Πέμπτη, 6 Αυγούστου 2009

ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑΣ

Σύμφωνα με τους Tajfel και Turner (1979), η κοινωνική ταυτότητα αποτελείται από εκείνες τις όψεις της αυτοεικόνας ενός ατόμου που προέρχονται από τις κοινωνικές κατηγορίες ή ομάδες στις οποίες θεωρεί το άτομο ότι ανήκει.

Η θεωρία στηρίζεται σε τρεις βασικές αρχές:

  • Τα άτομα επιδιώκουν να αποκτήσουν και να διατηρήσουν μια θετική κοινωνική ταυτότητα η οποία συμβάλει θετικά στην αυτοεκτίμησή τους.

  • Η κοινωνική ταυτότητα στηρίζεται σε συγκρίσεις που γίνονται ανάμεσα στην ομάδα που ανήκει κάποιος και σε άλλες ομάδες. Το αποτέλεσμα της σύγκρισης καθορίζει αν η ταυτότητα είναι θετική ή όχι. Η εύνοια των μελών της ομάδας κάποιου είναι μια διαδικασία μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η εξύψωση της κοινωνικής ταυτότητας κάποιου.

  • Τα μέλη μιας ομάδας που βιώνουν αρνητική ταυτότητα θα επιδιώξουν είτε να φύγουν από την ομάδα κι αν αυτό δεν είναι εφικτό να επιδιώξουν αλλιώς τη θετική διάκριση.

Διαχείριση της κοινωνικής ταυτότητας

Ο τρόπος που το άτομο αποκαθιστά μια αρνητική κοινωνική ταυτότητα εξαρτάται από την αντίληψη του κοινωνικού κλίματος. Τρεις διαστάσεις του κοινωνικού κλίματος είναι σημαντικές: η διαπερατότητα των ορίων ανάμεσα σε στις ομάδες, η σταθερότητα της θέσης της ομάδας που ανήκει κάποιος και ηνομιμότητα του συστήματος που τοποθετεί την ομάδα κάποιου σε κατώτερη θέση από άλλες ομάδες.

Αν τα όρια ανάμεσα στις ομάδες θεωρούνται διαπερατά τότε κάποιος, που συγχρόνως δεν θεωρεί πολύ ισχυρό το δεσμό του με την ομάδα του, μπορεί να περάσει σε άλλη ομάδα. Αν τα όρια θεωρούνται μη διαπερατά και συγχρόνως υπάρχει ισχυρός δεσμός ανάμεσα στα μέλη της ομάδας, τότε είναι πιο πιθανό να επιλεγούν συλλογικές στρατηγικές, είτε γνωστικές (προσπάθεια βελτίωσης της θέσης της ομάδας σε γνωστικό επίπεδο με την εφεύρεση ενός εναλλακτικού κριτηρίου κοινωνικής σύγκρισης) είτε συμπεριφορικές (κοινωνικός ανταγωνισμός και συγκρούσεις). Αυτό εξαρτάται κι από το πόσο σταθερή θεωρείται η θέση της ομάδας και πόσο νόμιμο το σύστημα ή η διαδικασία που η ομάδα βρέθηκε σε χαμηλή θέση.

Με βάση την ταξινόμηση που προτείνουν οι Blanz, Mummendey, Mielke και Klink(1998) υπάρχουν τέσσερις κατηγορίες στρατηγικών:

  • Ατομικές/συμπεριφορικές: ατομική κινητικότητα ή αφομοίωση (τα άτομα προσπαθούν να μοιάσουν στα μέλη της άλλης ομάδας)

  • Ατομικές/γνωστικές: εξατομίκευση (προσπάθεια διαχωρισμού από τα μέλη της ομάδας που ανήκει κάποιος)

  • Συλλογικές/συμπεριφορικές: κοινωνικός ανταγωνισμός και ρεαλιστικός ανταγωνισμός

  • Συλλογικές/γνωστικές: επαναξιολόγηση της διάστασης της σύγκρισης (μείωση της αξίας του κριτηρίου σύγκρισης), νέα διάσταση σύγκρισης, νέα ομάδα σύγκρισης, επανακατηγοριοποίηση σε κατώτερο επίπεδο (διάσπαση της ομάδας σε υποομάδες), χρονική σύγκριση, σύγκριση με σταθερές (αξίες, νόρμες).

Μια άλλη θεωρία που επιχειρεί να εξηγήσει την κοινωνική αλλαγή είναι η θεωρία της σχετικής αποστέρησης. Σε όλες τις εκδοχές της (Crosby, 1979, Gurr, 1970,Runciman, 1966, Walker and Pettigrew,1984) αυτή η θεωρία υποστηρίζει πως η διαδικασία σύγκρισης με άλλες ομάδες έχει ως αποτέλεσμα την αίσθηση σχετικής αποστέρησης είτε σε ατομικό (αποστέρηση σε σχέση με τα μέλη της ομάδας του) είτε σε ομαδικό επίπεδο (αποστέρηση σε σχέση με άλλες ομάδες). Η αποστέρηση σε ατομικό επίπεδο συνδέεται με προσωπικά συναισθήματα δυσθυμίας και στρες. Η ομαδική αποστέρηση μπορεί να φτάσει σε συλλογική διαμαρτυρία και σύγκρουση. Όταν η αποστέρηση αφορά μεγάλες ομάδες μπορεί να εκδηλωθεί με απεργίες, διαδηλώσεις ή βίαιες εξεγέρσεις. Παράγοντες που σχετίζονται με τη μετατροπή της αποστέρησης σε έμπρακτη διαμαρτυρία θεωρούνται η ομοιότητα της αποστερημένης ομάδας με την ομάδα σύγκρισης, η πίστη πως η συλλογική δράση θα φέρει αποτέλεσμα και η αντίληψη της διαπερατότητας των ορίων της αποστερημένης ομάδας με την ομάδα σύγκρισης.

Μέσα στον ίδιο κοινωνικό χώρο υπάρχουν ομάδες που λειτουργούν με βάση διαφορετικά συστήματα αντιλήψεων. Η συνειδητοποίηση αυτών των διαφορών οδηγούν σε σύγχυση και χάος. Δεν είναι καθόλου εύκολο για ένα άτομο να τοποθετήσει τον εαυτό του απέναντι σε αυτές τις αλληλοσυγκρουόμενες αντιλήψεις.

Ο σκοπός της ύπαρξης της οικογένειας αναθεωρείται κι αυτό οδηγεί σε ανακατατάξεις όσον αφορά τους ρόλους και τους κανόνες συμπεριφοράς. Για να γίνει κατανοητός ο σκοπός της οικογένειας πρέπει να ειδωθεί σε συνάρτηση με τους σκοπούς ενός κοινωνικού συνόλου. Η λειτουργία του συστήματος της οικογένειας συντονίζεται με άλλα συστήματα, με τους σκοπούς και τους στόχους του όλου συστήματος ώστε να πραγματοποιούνται αυτοί οι σκοποί. Αλλαγές στους σκοπούς τους συστήματος επιφέρουν αλλαγές και στα επιμέρους συστήματα. Σε περιόδους κοινωνικών ανακατατάξεων δημιουργείται ανακολουθία σε όλα τα επίπεδα και στη σχέση μεταξύ τους. Οι ενέργειες ατόμων και ομάδων εξακολουθούν να διέπονται από ορισμένους κώδικες, αξίες και ρόλους που δεν ευνοούν πια αλλά αντίθετα δυσχεραίνουν τη λειτουργία τους γιατί δημιουργήθηκαν για να ανταποκριθούν στις ανάγκες μιας προηγούμενης φάσης.

Η εξέλιξη της ελληνικής οικογένειας

Παραδοσιακή οικογένεια-ο προορισμός του ανθρώπου

Η κεντρική σημασία που αποδίδει ο παραδοσιακός άνθρωπος στην οικογένεια εξηγείται εν μέρει από το γεγονός πως άλλοτε η οικογένεια ικανοποιούσε όλες του τις ανάγκες. Η παραγωγή των αγαθών μέσα στην οικογένεια δημιουργούσε το υπόβαθρο για την ανάπτυξη αρμονικών σχέσεων. Η αρμονία στις σχέσεις θεωρούνταν απαραίτητη και επιδιωκόταν ενώ κάθε ενέργεια η οποία στρεφόταν ενάντια στο σύνολο καταδικαζόταν. Σύμφωνα με αυτήν την αντίληψη, θεωρείται πως μόνον ένας τρελός ή κάποιος που παρασύρθηκε θα μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στην οικογένειά του. Η βία δηλαδή θεωρείται εξαίρεση αφού το κοινό καλό θεωρείται μέλημα κάθε μέλους. Η αρμονία των σχέσεων θεωρούταν δεδομένη και δεν ήταν δυνατόν να αμφισβητηθεί. Στο παραδοσιακό πλαίσιο της οικογένειας η παροχή υπηρεσιών στους άλλους αποτελούσε βασικό έργο των μελών από την οποία αντλούσαν αναγνώριση και ικανοποίηση. Ταυτόχρονα δηλαδή, οι υποχρεώσεις προς τους άλλους ήταν συνυφασμένες με την ικανοποίηση προσωπικών αναγκών. Η θυσία ατομικών αναγκών και επιθυμιών απέβλεπε στην ικανοποίηση των αναγκών της ομάδας και επομένως του ίδιου του ατόμου.Σήμερα συμβιβασμός, θυσία, προσωπική αδικία.

Πυρηνική οικογένεια-η βασιλεία του παιδιού

Στην αστική οικογένεια ένα μέλος, το παιδί, αποκτά ξαφνικά πρωταρχικό ρόλο. Πάνω σε αυτό βασίζεται ο γάμος και η δημιουργία της οικογένειας. Οι επιδιώξεις και οι φιλοδοξίες δύο ατόμων που αποφασίζουν να ζήσουν μαζί εναποτίθενται σε ένα τρίτο. Στο παιδί. Αυτή η παιδοκεντρική αντίληψη του γάμου και της οικογένειας εξυπηρετεί τη βασική ανάγκη για σταθεροποίηση της οικογενειακής ενότητας που οι νέες συνθήκες ζωής απειλούσαν με διάλυση. Η παιδοκεντρικότητα εκφράζεται μέσα από την υπερβολική προσήλωση στην προσπάθεια για τη μόρφωση των παιδιών, την αγωνία και την πίεση για την επίδοση στο σχολείο. Οι γονείς ζουν μέσα από τα παιδιά τους. Μου έφερε καλούς βαθμούς, μας απογοήτευσε. Η αναγγελία των βαθμών των πανελληνίων αποτελεί εθνική επέτειο…τεράστιο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος ξοδεύεται στην εκπαίδευση του παιδιού. Ο μύθος πληρώνεται. Τα παιδιά φεύγουν. Οι γονείς μένουν μόνοι στα 40-45…διαζύγια και χωρισμοί.

Το νέο ζευγάρι και η σχέση του

Η δημιουργία σχέσης και η επένδυση σε αυτή αποτελεί το κύριο μέλημα αρκετών σημερινών νέων. Πολλοί νέοι διαγράφουν το θεσμό της οικογένειας. Οι στατιστικές βέβαια δείχνουν πως δεν μειώνονται τα ποσοστά των γάμων. Αντίθετα αυξάνονται αυτά των διαζυγίων. Η σχέση είναι σίγουρο πως προσφέρει συναισθηματική ασφάλεια και σιγουριά. Από την άλλη υπάρχει ο φόβος της καταπίεσης, του φόβου εγκατάλειψης της επαγγελματικής σταδιοδρομίας για τις γυναίκες, την ολοκλήρωση, τη δημιουργικότητα, την κοινωνική δραστηριότητα.

Η προκατάληψη είχε οριστεί από τον Allport τη δεκαετία του 1950 ως μίσος και αντιπάθεια. Παρόλα αυτά ήδη εκείνη την εποχή είχε διατυπωθεί πως η απουσία αρνητικής στάσης και αντιλήψεων απέναντι σε κάποιον (άτομο ή ομάδα) δε σημαίνει απαραίτητα και απουσία προκατάληψης. Αυτή η παρατήρηση αφορά το περιεχόμενο των στερεοτύπων. Πέρα από τη διαδικασία σχηματισμού των στερεοτύπων (σε ενδοατομικό και ομαδικό επίπεδο) η μελέτη του περιεχομένου που παίρνουν τα στερεότυπα έχει απασχολήσει την κοινωνικοψυχολογική έρευνα.

Έχει προταθεί πως το περιεχόμενο των στερεοτύπων εμπεριέχει ένα θετικό κι ένα αρνητικό στοιχείο. Ικανότητα και θέρμη, έμφαση στην επίτευξη ή έμφαση στο κοινό καλό (agentic versus communal). Αυτή η ιδέα της διπλής διάστασης των στερεοτύπων ενυπάρχει και στον Asch (1946) ο οποίος σύγκρινε ένα πρόσωπο ικανό και ψυχρό κι ένα πρόσωπο ικανό και θερμό. Το θερμός/ψυχρός αποτελεί τη μια διάσταση του περιεχομένου του στερεοτύπου και ενώ η ικανότητα αποτελεί την άλλη. Ο Asch κρατούσε την ικανότητα σταθερή (γενναιόδωρος, έξυπνος, ευτυχισμένος, ευδιάθετος, δημοφιλής, αξιόπιστος, φιλάνθρωπος, σοβαρός, συγκρατημένος) και άλλαζε την άλλη διάσταση (θερμός/ψυχρός) προκαλώντας τελείως διαφορετικές αντιδράσεις (όπως και στο πείραμά μας). Έχουμε δηλαδή δύο περιπτώσεις, στη μια το ικανό πρόσωπο μας είναι συμπαθές ενώ στην άλλη όχι.

Έχει προταθεί πως αυτό που διαμορφώνει το περιεχόμενο των στερεοτύπων είναι η δομή των σχέσεων ανάμεσα σε δύο ομάδες. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση αυτό που διαμορφώνει τα στερεότυπα είναι οι κοινωνικοί ρόλοι που λαμβάνουν τα άτομα. Τα φυλετικά στερεότυπα διαμορφώνονται από τους διαφορετικούς ρόλους που καταλαμβάνουν τα δύο φύλα κοινωνικά. Το επάγγελμα που ασκεί κάποιος διαμορφώνει και το περιεχόμενο του στερεότυπου που του αποδίδεται (Campbell, 1967). Η Eagly (1987) για παράδειγμα έδειξε πειραματικά πως τα στερεότυπα για τα δύο φύλα προκύπτουν από τους διαφορετικούς ρόλους που αναλαμβάνουν οι άνδρες και οι γυναίκες στην κοινωνία. Οι γυναίκες στη φροντίδα του σπιτιού και των παιδιών και οι άνδρες ως εξασφαλιστές των απαραίτητων για τη συντήρηση μιας οικογένειας. Οι θεωρίες αυτές υποθέτουν πως υπάρχει ένας πυρήνας αλήθειας στα στερεότυπα, δηλαδή καθρεφτίζουν υπαρκτές διαφορές. Αυτό που δεν απαντά η θεωρία είναι πως δημιουργήθηκαν αυτές οι διαφορές.

Μια άλλη προσέγγιση που εξετάζει τις δομικές σχέσεις ανάμεσα σε ομάδες ως κεντρικές στη διαμόρφωση του περιεχομένου του στερεοτύπων είναι αυτή τωνGlick και Fiske (2001). Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση τα στερεότυπα διαμορφώνονται σε σχέση με το κοινωνικό στάτους και το είδος της αλληλεξάρτησης (ανταγωνισμός ή συνεργασία) που έχουν οι ομάδες μεταξύ τους. Το στάτους συνδέεται με την ικανότητα και η αλληλεξάρτηση με τη θέρμη. Ομάδες και άτομα χαρακτηρίζονται και με τις δύο διαστάσεις κι ανάλογα με το στάτους και την αλληλεξάρτηση μπορεί να είναι ψηλά στη μια διάσταση και χαμηλά στην άλλη ή αντίστροφα αλλά ποτέ ψηλά και στις δύο διαστάσεις. Υπάρχει βέβαια και η περίπτωση μια ομάδα να είναι χαμηλά και στις δύο διαστάσεις. Παρόλα αυτά αυτό είναι σπάνιο. Εκτός αν πρόκειται για τη δική μας ομάδα που υπερτερεί φυσικά (βάσει της θεωρίας της κοινωνικής ταυτότητας) σε όλα τα χαρακτηριστικά. Εκτός αν η ομάδα σύγκρισης έχει «αντικειμενικό» προβάδισμα σε σχέση με την ικανότητα. Σε σχέση με τη θέρμη τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα.

Βάσει αυτής της προσέγγισης της διπλής φύσης των στερεοτύπων μπορεί να υπάρχει προκατάληψη ακόμη κι αν μια ομάδα περιγράφεται θετικά. Είτε στη διάσταση της ικανότητας (π.χ. οι μετανάστες μας είναι αντιπαθείς αλλά συγχρόνως μπορεί να είναι πετυχημένοι, να τα έχουν καταφέρει πολύ καλά) είτε στη διάσταση της θέρμης (π.χ. οι ηλικιωμένοι μπορεί να περιγράφονται ως συμπαθείς αλλά συγχρόνως ως άνθρωποι που δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα).

Αυτό μας βοηθά να καταλάβουμε τη διπλή φύση της προκατάληψης. Η προκατάληψη μπορεί δηλαδή να πάρει δύο μορφές: την πατερναλιστική και την εχθρική. Στην πατερναλιστική προκατάληψη η άλλη ομάδα θεωρείται συμπαθής αλλά ανίκανη (επομένως χρήζει προστασίας). Κλασικό τέτοιο παράδειγμα είναι τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι και οι γυναίκες. Στην εχθρική προκατάληψη η άλλη ομάδα θεωρείται ικανή αλλά αντιπαθής. Τέτοιο είναι το παράδειγμα με τους μετανάστες, τους Τούρκους και άλλους «εχθρούς». Η προκατάληψη μπορεί να είναι και απόλυτα αρνητική, δηλαδή μια ομάδα να περιγράφεται ως ψυχρή και ανίκανη συγχρόνως (κοινωνικό βάρος). Αυτό που πρέπει να έχουμε στο νου μας είναι η χρησιμότητα των στερεοτύπων στη δικαιολόγηση του κοινωνικού κόσμου, των σχέσεων δηλαδή που διαμορφώνονται γύρω μας.

Η ζωή μας επηρεάζεται σε μεγάλο βαθμό από το επάγγελμα που διαλέγουμε, από τον περίγυρό μας ,τις στάσεις που διαμορφώνουμε και τις αξίες που υιοθετούμε. Οι επιλογές αυτές επηρεάζονται από τον κοινωνικό ρόλο του φύλου, δηλαδή τρόπους συμπεριφοράς που προδιαγράφει, χωριστά για τους άνδρες και τις γυναίκες, μια δεδομένη κοινωνία σε μια δεδομένη χρονική στιγμή.

Οι έρευνες σε σχέση με τη διαμόρφωση του κοινωνικού ρόλου του φύλου επηρεάζουν και επηρεάζονται από τις αντιφατικές απόψεις της κοινωνίας για τον κοινωνικό ρόλο του φύλου. Για παράδειγμα, σε προηγούμενες δεκαετίες, ο αυστηρός διαχωρισμός μεταξύ των δύο φύλων θεωρούνταν από τους περισσότερους ψυχολόγους, εκπαιδευτικούς και γονείς ένας επιθυμητός στόχος της κοινωνικοποίησης του παιδιού. Έτσι, οι γυναίκες μάθαιναν δεξιότητες για να ανταποκριθούν στους ρόλους της νοικοκυράς ενώ οι άνδρες διαπαιδαγωγούνταν ώστε να παίξουν το ρόλο του κουβαλητή. Ο στόχος αυτής της κοινωνικοποίησης αμφισβητήθηκε, κυρίως διότι η διαμόρφωση του κοινωνικού ρόλου του φύλου θεωρείται μέσον διάκρισης σε βάρος των γυναικών και περιοριστικός παράγοντας στην ανάπτυξη τόσο για τους άνδρες όσο και για τις γυναίκες.

Βιολογικό και κοινωνικό φύλο

Σε γενικές γραμμές, ο όρος βιολογικό φύλο χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις βιολογικές κατηγορίες του άνδρα και της γυναίκας ενώ ο όρος κοινωνικό φύλο χρησιμοποιείται για να περιγράψει τις κοινωνικές κατηγορίες της αρρενωπότητας και της θηλυκότητας, δηλαδή τα χαρακτηριστικά και τη συμπεριφορά που αποδίδονται στο καθένα από τα δύο φύλα. Το κοινωνικό φύλο προσδιορίζεται από κοινωνικούς παράγοντες. Ο κοινωνικός ρόλος του φύλου αναφέρεται σε συμπεριφορές, ενδιαφέροντα και υποχρεώσεις που ορίζονται από την κοινωνία ως κατάλληλα αρμόζοντα για άνδρες και γυναίκες. Η διάκριση του βιολογικού και κοινωνικού φύλου δε χρησιμοποιείται για να προσδιορίσει τον παράγοντα που ευθύνεται για την εμφάνιση συγκεκριμένων χαρακτηριστικών σε άτομα διαφορετικού φύλου (μια διαμάχη του τύπου κληρονομικότητα ή περιβάλλον) αλλά για να αναδείξει πως αυτά τα χαρακτηριστικά ή συμπεριφορές αποτελούν το αποτέλεσμα της κοινωνικής διαμεσολάβησης στη βάση μιας βιολογικής διαφοράς.

Το περιεχόμενο των ρόλων του κοινωνικού φύλου

Το περιεχόμενο των ρόλων των δύο φύλων περιλαμβάνει πεποιθήσεις για τους άνδρες και τις γυναίκες (οι άνδρες είναι πιο διεκδικητικοί, οι γραμματείς θα έπρεπε να είναι γυναίκες και οι μηχανικοί άνδρες), προτιμήσεις (για παράδειγμα η επιθυμία να είναι κανείς διεκδικητικός ή να γίνει μηχανικός) και υιοθέτησηορισμένων τρόπων συμπεριφοράς (το να συμπεριφέρεται κανείς με τρόπο διεκδικητικό ή το να γίνει μηχανικός).

Θα μπορούσαμε να διερευνήσουμε τη διαμόρφωση του κοινωνικού ρόλου του φύλου μέσα από τις δραστηριότητες των παιδιών. Να καταγράψουμε με τι παιχνίδια παίζουν, ποια παιχνίδια θεωρούν ανδρικά ή γυναικεία (πεποιθήσεις) και με ποια παιχνίδια θέλουν να παίζουν τα ίδια (προτιμήσεις).

Ερμηνεία των εμπειρικών δεδομένων σε σχέση με τις διαφορές φύλου

Οι διαφορές φύλου αναφέρονται σε διαφορές μέσων όρων μεταξύ ομάδων αγοριών και ομάδων κοριτσιών. Υπάρχουν πάντα μεγάλες διαφορές στα άτομα του ίδιου φύλου (ενδοφυλική διακύμανση) αλλά και αξιοσημείωτη επικάλυψη ανάμεσα στα δύο φύλα. Για παράδειγμα, κατά μέσο όρο, τα αγόρια παρουσιάζουν επιθετική συμπεριφορά σε μεγαλύτερο βαθμό συγκριτικά με τα κορίτσια, αλλά πολλά αγόρια βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο επιθετικότητας με τα κορίτσια, ενώ ορισμένα κορίτσια είναι πιο επιθετικά από ό,τι πολλά αγόρια.

Στερεότυπες αντιλήψεις για το φύλο

Στις δυτικές κοινωνίες οι άνδρες θεωρούνται ικανοί, λογικοί, διεκδικητικοί, επιθετικοί, έξυπνοι, ανταγωνιστικοί, καλοί στις θετικές επιστήμες ενώ οι γυναίκες πιστεύεται πως είναι αδύναμες, φλύαρες, ευγενικές, παθητικές, εξαρτημένες, θερμές, εκφραστικές και με κλίση στη λογοτεχνία και την τέχνη. Τα περισσότερα από τα χαρακτηριστικά προσωπικότητας που εμπεριέχονται στο ανδρικό στερεότυπο αξιολογούνται θετικά συχνότερα από εκείνα του γυναικείου στερεότυπου. Διαβάστε το σχετικό κείμενο για τη διπλή φύση των στερεοτύπων.Τόσο οι άνδρες όσο και οι γυναίκες έχουν ενσωματώσει στην αυτοαντίληψή τους τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας που εμπεριέχονται στο στερεότυπο του φύλου τους.

Η κατανόηση από το παιδί της έννοιας του φύλου

Ήδη στην ηλικία των δύο ετών το παιδί μπορεί να διακρίνει το φύλο σε εικόνες παραδοσιακών ανδρών και γυναικών. Παρόλα αυτά δεν κατανοεί ακόμη ότι το φύλο είναι ένα σταθερό και μόνιμο στοιχείο της ταυτότητας. Η σταθερότητα του φύλου και η μονιμότητα του φύλου έρχεται αργότερα. Από το τρίτο ή τέταρτο έτος της ηλικίας τους, πολλά παιδιά έχουν επίγνωση των στερεοτύπων του φύλου σε ότι αφορά τα παιχνίδια και τις δραστηριότητες των παιδιών. Τι φορούν άνδρες και γυναίκες, πως χρησιμοποιούν διαφορετικά πράγματα, ασχολούνται με διαφορετικά πράγματα. Παιδιά οκτώ ετών είχαν επίγνωση των στερεοτύπων παρόμοια με αυτά των ενηλίκων.

Διαμόρφωση του ρόλου του φύλου

Σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής μάθησης (Bandura, 1977), η συμπεριφορά του παιδιού διαμορφώνεται από τη συμπεριφορά των άλλων, ιδιαίτερα των γονέων. Αυτή η συμπεριφορά περιλαμβάνει τις διαφορές φύλου στη συμπεριφορά και τις στάσεις. Ο γονείς και άλλα σημαντικά πρόσωπα ενισχύουν συγκεκριμένες συμπεριφορές και αποθαρρύνουν ή αποδοκιμάζουν άλλες. Επιπλέον, τα παιδιά μιμούνται παρατηρώντας τη συμπεριφορά άλλων.

Οι γονείς ενισχύουν δραστηριότητες και επιλογές παιχνιδιού που αρμόζουν στο φύλο του παιδιού. Από πολύ νωρίς οι γονείς δίνουν στα μικρά παιδιά, αγόρια και κορίτσια, διαφορετικά παιχνίδια. Κούκλες και οικιακά παιχνίδια για τα κορίτσια, αυτοκίνητα και αθλητικά παιχνίδια για τα αγόρια.

Ο τρόπος που οι πατέρες φέρονται στα παιδιά διέφερε σημαντικά από αυτόν των μητέρων. Βρέθηκε (Siegal, 1987) πως οι πατέρες θεωρούσαν πως τα αγόρια ήταν πιο δυνατά και σκληρά από τα κορίτσια και τα ενθάρρυναν στο σκληρό παιχνίδι ενώ συγχρόνως αντιδρούσαν πιο αρνητικά στο παιχνίδι με κούκλες.

Η γνωστική αναπτυξιακή θεωρία της διαμόρφωσης ρόλου φύλου έχει τις βάσεις της στα κείμενα του Kohlberg. Ο Kohlberg θεωρούσε πως το παιδί είναι ένα ενεργό υποκείμενο που επιδιώκει να δώσει περιεχόμενο και να κατανοήσει το κοινωνικό περιβάλλον. Οι στάσεις και οι πεποιθήσεις του ίδιου του παιδιού για τους ρόλους των δύο φύλων θεωρούνται πρωταρχικής σημασίας γιατί καθοδηγούν τον τρόπο με τον οποίο αλληλεπιδρά με το περιβάλλον. Υποστήριζε πως η αυξανόμενη επίγνωση που έχει το παιδί για την ταυτότητα φύλου του αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για την περεταίρω διαμόρφωση του φύλου. Οι άλλοι λειτουργούν ως πρότυπα για μίμηση αλλά αυτό γίνεται λόγω της αυτοκοινωνικοποίησης, της επίγνωσης δηλαδή πως το άτομο ανήκει σε ένα φύλο και πως τα άτομα που ανήκουν στο ίδιο φύλο κάνουν το ίδιο.

Η οικογένεια ως κοινωνικός θεσμός είναι ένα σταθερό πλέγμα σχέσεων μεταξύ κοινωνικά προσδιορισμένων ρόλων, ένα σύνολο τυποποιημένων τρόπων ατομικής και/ή ομαδικής δράσης. Ως κοινωνικός θεσμός αποτελεί βασικό κανονιστικό πρότυπο που επιβάλλεται στα μέλη μιας κοινωνίας εξασφαλίζοντας στα μέλη κοινωνική ένταξη και αποδοχή αλλά και παρέχοντάς τους τον προτιμητέο τρόπο επίτευξης κοινωνικά αποδεκτών ή και επιθυμητών, ατομικών όσο και συλλογικών στόχων. Ο θεσμός της οικογένειας εντάσσεται σε μια συγκεκριμένη κοινωνία και προσαρμόζεται πάντα στις κοινωνικές αλλαγές.

Ως θεσμός η οικογένεια έχει σημαντικούς κοινωνικούς σκοπούς που συνοψίζονται στην εξασφάλιση της συνέχειας μιας κοινωνίας, στη μεταβίβαση από τη μια γενιά στην άλλη του πολιτισμού ως τρόπου ζωής και ύπαρξης των υλικών πραγμάτων και των κοινωνικών θέσεων. Η συνειδητοποίηση της συνέχειας μιας κοινωνίας είναι επομένως σημαντική για την κοινωνική συνοχή στο επίπεδο της κοινωνίας και την κοινωνική ταυτότητα στο επίπεδο του ατόμου. Η οικογένεια συμβάλλει σε αυτό με τις λειτουργίες που επιτελεί και που αποβλέπουν στον έλεγχο του τρόπου ζωής και ύπαρξης των μελών της (μεταβίβαση συστήματος αξιών), των πραγμάτων (κληρονομιά) και των κοινωνικών θέσεων (διαδοχή).

Η συζήτηση για τις λειτουργίες της οικογένειας συνδέεται με τη συζήτηση σχετικά με την καθολικότητα του θεσμού. Η καθολικότητα αυτή όμως δεν είναι αποτέλεσμα βιολογικών ή θεϊκών επιταγών αλλά στην ιδιομορφία της σύνθεσης των λειτουργιών που επιτελεί και που άλλες εναλλακτικές κοινωνικές ομάδες δεν φαίνεται να μπορούν να υποκαταστήσουν ως σύνθεση λειτουργιών κατά τρόπο που να ικανοποιεί όσο η οικογένεια την κοινωνική συνοχή και την ταυτότητα των ατόμων. Υπάρχουν διαφοροποιήσεις ανάμεσα στους κοινωνιολόγους ως προς την ταξινόμηση των λειτουργιών της οικογένειας. Παρά τις διαφοροποιήσεις αυτές οι λειτουργίες συνοψίζονται στις ακόλουθες:

  • Αναπαραγωγική λειτουργία
  • Οικονομικές λειτουργίες
  • Εκπαιδευτικές λειτουργίες
  • Ψυχολογικές λειτουργίες