).

Οι Έλληνες πρόσεξαν καλά τη διαφορά που υπήρχε ανά­μεσα στη δική τους αντίληψη για το θείο και την ιουδαϊκή. Όταν ο ιουδαϊσμός άρχισε να κάνει τις κατακτήσεις του στην τοτινή κοινωνία και όταν κύκλοι προσήλυτων περι­στοίχιζαν τις συναγωγές, έδωσαν σ' αυτούς το χαρακτηρι­στικό όνομα «οι φοβούμενοι τον θεόν». Και παρ' όλο που ο χριστιανισμός αναγνώρισε την Παλαιά Διαθήκη των Εβραίων ως ένα από τα ιερά του βιβλία, δεν είναι λιγότερο αληθινό ότι ο τρομερός και ζηλότυπος θεός του Ισραήλ δεν είναι με κανένα τρόπο ο «καλός θεός των χριστιανών».

Δεν θα 'πρεπε, ωστόσο, οι παρατηρήσεις αυτές να δώ­σουν αφορμή για παρεξηγήσεις. Όταν αντιπαραθέτουμε στη θρησκεία της αρχαίας Ελλάδας τον ιουδαϊσμό ως θρησκεία του φόβου, αυτό δεν γίνεται για να τον κατηγορήσουμε. Τέτοιος που 'ναι ο άνθρωπος, ή για να 'μαστε πιο ακριβείς, τέτοιοι που 'ναι ορισμένοι άνθρωποι, ο φόβος του θεού δεν παύει να αποτελεί μια εξαιρετικά σωτήρια παιδαγωγική δύναμη. Υπάρχουν πράγματα που πρέπει να τα 'χει ζήσει κανείς για να τα κατανοήσει σε βάθος. Ας μου επιτραπεί λοιπόν να αναφέρω ένα περιστατικό στο οποίο ήμουν αυ­τόπτης μάρτυρας. Συνέβη στη Ρωσία το 1919. Στο χωριό όπου περνούσαμε το καλοκαίρι εισέβαλαν στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού. Ο άνθρωπος που μας φιλοξενούσε, ένας θαρραλέος γέροντας, ήταν μεταξύ των θυμάτων. Όταν η γυναίκα του έπεσε στα πόδια του δήμιου που τον χτυπού­σε, τον ικέτευσε μ' έναν συνηθισμένο στους Ρώσους τρό­πο: «Φοβήσου λοιπόν τον θεό!». Έλαβε την απάντηση του Κύκλωπα: «Δεν αναγνωρίζουμε το δικό σας θεό!».

Α. βέβαια! Συζητάς για θρησκευτικά ζητήματα, με ξέ­νοιαστη καρδιά, με το τσιγάρο στο χέρι: δεν είσαι ποτέ βέ­βαιος ότι δεν θα 'ρθει μια ωραία μέρα μια προσωπική δο­κιμασία ν' ανατρέψει τις επιδέξια, επεξεργασμένες θεωρίες σου. Αυτό συμβαίνει γιατί η θρησκεία αποκαλύφθηκε σε ανθρώπους οι οποίοι είχαν να σηκώσουν φορτία πολύ δια­φορετικού βάρους από το βάρος ενός τσιγάρου. Ας το 'χουμε υπόψη μας.

Είπα: «τέτοιοι που είναι ορισμένοι άνθρωποι». Υπάρ­χουν και άλλοι, και αυτό είναι ευχάριστο. Ο Σιρακίδης είχε πολύ δίκιο, όταν έλεγε ότι ο φόβος του θεού είναι η αρχή της σοφίας. Εκείνο που ξέχασε να προσθέσει, είναι ότι η αγάπη του θεού είναι η συνέχεια και το τέλος της.

ΙΚΕΤΕΣ

Ικέτης καλούνταν αυτός που έρχονταν προς κάποιον επειδή κινδύνευε, και ζητούσε ασφάλεια και βοήθεια. Προσέτι δε σε ικεσία καταφεύγει ο φυγάς ο οποίος αφού διώκεται από εχθρούς, έρχεται προς ξένη χώρα για να προστατευτεί από ένα ισχυρό ηγεμόνα ή άρχοντα. Τέτοιοι φυγάδες γίνονταν κατά τους ηρωικούς αιώνες οι φονιάδες, οι οποίοι στην πατρίδα τους είχαν ανθρωποκτονήσει και καταδιωκόμενοι από τους γονείς του φονευμένου, προσέτρεχαν προς ένα ισχυρό ξένο για να βρουν άσυλο και σωτηρία. Ο ικέτης μπορούσε να φέρει με τα χέρια του ικετηρία την οποία αφού τοποθετούσε επί του βωμού ή επί της εστίας του ικετευόμενου γίνονταν ιερός και απαραβίαστος. Οι ικέτες τελούσαν υπό την προστασία του ικεσίου Διός και της ικεσίας Θέμιδας. Ο ικέτης δεν μπορούσε πάντα να εκτελέσει τις διατυπώσεις της ικετηρίας, έπεφτε στα γόνατα του ικετευόμενου και τον ικέτευε στο όνομα του πατέρα, της μητέρας και των παιδιών, να τον σώσει. Από δω πηγάζει και η φράση «γουνάζομαι, γουνούμαι τινα». Συνήθως οι ικέτες προσέτρεχαν στα ιερά των θεών για να μην βιασθούν όπως οι Επιδάμνιοι «ικέται καθεζόμενοι εις το Ήραιον εδέοντο των Κερκυραίων» (Θουκ. Α’ 24). Στην Αθήνα στα δικαστήρια, όπου δικάζονταν οι δίκες περί φόνων, πρωτύτερα ήταν ιερά θεών, όπου ο φονιάς μετά τον φόνο μπορούσε να καταφεύγει για να σωθεί από την εκδίκηση των συγγενών του φονευμένου. Για μεγαλύτερη ασφάλεια ο ικέτης αγκάλιαζε τον βωμό του θεού. Ήταν δύσκολα να αποσπάσει κανείς τον ικέτη από το ιερό ή και τον ένοχο να αποκτεινώσουν. Αυτό νομίζονταν άγος και οι διαπράττοντας αυτό θεωρούνταν εναγείς και αλιτήριοι.

Οι Λακεδαιμόνιοι απήγαγαν από το ιερό του Ποσειδώνα στο Ταίναρο τους είλωτες ικέτες και τους αποκτείνωσαν κινώντας την μήνιν του θεού και τότε έγινε μέγας σεισμός που έριξε όλα τα σπίτια των Λακεδαιμονίων και το θεώρησαν εκδίκηση του θεού (Θουκ. Α΄, 128). Και οι κάτοικοι της Ελίκης αποκτείνωσαν τους ικέτες του θεού υπέστησαν σκληρότατη τιμωρία αυτού, διότι καταπόντισε τελείως την πόλη τους (βλ. και λ. Κυλώνειον άγος και Παυσανίας). Οι δούλοι όταν κινδύνευαν ικέτευαν σε ορισμένα ιερά, όπως το Θησείο στην Αθήνα. Οι Πλαταιείς κινδυνεύοντας να θανατωθούν από τους Λακεδαιμόνιους «ικέται γίνονται των πατρώων τάφων» (Θουκ. Γ΄, 59). Αξιοσημείωτη είναι η ικεσία του Θεμιστοκλή προς τον Άδμητο τον βασιλιά των Μολλοσών, ο οποίος για να σωθεί από τους κινδύνους, πήρε στην αγκαλιά του το μικρό παιδί του βασιλιά και κάθησε στην εστία (Θουκ. Α΄, 136 )

ΙΚΕΤΗΡΙΑ

Η Ικετηρία ήταν κλαδί ελιάς περιεστεμμένος με ερίου (εριόστεπτοι κλάδοι), τον οποίο ο ικέτης έφερε με τα χέρια του ως σύμβολο της δυστυχής του κατάστασης, για να τύχη προστασίας ή ασφάλειας αφού κινδύνευε ή ήταν αδικημένος. Την ικετηρία την κατέθετε στον βωμό ή στην εστία προς την οποία κατέφευγε. Ο ικέτης αφού κατέθετε τους κλάδους επί του βωμού κάθονταν και εκείνος δίπλα μέχρι ο ικετευόμενος να δηλώσει ότι δέχεται την αίτηση και τότε αυτός ανιστάμενος λαμβάνοντας την ικετηρία απέρχονταν. Οι ικεσίες ήταν πολύ συνηθισμένες στους ιστορικούς χρόνους (Θουκ. Β’ 47, 3). Επειδή το έριο ήταν λευκό, ο Αισχύλος τους αποκαλεί «λευκοστεφείς ικετηρίας» (Ικ. 192). Βρίσκεται επίσης ο τύπος «ικτήριος» και ακόμη «ικτήρ θαλλός» (Ευρ. Ικ. 10). Συνηθισμένες φράσεις ήταν «ικετηρίαν λαμβάνειν, φέρειν, έχειν, τιθέναι παρά τινι ή υπέρ τινός, καταθείναι, προβάλλεσθαι, προέχεσθαι» (προβάλλειν δηλαδή ή έχειν την ικετηρίαν ως ασπίδα).

Οι Έλληνες ποτέ δεν προσκυνούσαν, σκύβοντας μάλιστα στην γη. Σήκωναν μάτια και χέρια στον Ουρανό, όπου κατοικούσαν οι Θεοί τους κι εκεί που αυτός ο Ουρανός άγγιζε τις κορυφές των ψηλότερων βουνών τους, με πρώτο τον Όλυμπο (Πηγή: Περιοδικό Ιχώρ, τεύχος 30, άρθρο «Το μίσος της Αγάπης», Επαμεινώνδας Παντελεμείδης, σελίδα 29)

Για μας τους Έλληνες ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της φυλής μας είναι η υπερηφάνεια. Ο υπερήφανος επιδεικνύει τον εαυτό του, αλλά, για να το επιτύχει αυτό, δεν πρέπει να συρρικνώνει το σώμα του, αλλά να υιοθετήσει ένα ευθυτενές παράστημα και ανάλογο βάδι­σμα. Ο υπερήφανος δεν φοβάται. Δεν γονατίζει. Δεν προσκυνά. Κατά τον Ξενοφώντα δεν είναι γνώρισμα των Ελλήνων το προσκύνημα ούτε θεών ούτε ανθρώπων, το προσκύνημα είναι ίδιον των βαρβάρων. Δεν σέρνεται ο Έλληνας για να εγείρει τον οίκτο τού «θεού» του. Δεν επιζητεί καν τον οίκτο τού θεού του για τη «σωτηρία» του. (Πηγή: Ίων Δημόφιλος, Ηλεκτρολόγος - Μηχανολόγος Ε.Μ.Π., περιοδικό Δαυλός, τεύχος 272 - 273, άρθρο «Ιησούς: Κήρυκας μίσους, διχασμού και ανθελληνισμού, αποκάλυψη του ρόλου του από τα ίδια τα ευαγγέλια», σελίς 17909 κ.εξ. )

Μυθοπλάστες: Επαμεινώνδας Παντελεμείδης & Ίων Δημόφιλος

Απάντηση: Πρώτα θα πρέπει να λεχθεί ότι οι αρχαίοι θεοί των Ελλήνων δεν ήσαν μόνο Ουράνιες θεότητες όσο και χθόνιες, όπως λ.χ. ο Άδης. Μπορεί ο θεός Παν των σπηλαίων να αντιπροσωπεύει τους θεούς στον Ουρανό; Οι φαλλοί; Οι αργοί λίθοι;


Αριστερά: Σύμπλεγμα θεού Πανός και Αίγας από μάρμαρο (Μουσείο Νάπολης)

Δεξιά: Πίνακας του Jean-Auguste-Dominique Ingres, «Δίας και Θέτις» 1811. Λαδομπογιά σε καμβά. Μουσείο Granet, Aix-en-Provence, Γαλλία. [Η Θέτις βρίσκεται ζωγραφισμένη σε μια στάση, γονατισμένη κρατώντας το πηγούνι του Δία, που στην καλλιτεχνία θεωρείται ‘στάση ικεσίας΄]

Οι νεοΕθνικοί ψάχνουν και αναλύουν αρχαία συγγράμματα, για να αποδείξουν πως η λέξη «προσκύνηση» δεν υπάρχει στην αρχαιοελληνική γραμματεία, ώστε δια μέσω μιας ψευτο-υπερήφανης πολιτικής να διασπαστούν από την ταπεινή διδασκαλία της Εκκλησίας της Σωτηρίας του Ιησού Χριστού. Και όμως υπάρχει ένα καίριο ερώτημα - ζήτημα: Μπορεί η ικεσία στην αρχαία Ελλάδα να ήταν αποτέλεσμα υπερήφανης στάσης έναντι των θεών; Σαφώς όχι. Αν συνδυαστεί αυτό λογικά και με τον φόβο των θεών (δεισιδαιμονία), μπορεί να εξάγει κανείς ενδιαφέροντα συμπεράσματα για το τι ένιωθαν και πως παρακαλούσαν το θείο στην αρχαία Ελλάδα.

Ο Μέγας Αλέξανδρος, εφόσον ανακηρύχθηκε θεός, ζητούσε να συμπεριληφθεί το όνομά του στους Ολύμπιους. Ζητούσε από τους συντρόφους του αλλά και από άλλους Έλληνες να το προσκυνούν, όπως ανάλογα έκαναν οι Ασιάτες. Αυτό έρχονταν σε αντίθεση με τα πιστεύω της Ελλάδας για την προσωπικότητα των ελεύθερων πολιτών δηλαδή αδύνατο το προσκύνημα ανθρώπου από άλλο άνθρωπο, με συνέπεια να μην δέχονται αρκετοί Έλληνες να τον προσκυνήσουν. Ο Μ. Αλέξανδρος σκότωσε αρκετούς από τους γνωστούς του μέχρι να κατορθώσει να το επιβάλει αυτό. Μια φορά ο εκ Μακεδονίας αφηχθείς Κάσανδρος βλέποντας τους Ασιάτες να προσκυνούν τον Αλέξανδρο εγέλασε και είπε : «ατε δη τεθραμμένος ελληνικώς κα τιούτο πρότερον μηδέν εωρακώς» και κτυπήθηκε με ορμή από τον Αλέξανδρο.

ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΗ & ΦΟΒΟΣ ΘΕΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

«ΑΓΑΥΗ: Αληθεία, μαύρη συφορά 1375 ο αφέντης μας ο Διόνυσος έριξε μες στα σπίτια σου !

ΚΑΔΜΟΣ: Φριχτά δα του φερθήκατε, στη Θήβα να μην το προσκυνάτε τ' όνομά του.

ΑΓΑΥΗ: Ώρα καλή, πατέρα.» (Πηγή: Ευριπίδης, Βάκχες)

«νήπιός εἰς, ὦ ξεῖν᾽, ἢ τηλόθεν εἰλήλουθας, / ὅς με θεοὺς κέλεαι ἢ δειδίμεν ἢ ἀλέασθαι· / οὐ γὰρ Κύκλωπες Διὸς αἰγιόχου ἀλέγουσιν / οὐδὲ θεῶν μακάρων, ἐπεὶ ἦ πολὺ φέρτεροί εἰμεν·» [Μτφρ: Μυαλό δεν έχεις, ξένε, φαίνεται, γιατί από μακριά φθάνεις που τους θεούς μου λες να σκιάζουμαι, να φεύγω την οργή τους! Μηδέ τον Δία ψηφούν οι Κύκλωπες το βροντοσκουτάρατο.] (Πηγή: Ομήρου Οδύσσεια Ι, στ. 273-76, μτφρ. Καζαντζάκη -1. Κακριδή.)

...o Απόλλων, επιβλητικά ωραίος στη γυμνότητα του, υψώνει με θεϊκή δύναμη και άνεση τό ξίφος του, για νά χτυπήσει τόν γονατισμένο Τιτυό πού τόλμησε νά προσβάλει τή μητέρα του θεού. (Πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Γ΄ 2, σελ. 317)

Μέλη τραγικού χορού γονατίζουν και εκτελούν τη χαρακτηριστική κίνηση του θρήνου γύρω από ερμαϊκή στήλη με την προτομή τον Διονύσου. (Πηγή: Ό,π., σελ. 355)

...η βιβλική εκείνη εικόνα της «Ψυχοστασίας», στην οποία παρουσιαζόταν, στον ουρανό, ο Δίας να αποφασίζει για τον Αχιλλέα και τον Μέμνονα ζυγίζοντας τις ψυχές τους, ενώ στις δύο άκρες τής ζυγαριάς ικέτευαν για τα παιδιά τους γονατιστές οι δύο μητέρες, ή Θέτις και ή Ηώς (Πηγή: Ό,π., σελ. 378)

Ο μιθραϊσμός τής εποχής πού μελετούμε δεν διαμόρφωσε ομοιογενή διδασκαλία όσον άφορα τις σχέσεις του Μίθρα με τον Ήλιο [...] άλλοτε ο Ήλιος έχει θέση κατώτερη από τον Μίθρα, όπως όταν γονατίζει μπροστά του ή έχει άλλη στάση υποτέλειας ή τον οδηγεί με το άρμα του. (Πηγή: Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος Στ΄, σελ. 501).

Δηλαδή ακόμα και οι θεοί μεταξύ τους γονάτιζαν και προσκυνούσαν ο ένας τον άλλον στις αρχαίες θρησκείες.

Εκεί ο μυούμενος γονάτιζε και ο μυσταγωγός προέβαινε σέ διάφορες συμβολικές πράξεις, των οποίων δεν γνωρίζουμε τη σειρά: σε μία σκηνή ο μυσταγωγός πλησιάζει τον μυούμενο, κρατώντας ένα ραβδί ή σπαθί· σε άλλη ο μυούμενος ακουμπά το δεξί γόνατο σε ένα σπαθί ριγμένο στη γη, ενώ ο μυσταγωγός στέκεται πίσω του και ακουμπά τα χέρια του στο κεφάλι του μυούμενου, σε άλλη ο μυούμενος γονατίζει με τα δύο πόδια... (Πηγή: Ό,π., σελ. 502)
Όταν ο δεισιδαίμονας διαβαίνει τα σταυροδρόμια, σταματά εμπρός στους ιερούς λίθους και χύνει επάνω λάδι από τή λήκυθο πού κρατεί, και δεν φεύγει παρά αφού πέσει γονατιστός και προσκυνήσει. (Πηγή: Ο δημόσιος & Ιδιωτικός Βίος των Αρχαίων Ελλήνων, Flaceliere, εκδ. Παπαδήμα, σελ. 271)

Αναφορικά με τις μυήσεις στον Διόνυσο, υπάρχει μία χαρακτηριστική και ενδιαφέρουσα εικονογραφία... Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο των παραστάσεων αυτών είναι ένας τεράστιος ορθωμένος φαλλός σε καλάθι κοσκινίσματος σιτηρών, το λίκνον, καλυμμένο με ύφασμα, ο οποίος αποκαλύπτεται είτε από μια γυναικεία μορφή γονατισμένη... (Πηγή: Μυστηριακές Λατρείας της Αρχαιότητας, Walter Burkert, εκδ. Καρδαμίτσα, σελ. 116)

Αριστερά: Ιερουργία της αποκάλυψης του φαλλού των μυστηρίων. Αρχαίο Ανάγλυφο. Μουσείο Βόννης. (Πηγή : Περιοδικό Δαυλός Αύγουστος - Σεπτέμβριος 2001, τεύχος 236-237)

«αὐτὰρ ἐγὼ Κίρκης ἐπιβὰς περικαλλέος εὐνῆς / γούνων ἐλλιτάνευσα, θεὰ δέ μοι ἔκλυεν αύδῆς» [Μτφρ: Όμως εγώ (ο Οδυσσέας) στην κλίνη την περίκαλλη της Κίρκης βρέθηκα / κι εκεί γονατιστός παρακαλούσα, με την θεά ν’ ακούει τη φωνή μου·] (Πηγή: Οδύσσεια, κ 480-481, Ανθολογία Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, Τόμος Α΄, ΟΕΔΒ, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Αθήνα 2002, Μετάφραση Δ.Ν.Μανωρίτης, σσ. 68-69). Ο Οδυσσέας λοιπόν προσκυνούσε, κι ήταν αυτός που η Οδύσσεια ονομάζει «Διογενὲς Λαερτιάδη» [Μτφρ: Γέννημα του Διός] (Πηγή: Οδύσσεια, λ.473, ο.π, σσ. 74-75)

Ας τύχει της προσοχής το νεοπαγανιστικό παραμύθιασμα του Ίωνα Δημόφιλου. Αναφέρει ο Ίων: «Για μας τους Έλληνες ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της φυλής μας είναι η υπερηφάνεια. Ο υπερήφανος επιδεικνύει τον εαυτό του, αλλά, για να το επιτύχει αυτό, δεν πρέπει να συρρικνώνει το σώμα του, αλλά να υιοθετήσει ένα ευθυτενές παράστημα και ανάλογο βάδισμα. Ο υπερήφανος δεν φοβάται. Δεν γονατίζει. Δεν προσκυνά.». Οι «επιστημονικές αποδείξεις» του; Μια μπαρούφα και μισή. Δηλαδή η γνώμη περί «γνωρίσματος», και όχι απόδειξη συνηθειών, ενός αρχαίου ανθρώπου, του Ξενοφώντα: «Κατά τον Ξενοφώντα δεν είναι γνώρισμα των Ελλήνων το προσκύνημα ούτε θεών ούτε ανθρώπων». Ούτε η ιστορία, ούτε οι πηγές, ούτε η λαογραφία γίνονται εδώ αποδείξεις για τον Ίων. Αρκείται υπερήφανα σε μια γνώμη. Απίστευτη η αποδεικτική λογική των νεοπαγανιστών. Ξέχασε ο Ίων Δημόφιλος ότι 36 τεύχη νωρίτερα ή 3 χρόνια πριν την δημοσιογραφική αυτή «μπαρούφα» του, ο εργοδότης του Δαυλός, παρουσίαζε απεικόνιση «Ελληνίδος» που γονατίζει μπρος σε φαλλικό σύμβολο του θεού Διονύσου. Ο Ίων όμως έχει την εξής γνώμη του Ξενοφώντα γι’ αυτήν: «...δεν φοβάται. Δεν γονατίζει. Δεν προσκυνά».