Τετάρτη, 29 Ιουλίου 2009

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΗ ΚΑΙ ΤΟΥ ΞΕΝΟΥ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

Στην Αρχαία Ελλάδα αναγνώριζαν ως πολίτη αυτόν που συμμετείχε στη θρησκευτική ζωή της πόλης, και με βάση την συμμετοχή του αυτή αποκτούσε τα αστικά και πολιτικά του δικαιώματα. Όποιος όμως απαρνιόταν τη λατρεία, απαρνιόταν κατ' επέκταση και τα δικαιώματά του. Έχουμε ήδη αναφερθεί στα δημόσια γεύματα τα οποία αποτελούσαν την βασική τελετή της τοπικής λατρείας. Στην περίπτωση της Σπάρτης, όταν κάποιος δεν έπαιρνε μέρος στα δημόσια γεύματα αυτόματα διαγραφόταν από την τάξη των πολιτών, ακόμη και αν δεν ευθυνόταν ο ίδιος για την αποχή του. Στην Αθήνα, όποιος δεν συμμετείχε στις γιορτές που γίνονταν προς τιμήν των Θεών της πόλης έχανε τα δικαιώματα του πολίτη.

Στη Ρώμη, η παρουσία στην ιερή τελετή του εξαγνισμού ήταν απαραίτητη προϋπόθεση ώστε να μπορεί κάποιος να απολαμβάνει πολιτικών δικαιωμάτων. Ο άντρας που δεν συμμετείχε στις κοινές προσευχές και θυσίες έχανε τα πολιτικά του δικαιώματα μέχρι την επόμενη τελετή εξαγνισμού.

Αν θέλουμε να δώσουμε μια ακριβή έννοια στον όρο πολίτης, θα λέγαμε ότι ήταν ο άνθρωπος που ασπαζόταν τη θρησκεία της πόλης του. Αντίθετα, ξένος ήταν αυτός που δεν του επιτρεπόταν να παίρνει μέρος στην τελετή της λατρείας, δεν τον προστάτευαν οι θεοί της πόλης και ούτε είχε το δικαίωμα να τους επικαλείται. Έτσι και οι θεοί της πόλης επιθυμούσαν τις προσευχές και τις προσφορές μόνο των πολιτών" δεν δέχονταν τους ξένους, τους απαγόρευαν να εισέρχονται στους ναούς και η παρουσία τους στην τελετή των θυσιών εθεωρείτο ιεροσυλία. Την ίδια τακτική ακολουθούσαν και οι Ρωμαίοι σε μια από τις βασικές τελετουργίες της λατρείας τους. Ο ποντίφικας όταν τελούσε θυσίες στο ύπαιθρο όφειλε, κατά τη διάρκεια της θρησκευτικής πράξης που ήταν αφιερωμένη στους θεούς της πόλης, να σκεπάζει το πρόσωπό του μπροστά από την ιερή φωτιά, ώστε να μην μπορεί να το δεί κάποιος ξένος, διότι οι οιωνοί θα καταστρέφονταν. Θεωρούσαν επίσης βέβηλο το ιερό εκείνο αντικείμενο το οποίο είχε αγγίξει ένας ξένος και μόνο με εξιλεωτική τελετή μπορούσε να αποκτήσει πάλι το θρησκευτικό του χαρακτήρα.
Και αν ο εχθρός εισέβαλλε στην πόλη και οι πολίτες κατάφερναν να την απελευθερώσουν, το πιο σημαντικό μέλημά τους ήταν να εξαγνίσουν όλους τους ναούς και να ξανανάψουν όλες τις σβησμένες φωτιές. Η παρουσία του ξένου, στην προκειμένη περίπτωση του εχθρού, τους είχε βεβηλώσει.

Έτσι, η θρησκεία ήταν εκείνη που διαχώριζε καθοριστικά και ανεξάλειπτα τον πολίτη από τον ξένο.
Οσο καιρό λοιπόν η θρησκεία κυριαρχούσε τα πνεύματα των ανθρώπων, απαγόρευε να δοθεί το δικαίωμα του πολίτη σε έναν ξένο. Την εποχή του Ηρόδοτου, η Σπάρτη παρεχώρησε το δικαίωμα του πολίτη μόνο σε ένα μάντη και ακόμη για αυτή την μοναδική περίπτωση η επίσημη εντολή του μαντείου ήταν απαραίτητη. Η Αθήνα παραχωρούσε μερικές φορές το δικαίωμα του πολίτη, αλλά με έντονες επιφυλάξεις!
Πρώτα, έπρεπε ο λαός να αποφασίσει με μυστική ψηφοφορία για να γίνει δεκτός ένας ξένος.
Το πρώτο αυτό στάδιο δεν ήταν καθοριστικό, διότι 9 ημέρες μετά μια δεύτερη συγκέντρωση των πολιτών έπρεπε να επικυρώσει τα αποτελέσματα της πρώτης ψηφοφορίας με 6 χιλιάδες ψήφους υπέρ, αριθμός που ήταν υπερβολικά μεγάλος, αν αναλογιστούμε ότι ήταν σπάνιο γεγονός μια αθηναϊκή συγκέντρωση να μαζέψει τόσους πολίτες. Στη συνέχεια η απόφαση των δύο συγκεντρώσεων έπρεπε να επικυρωθεί από την ψήφο της συγκλήτου. Τέλος, ο κάθε πολίτης μπορούσε να προβάλει βέτο υποστηρίζοντας ότι το ψήφισμα παραβίαζε τους αρχαίους νόμους. Βέβαια, καμία άλλη απόφαση της συγκέντρωσης των πολιτών δεν δημιουργούσε στο νομοθέτη τόσες δυσκολίες και επιφυλάξεις όσες η απόφαση της απόδοσης σε έναν ξένο τον τίτλο του πολίτη. Ακόμη και οι διαδικασίες για την κήρυξη ενός πολέμου ή την έγκριση ενός καινούργιου νόμου δεν ήταν τόσο σημαντικές. Γιατί όμως οι άνθρωποι αυτοί προέβαλλαν τόσα εμπόδια στον ξένο που επιθυμούσε να γίνει πολίτης; Σίγουρα όχι από φόβο μήπως η ψήφος του ανατρέψει την ισορροπία των πολιτικών συγκεντρώσεων.

Ο Δημοσθένης μάς αποκαλύπτει τα πραγματικά κίνητρα και σκέψεις των Αθηναίων: «Έπρεπε να διατηρήσουν την αγνότητα των θυσιών» και με τον αποκλεισμό του ξένου «προστάτευαν την ιερή τελετή».
Ο ξένος που έπαιρνε τον τίτλο του πολίτη "μπορούσε να συμμετέχει στη θρησκεία και στις θυσίες." Έτσι, οι άνθρωποι δεν θεωρούσαν ότι ήταν πνευματικά εντελώς ελεύθεροι, όπως αρμόζει σε μια τέτοια ιερή πράξη, και θρησκευτικοί ενδοιασμοί γέμιζαν την ψυχή τους, εφόσον γνώριζαν ότι οι Θεοί της πόλης αποστρέφονταν τους ξένους και ότι η παρουσία των νεοφερμένων θα καθιστούσε πιθανότατα τη θυσία ανώφελη.
Η απόδοση των δικαιωμάτων του πολίτη σε έναν ξένο αποτελούσε πραγματική παραβίαση των βασικών αρχών της θρησκείας της πόλης, γι' αυτό το λόγο σε μια πόλη δέχονταν αρχικά πολύ λίγους ξένους.
Πρέπει να αναφέρουμε ότι αυτός που τόσο δύσκολα έπαιρνε τον τίτλο του πολίτη δεν έπρεπε να είναι δικαστής ή ιερέας. Η πόλη όντως επέτρεπε στον ξένο να λαμβάνει μέρος στη λατρεία, αλλά σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν αυτός που θα καθοδηγούσε την τελετή. Κανείς δεν μπορούσε να γίνει Αθηναίος πολίτης από τη στιγμή που ήταν πολίτης σε άλλη πόλη, διότι ήταν αδύνατον με βάση τα θρησκευτικά δεδομένα να είναι κάποιος μέλος συγχρόνως σε δύο πόλεις, όπως ήταν εξίσου αδύνατον να ανήκει σε δύο οικογένειες. Κανείς δεν μπορούσε να ασπάζεται συγχρόνως δύο θρησκείες.

Όπως αναφέραμε πιo πάνω, η συμμετοχή στη λατρεία επέτρεπε αυτόματα και την απόκτηση δικαιωμάτων. Από τη στιγμή που ο πολίτης έπαιρνε μέρος στη θυσία η οποία προηγείτο της συγκέντρωσης των πολιτών, μπορούσε επίσης να συμμετάσχει στην ψηφοφορία της συγκέντρωσης.
Εφόσον έκανε θυσίες στο όνομα της πόλης, μπορούσε να προαχθεί σε πρύτανη ή άρχοντα. Ασπαζόμενος τη θρησκεία της πόλης μπορούσε να επικαλείται τα δικαιώματά του με βάση τους νόμους της και να κάνει όλες τις τελετές που του επέτρεπαν οι νομικές διαδικασίες.

Αντίθετα, ο ξένος που δεν συμμετείχε στη θρησκευτική ζωή, δεν συμμετείχε ούτε στη νομοθεσία.
Και αν εισερχόταν στον ιερό χώρο που οι ιερείς είχαν καθορίσει για τη συγκέντρωση, τον τιμωρούσαν με θάνατο. Οι νόμοι της πόλης δεν ίσχυαν γι' αυτόν. Αν διέπραττε έγκλημα τον μεταχειρίζονταν ως σκλάβο και τον τιμωρούσαν χωρίς δικαστική απόφαση, εφόσον η πόλη δεν ήταν υποχρεωμένη να του παράσχει νομική προστασία. Όταν οι άνθρωποι αντιλήφθηκαν την ανάγκη ύπαρξης νομοθεσίας για τους ξένους, ήταν απαραίτητο να εγκαθιδρύσουν ειδικό δικαστήριο. Στη Ρώμη, ο δικαστής όφειλε να «γίνει ο ίδιος ξένος» για να δικάσει έναν ξένο, - preator peregrinus. Στην Αθήνα, δικαστής των ξένων ήταν ο πολέμαρχος, δηλαδή ο υπεύθυνος δικαστής για θέματα πολέμου και διαπραγματεύσεων με τον εχθρό.

Στη Ρώμη και στην Αθήνα δεν επιτρεπόταν στον ξένο να αποκτήσει ιδιοκτησία, δεν μπορούσε να παντρευτεί, και αν παντρευόταν ο γάμος δεν είχε ισχύ και τα παιδιά του θεωρούνταν νόθα. Δεν μπορούσε να υπογράψει συμβόλαιο με έναν πολίτη, διότι ο νόμος σε καμία περίπτωση δεν αναγνώριζε την εγκυρότητα του συμβολαίου. Αρχικά, δεν του επιτρεπόταν να συμμετέχει ούτε στο εμπόριο. Ο ρωμαϊκός νόμος του απαγόρευε να κληρονομήσει έναν πολίτη καθώς επίσης απαγόρευε στον πολίτη να κληρονομήσει τον ξένο. Ο νόμος αυτός έγινε τόσο αυστηρός, ώστε εάν ένας ξένος αποκτούσε το δικαίωμα του πολίτη, ο γιος του, που είχε έρθει στον κόσμο πριν το γεγονός αυτό, δεν έπαιρνε τον τίτλο του πολίτη και εν αντιθέσει με τον πατέρα του τον θεωρούσαν ξένο, μη μπορώντας έτσι να τον κληρονομήσει. Η διάκριση ανάμεσα σε πολίτη και ξένο ήταν πιο δυνατή από τη φυσική σχέση πατέρα και γιου.

Εκ πρώτης όψεως, ο σκοπός φαίνεται να ήταν η καθιέρωση ενός συστήματος που θα δημιουργούσε πολλά προβλήματα στους ξένους. Όμως στην πραγματικότητα δεν ήταν αυτός ο σκοπός. Αντίθετα, στην Αθήνα και στη Ρώμη καλωσόριζαν τους ξένους με ωραίες υποδοχές για εμπορικούς και πολιτικούς λόγους.
Αλλά ούτε οι καλές τους προθέσεις ούτε τα συμφέροντα τους μπορούσαν να επικρατήσουν των αρχαίων νόμων, που είχε εγκαθιδρύσει η θρησκεία. Η θρησκεία δεν επέτρεπε σε έναν ξένο να γίνει ιδιοκτήτης, γιατί δεν ήταν δυνατόν να κατέχει μέρος των ιερών χωμάτων της πόλης. Ο ξένος δεν επιτρεπόταν να κληρονομήσει τον πολίτη ούτε ο πολίτης τον ξένο, διότι κάθε μεταβίβαση περιουσίας συμπεριελάμβανε την μεταβίβαση της λατρείας, και ήταν εξίσου αδύνατο για τον πολίτη να τελεί τη λατρεία του ξένου όσο για τον ξένο τη λατρεία του πολίτη.

Επιτρεπόταν μεν στους πολίτες να καλωσορίσουν έναν ξένο, να του παρέχουν προστασία, ακόμη και να τον εκτιμούν στην περίπτωση που ήταν πλούσιος και αξιότιμος, αλλά δεν του επέτρεπαν να συμμετέχει στις θρησκευτικές τελετές και στη νομοθεσία τους. Ακόμη και οι σκλάβοι σε ορισμένες περιπτώσεις τύχαιναν καλύτερης μεταχείρισης, διότι ο σκλάβος, ως μέλος της οικογένειας που έπαιρνε μέρος στις θρησκευτικές τελετές, συνδεόταν μέσω του κυρίου του με την πόλη και οι Θεοί τον προστάτευαν. Η ρωμαϊκή θρησκεία δίδασκε ότι ο τάφος του σκλάβου ήταν ιερός, ενώ αυτός του ξένου όχι.

Ένας ξένος έπρεπε να βρίσκεται υπό την προστασία ενός πολίτη για να μπορεί να επικαλείται το νόμο, να ασχολείται με το εμπόριο, να υπογράφει συμβόλαια, να απολαμβάνει ήρεμα την περιουσία του και για να έχει το δικαίωμα να τον προστατεύουν οι νόμοι της πόλης. Στην Αθήνα και στη Ρώμη ήταν απαραίτητο κάθε ξένος να έχει έναν προστάτη. Ο ξένος με το να αποδέχεται έναν πολίτη ως προστάτη του, αποκτούσε δεσμούς με την πόλη και από τότε απολάμβανε μερικά ωφελήματα του αστικού νόμου που δεν μπορούσαν να του τα στερήσουν.