Πέμπτη, 30 Ιουλίου 2009


Επαναστάσεις και μεταρρυθμίσεις στην Ευρώπη από το 1789 έως το 1848


Ιστορία
Τη μετάβαση της Ευρώπης στη νεότερη εποχή σημάδεψε μια διττή επανάσταση, πολιτική στη Γαλλία και βιομηχανική στην Αγγλία. Αυτές οι δύο χώρες έδωσαν - στην αρχή στην Ευρώπη και στη συνέχεια στον υπόλοιπο κόσμο - τα ιδεολογικά, πολιτικά, οικονομικά, κοινωνικά, τεχνολογικά, επιστημονικά και πολιτισμικά πρότυπα που θα άλλαζαν τη μορφή των πολιτισμών και των αυτοκρατοριών του κόσμου. Για το μετασχηματισμό των παλαιών καθεστώτων (anciens regimes), τη μεταμόρφωση της κοινωνίας και το πέρασμα στη νεοτερικότητα, χρειάστηκαν μεταρρυθμίσεις, αναμορφώσεις, συνεχείς αγώνες και αιματηρές επαναστάσεις, που διήρκεσαν πάνω από πενήντα χρόνια (Hobsbawm 1992: σελ. 11-15).


Για να κατανοήσουμε τη δυσκολία και το μέγεθος αυτής της μεταβολής, πρέπει να ρίξουμε μια ματιά στον ευρωπαϊκό κόσμο πριν το ξέσπασμα των επαναστάσεων. Θεμελιώδες γεγονός ήταν ότι επρόκειτο για κοινωνίες περιορισμένες και άγνωστες μεταξύ τους, καθώς και για ένα κόσμο αμιγώς αγροτικό. Πυρήνας του αγροτικού προβλήματος ήταν η σχέση ανάμεσα στους καλλιεργητές και στους ιδιοκτήτες της γης. Ο κόσμος ήταν ελάχιστα αστικός με περιφρόνηση για τους αμόρφωτους αγρότες, τους οποίους όμως απομυζούσε για να επιβιώσει και η όποια ευημερία των πόλεων προερχόταν από την κοινωνία της υπαίθρου. Τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα απαρτίζονταν από μια ολιγάριθμη ελίτ –σε σύγκριση με το συνολικό πληθυσμό- που αποτελείτο από ανθρώπους αριστοκρατικής καταγωγής, τους ευγενείς και τον κλήρο. Η ευρύτατη ανάπτυξη του εμπορίου και της αποικιοκρατικής εκμετάλλευσης, ευνόησε την εμφάνιση μιας νέας κοινωνικής τάξης που αποτελείτο από δικηγόρους, εμπόρους, βιοτέχνες, τραπεζίτες, διοικητικούς υπαλλήλους και γενικά μορφωμένους ανθρώπους, που διακρίνονταν για τις ικανότητες και την αξία τους και όχι την καταγωγή τους. Αυτή η μεσαία τάξη ήταν «αστική» και καπιταλιστική. Η ιδεολογία του Διαφωτισμού περί ελευθερίας, ισότητας και αδελφοσύνης όλων των ανθρώπων, είχε στόχο κυρίως αυτά τα μεσαία στρώματα τα οποία και την υιοθέτησαν. Η καταδίκη του απολυταρχισμού από τον Λοκ, η φιλελεύθερη πολιτική θεωρία του Βολταίρου και του Μοντεσκιέ, η οικονομική θεωρία του Σμιθ και η αντίληψη του Ρουσσώ για τη λαϊκή κυριαρχία απετέλεσαν το ιδεολογικό υπόβαθρο της αστικής τάξης. Οι μοναρχίες στηριζόμενες στην αριστοκρατία χρησιμοποιούσαν -σε βάρος των υπόλοιπων τάξεων- όλα τα μέσα για να ενισχύσουν το κύρος τους, τα φορολογικά τους έσοδα και την ισχύ τους έξω από τα σύνορά τους. Έτσι, υπήρχε μια λανθάνουσα σύγκρουση μεταξύ των δυνάμεων των παλαιών καθεστώτων, που δεν υπήρχε περίπτωση και καταργηθούν οικειοθελώς και της νέας αστικής κοινωνίας που επιθυμούσε να κάνει πράξη την ιδεολογία του Διαφωτισμού. Αυτή η σύγκρουση θα γινόταν ανοικτή με εκρηκτικές διαστάσεις, πρώτα – πρώτα στη Γαλλία το 1789 (Hobsbawm 1992: σελ. 19-45, Burns 1983 τ.Α : σελ. 297-303, Berstein-Milza 1997 τ.Α: σελ. 439-442, 448-453, 458-463).


Οι επαναστάσεις από το 1789 έως το 1848

Οι Γαλλικές επαναστάσεις
Η επανάσταση που άλλαξε τον ρου της ιστορίας και έθεσε τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στον παλιό κόσμο της παράδοσης και στον νέο κόσμο της νεοτερικότητας ήταν η Γαλλική Επανάσταση. Θεωρείται η σημαντικότερη από κάθε άλλη σύγχρονή της, γιατί έγινε στην ισχυρότερη και πολυπληθέστερη χώρα της Ευρώπης, οδήγησε σε θεαματική κατάρρευση του κράτους, είχε χαρακτήρα μαζικής κοινωνικής επανάστασης και απέκτησε οικουμενικές διαστάσεις, καθώς έδωσε το πρότυπο για όλα τα επόμενα επαναστατικά κινήματα (Hobsbawm 1992: σελ. 85-86, Tilly 1998: σελ.300, Ράπτης 2000: σελ.24, Burns 1983 τ.Α : σελ. 283, Berstein-Milza 1997 τ.Α: σελ. 482, Borejsza 2003: σελ.220).

Η Γαλλία εξαντλημένη οικονομικά από τον Επταετή πόλεμο με την Αγγλία, όπου ηττήθηκε και απώλεσε τις περισσότερες αποικίες της, οδηγήθηκε σε σοβαρή εσωτερική οικονομική και κοινωνική κρίση. Η προσπάθεια του παλαιού καθεστώτος για αναζήτηση πόρων εξαιτίας των χρεών του κράτους, δημιούργησε μια αντικυβερνητική συσπείρωση που αρχικά περιλάμβανε τα κοινοβούλια. Γρήγορα όμως, μεταβλήθηκε σε μια πιο ανομοιογενή σύνθεση καθώς συμμάχησε με αγρότες και αστούς. Αυτή η όξυνση μεταξύ του πολιτεύματος και των αντιπάλων του, έφερε τη Γαλλία στο χείλος της επανάστασης. Αυτοί οι δύο διακριτοί σχηματισμοί, που αμφότεροι διεκδικούσαν την εξουσία, είχαν την υποστήριξη σημαντικού τμήματος του πληθυσμού. Έτσι ξεκίνησε η Γαλλική Επανάσταση, χωρίς συγκεκριμένους στόχους αλλά με τις νέες δυνάμεις να γνωρίζουν ακριβώς τι επιθυμούσαν (Hobsbawm 1992: σελ.86 - 91, Tilly 1998: σελ.300-304, 309-311, Ράπτης 2000: σελ.25-27, Burns 1983 τ.Α : σελ. 288-296, Berstein-Milza 1997 τ.Α: σελ. 484-486).

Η εξουσία κατά τη διάρκεια των επαναστατικών χρόνων μεταμορφώθηκε και άλλαξε αρκετές φορές. Η παλαιά άρχουσα τάξη εκτοπίστηκε και την εξουσία κατέλαβαν νομικοί, αξιωματούχοι και άλλοι αστοί, πίσω από τους οποίους στεκόταν ένας εξεγερμένος λαός. Η αντεπανάσταση που ξέσπασε κινητοποίησε τις μάζες και η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη και αιματηρή κατακερματίζοντας τον κρατικό μηχανισμό της βασιλικής Γαλλίας. Οι αλλαγές που καθιέρωσαν οι αστοί σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, δημιούργησαν προβλήματα στις τάξεις τους. Οι μεταξύ τους συγκρούσεις οδηγούσαν σε εναλλαγές των κυβερνητικών σχηματισμών και όξυναν τη μαχητικότητα των φτωχών γιατί τα προβλήματά τους παρέμεναν. Η άποψη, ότι η εμπλοκή της Γαλλίας σε πόλεμο θα έλυνε τα προβλήματα, προπαγανδίστηκε από τους αστούς που είχαν οικονομικό όφελος. Από τον πόλεμο αυτό αναδύθηκε το 1799 η μορφή του Ναπολέοντα Βοναπάρτη ο οποίος, παρ’ όλο που κυβέρνησε δικτατορικά στο εσωτερικό, μεταλαμπάδευσε τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης στις χώρες που κατέκτησε με τους Ναπολεόντειους πολέμους. (Hobsbawm 1992: σελ. 94-95,100-101, 112-116, Tilly 1998: σελ.310-312 , 317-318, 324, Ράπτης 2000: σελ. 28-32, Burns 1983 τ.Α : σελ. 303-308, 310, 313-314, 322-324, Berstein-Milza 1997 τ.Α: σελ. 489-500).

Oι αλλαγές που επέφερε η Γαλλική Επανάσταση στο εσωτερικό της χώρας αλλά και στον υπόλοιπο κόσμο ήταν κοσμοϊστορικές γι’ αυτό και θεωρείται ιστορικό ορόσημο. Η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του ανθρώπου και του Πολίτη κωδικοποίησε τις αρχές του νέου κόσμου (ελευθερία έκφρασης, ιδιοκτησία, ανεξιθρησκία κλπ). Η λαϊκοποίηση της Εκκλησίας, η χορήγηση συντάγματος, η αναδιοργάνωση του φορολογικού συστήματος, η κατάργηση της δουλείας στις αποικίες, το μετρικό σύστημα, η κυρίαρχη θέση των αστών, η υποχρεωτική στράτευση, η κωδικοποίηση των νόμων, η αναδιοργάνωση του εκπαιδευτικού συστήματος, η καθολική ψηφοφορία των ανδρών ήταν ορισμένες σημαντικές ρυθμίσεις. Διαμορφώθηκαν όμως και ιδεολογίες και κινήματα όπως ο φιλελευθερισμός, ο εθνικισμός και ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός. Το δικαίωμα των εθνών για αυτοδιάθεση σημάδεψε οριστικά την μετέπειτα πορεία του κόσμου και η παγίωση του σύγχρονου κράτους έθεσε τέλος στον ευρωπαϊκό Μεσαίωνα. (Hobsbawm 1992: σελ. 98-99,115,132, Tilly 1998: σελ.316-328,Ράπτης 2000: σελ. 29-31,36-37, Burns 1983 τ.Α : σελ.308-329, Berstein-Milza 1997 τ.Α:σελ.487-489,501-504, Κολιόπουλος 1993:σελ. 20-29, 46-50, Borejsza 2003: σελ.210).

Μετά την ήττα της Γαλλίας και την εφαρμογή των αποφάσεων του Συνεδρίου της Βιέννης, ξέσπασε στο εσωτερικό της χώρας μια σειρά εξεγέρσεων καρμποναρικού τύπου, της αστικής και εργατικής τάξης, οι οποίες απέτυχαν γιατί εξέλειπαν οι κατάλληλες πολιτικές συνθήκες και οι συνωμότες δεν είχαν πρόσβαση στο δυσαρεστημένο στράτευμα. Το 1830 η εργατική τάξη που εμφανίζεται ως μια ανεξάρτητη και συνειδητοποιημένη δύναμη στην πολιτική ζωή, οδηγεί τη χώρα στην Ιουλιανή Επανάσταση. Η οικονομική ύφεση που επικρατούσε σε συνδυασμό με την κρίση στα πολιτικά πράγματα της μοναρχίας στην περίοδο της Παλινόρθωσης, οδήγησαν τους οπαδούς της αβασίλευτης δημοκρατίας, το λαό και τους φτωχούς εργαζόμενους, εναντίον του καθεστώτος και των φιλελεύθερων αστών, οι οποίοι ενώ συμπαρατάχθηκαν με τους επαναστάτες, στη συνέχεια υπαναχώρησαν προωθώντας τη λύση της συνταγματικής μοναρχίας.

Ο δημοκρατικός συνασπισμός αστών-εργατών ξαναβγήκε στους δρόμους το 1848 καθώς η κυβέρνηση απέτυχε να ικανοποιήσει τα αιτήματά τους για δικαίωμα στην εργασία. Η ρήξη εντάθηκε όταν οι άνεργοι εργάτες συγκρούσθηκαν με άλλους άνεργους, που είχαν ενταχθεί στις στρατιωτικές δυνάμεις. Η καταστολή ήταν δραματική και η κυβέρνηση διέλυσε το δημοκρατικό κίνημα. Οι ταξικοί ενδογαλλικοί πόλεμοι που ξέσπασαν από το 1820 έως το 1848 είχαν σαν αποτέλεσμα την αποτυχία της εργατικής και μικροαστικής τάξης να διεκδικήσει προς όφελός της ρυθμίσεις και αλλαγές, καθώς επρόκειτο για ξεσηκωμούς αυθόρμητους και ανοργάνωτους. Οι εκπρόσωποι της φιλελεύθερης αστικής τάξης που είχαν ευνοηθεί από την επανάσταση, δεν ήταν διατεθειμένοι να παραχωρήσουν την παραμικρή εξουσία, που με βία είχαν κατακτήσει, απέναντι στους αδύνατους. (Hobsbawm 1992: σελ. 163-164, 170-172, 179-182, Tilly 1998: σελ. 334-335, Ράπτης 2000: σελ.57-62, Burns 1983 τ.Β : σελ. 93-95, 107-109, Berstein-Milza 1997 τ.Β: σελ. 37-42, 51-57, Κολιόπουλος 1993: σελ. 122, 132-134, 141-142, 154-156, Borejsza 2003: σελ.211).

Οι Γαλλικές επαναστάσεις από το 1789 έως και το 1848 έγιναν η αφορμή να μεταδοθούν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες πρωτοφανείς ιδεολογίες και πρωτόγνωρα κινήματα που απετέλεσαν το υπόβαθρο για όλες τις σύγχρονές τους επαναστάσεις και το πρότυπο για όλες τις μεταγενέστερες εξελίξεις. Η αποδοχή τους όμως ήταν ανόμοια από χώρα σε χώρα, και η αντιμετώπισή τους διαφορετική από λαούς και κυβερνήσεις. Και ενώ η Γαλλία έδινε παντού το σύνθημα «ελευθερία , ισότητα, αδελφότητα» είχε αποφασίσει να μην δώσει σε καμία άλλη επανάσταση τη βοήθειά της. (Hobsbawm 1992: σελ. 176, Κολιόπουλος 1993: σελ. 111, Borejsza 2003: σελ. 211)

Οι Ιβηρικές επαναστάσεις
Η Ιβηρική Χερσόνησος γνώρισε τις ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης όταν το 1808 εισέβαλε στα εδάφη της ο Ναπολεόντειος στρατός, προκειμένου να αποκαταστήσει στον ισπανικό θρόνο τον αδελφό του Ναπολέοντα. Ο ισχυρός αντιγαλλικός πατριωτισμός που δημιουργήθηκε, έγινε ξεσηκωμός με θρησκευτική όψη στο όνομα των ισπανικών παραδόσεων. Οι αλλεπάλληλες λαϊκές εξεγέρσεις εναντίον της γαλλικής κατοχής οδήγησαν σε μια περίοδο εμφυλίου πολέμου την Ισπανία και την Πορτογαλία, ανάμεσα σε φιλελεύθερους και σε οπαδούς της μοναρχίας και του κλήρου. Η ισπανική αντιπολίτευση σύνταξε και ψήφισε ένα ριζοσπαστικό σχέδιο για περιορισμένη συνταγματική μοναρχία. Η αποκατάσταση του μοναρχικού καθεστώτος το 1814 υποστηρίχθηκε από συντηρητικούς αξιωματικούς του στρατού. Έκτοτε ο στρατός βρέθηκε στο επίκεντρο της ισπανικής αντίστασης και καταλάμβανε την εξουσία συνεχώς εν ονόματι του έθνους. Οι δύο συνασπισμοί που μάχονταν για την εξουσία είχαν τους οπαδούς τους στο στρατό. Το επαναστατικό κύμα του 1848 ελάχιστα άγγιξε τη χερσόνησο γιατί ήδη η αστική τάξη είχε αποδεχτεί μια αυταρχική δικτατορία, προκειμένου να προστατεύσει τα οικονομικά της συμφέροντα από τους ριζοσπάστες. (Κολιόπουλος 1993: σελ. 60-62, 123, 166, Berstein-Milza 1997 τ.A: σελ. 521, Burns 1983 τ.Β : σελ. 96, Hobsbawm 1992: σελ.162-163, 165 , Tilly 1998: σελ. 169-171, Ράπτης 2000: σελ. 57,60, Borejsza 2003: σελ.209).

Οι Ιταλικές επαναστάσεις
Η Ιταλική Χερσόνησος γνώρισε και αυτή τις ιδέες και τα πιστεύω της Γαλλικής Επανάστασης με την κατάκτησή της από τον Ναπολέοντα, η επίδρασή τους όμως ήταν διαφορετική απ’ ό,τι στην Ιβηρική Χερσόνησο. Στην περιοχή αυτή που ήταν διαιρεμένη σε κράτη άνθισαν μετά το 1830 ενσυνείδητα εθνικιστικά κινήματα με εμπνευστή τον Τζουζέπε Ματσίνι (μέλος των Καρμπονάρων), που σκοπό τους είχαν την ενοποίηση της Ιταλίας. Αυτά τα κινήματα σηματοδότησαν τη διάσπαση του ευρωπαϊκού επαναστατικού κινήματος σε εθνικά τμήματα. Η Αυστρία, που είχε ορισθεί «χωροφύλακας» της Ευρώπης μετά το συνέδριο της Βιέννης το 1815, εισέβαλε στα επαναστατημένα κράτη και γρήγορα επέβαλε την τάξη. Η επανάσταση του 1848 ξεκίνησε εξαιτίας των φιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων που παραχώρησε στην επικράτειά του ο πάπας, οι οποίες κινητοποίησαν τους πληθυσμούς των κρατών σε αντιαυστριακές διαδηλώσεις απαιτώντας εξομοίωση. Οι μοναρχίες αναγκάστηκαν να παραχωρήσουν σύνταγμα. Το εθνικό κίνημα, χωρίς ενιαία και αποδεκτή ηγεσία, αγωνιζόταν και για την αποδέσμευση των Ιταλικών κρατών από την Αυστριακή κυριαρχία και την ένωσή τους σε κράτος. Το όνειρό τους σύντριψε για δεύτερη φορά ο αυστριακός στρατός με τη βοήθεια της Ρωσίας και της Γαλλίας. (Burns 1983 τ.Β : σελ. 134, Hobsbawm 1992: σελ.192-3, Berstein-Milza 1997 τ.B: σελ. 66-68, 70-72, Κολιόπουλος 1993: σελ. 123-4, 163-5, Ράπτης 2000: σελ. 60, 64, 75, Borejsza 2003: σελ.213, 214, 227).

Οι Βαλκανικές επαναστάσεις
Ενώ τα εθνικά κινήματα και ο καρμποναρισμός δεν είχαν θετικά αποτελέσματα στην Ιταλική χερσόνησο, στα Βαλκάνια συνέβαλαν αποτελεσματικά και δημιούργησαν τις προϋποθέσεις, ώστε τα επαναστατικά κινήματα να οδηγήσουν στη δημιουργία ανεξάρτητων κρατών, δεδομένης και της παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι λαοί των Βαλκανίων είχαν διατηρήσει την ιδιαιτερότητά τους χάρη στη θρησκεία τους. Στην Ελλάδα αναπτύχθηκε μια εύπορη αστική τάξη εμπόρων και πλοιοκτητών, στην οποία επέδρασαν θετικά οι φιλελεύθερες ιδέες. Μια καρμποναρικής προέλευσης οργάνωση, η Φιλική Εταιρία έθεσε στόχο να συνενώσει τους Έλληνες με σκοπό την ανεξαρτησία τους. Η Ελληνική Επανάσταση το 1821 κατόρθωσε να επιβληθεί, γιατί πήρε διαστάσεις λαϊκής εξέγερσης και εξασφάλισε ευνοϊκή διπλωματική μεταχείριση από τους Ευρωπαίους. Η Ελλάδα έγινε πηγή έμπνευσης του φιλελευθερισμού και του εθνικισμού, ενώ ο φιλελληνισμός συσπείρωσε τις ριζοσπαστικές δυνάμεις της Ευρώπης. Το 1830 η Ελλάδα αναγνωρίσθηκε ανεξάρτητο κράτος από την Ιερά Συμμαχία, η οποία όμως επέβαλε απόλυτη μοναρχία για να την ελέγχει, λόγω της στρατηγικής της σημασίας για τη Μεσόγειο. Ο άλλος λαός των Βαλκανίων που ξεσηκώθηκε ήταν οι Σέρβοι το 1804, οι οποίοι πολέμησαν κατά των Οθωμανών, πληρώνοντας βαρύ φόρο αίματος μέχρι να κατοχυρώσουν την αυτονομία τους, το 1826. Την ίδια εποχή οι επαναστάσεις στη Μολδαβία και τη Βλαχία κατεστάλησαν από το στρατό του τσάρου, όπως και αυτές του 1848. Στην Ελλάδα δεν βρήκε πρόσφορο έδαφος το επαναστατικό κίνημα αυτής της περιόδου εξαιτίας του ισχυρού κυβερνητικού συστήματος και της κατακερματισμένης κοινωνίας. (Ράπτης 2000: σελ. 55-9, 77, Tilly 1998: σελ. 182-3, Burns 1983 τ.Β: σελ.88, Hobsbawm 1992: σελ.171, 202-6, Berstein-Milza 1997 τ.B: σελ. 32-7, Κολιόπουλος 1993: σελ. 126-8, 167-170, Borejsza 2003: σελ. 212, 227).

Οι επαναστάσεις στην ΚεντρικήΕυρώπη
Η αυτοκρατορία των Αψβούργων αποτελείτο από ένα μωσαϊκό εθνοτήτων και εθεωρείτο το προπύργιο του συντηρητισμού και της αντεπανάστασης στην Ευρώπη. Ο επαναστατικός πυρετός του 1848 οδήγησε την αστική τάξη της Βιέννης να απαιτήσει από τον μονάρχη φιλελεύθερη πολιτική. Με την αστική τάξη συνέπραξαν λαϊκά στοιχεία και η σύγκρουση με το στρατό μετέτρεψε τη διαδήλωση σε στάση. Πανικόβλητος ο μονάρχης παραχώρησε ελευθερίες, αλλά τα ριζοσπαστικά στοιχεία τον υποχρέωσαν να εγκαταλείψει την πόλη. Το γεγονός αυτό ξεσήκωσε τους αλλογενείς πληθυσμούς της αυτοκρατορίας και ξέσπασαν εθνικά κινήματα. Πρώτοι αντέδρασαν οι Ούγγροι που ήταν καλύτερα οργανωμένοι και απολάμβαναν κάποιο είδος αυτονομίας. Απέκτησαν δική τους κυβέρνηση , στρατό και νόμισμα και προχώρησαν στη λήψη επαναστατικών μέτρων. Δεν έλαβαν υπόψη τους όμως τις εθνικές ελπίδες άλλων μειονοτήτων που κατοικούσαν στην περιφέρειά τους (Ρουμάνους, Πολωνούς, Κροάτες, Σλοβένους), με αποτέλεσμα την κατάρρευση του οικοδομήματός τους. Ταυτόχρονα, οι Τσέχοι απαιτούσαν ένα καθεστώς αυτονομίας χωρίς να διακόψουν τους δεσμούς με τη Βιέννη. Στο Πανσλαβικό συνέδριο τέθηκαν οι εθνικές διεκδικήσεις των Κροατών που υφίσταντο την Ουγγρική κυριαρχία καθώς και η δυσαρέσκεια της γερμανικής μειοψηφίας της Βοημίας που επιθυμούσε να λάβει μέρος στην παγγερμανική συνέλευση. Οι εχθρότητες που προέκυψαν έδωσαν την ευκαιρία στα αυτοκρατορικά στρατεύματα να συντρίψουν βίαια όλες τις εξεγέρσεις με τη βοήθεια του ρωσικού στρατού. Η αποκατάσταση της τάξης ολοκληρώθηκε με την κατάργηση όλων των προνομίων των εθνοτήτων και την εξάλειψη των εθνικιστικών τάσεων (Ράπτης 2000: σελ. 62-3, Berstein-Milza 1997 τ.B: σελ. 60-3, Burns 1983 τ.Β : σελ. 132-3, 135-7, Hobsbawm 1992: σελ.194-5, 207, Κολιόπουλος 1993: σελ. 157-9, 161-3, Borejsza 2003: σελ.209).

Οι επαναστάσεις στην Ανατολική Ευρώπη
Το μοναδικό επαναστατικό γεγονός στη Ρωσία συνέβη το 1825, όταν κατά τη συγκεκριμένη περίοδο νεαροί αξιωματικοί -που είχαν έλθει σε επαφή με τις ιδέες της Γαλλικής επανάστασης κατά τους Ναπολεόντειους πολέμους- σε μια σύντομη χηρεία του θρόνου, θέλησαν να καταλάβουν την εξουσία και να ανατρέψουν το απολυταρχικό καθεστώς. Τα στρατεύματα του νέου αυτοκράτορα διέλυσαν την επανάσταση και οι ολιγάριθμοι συνωμότες εξορίστηκαν ή εκτελέσθηκαν. Η διαμελισμένη υποτελής Πολωνία συγκλονίστηκε από επαναστάσεις εθνικοαπελευθερωτικού χαρακτήρα χωρίς όμως να μπορέσει να πετύχει την επανένωσή της. Το φιλελεύθερο σύνταγμα που παραχωρήθηκε στη Ρωσική Πολωνία έμεινε ανεφάρμοστο. Το 1830 επαναστάτησαν οι Πολωνοί της Ρωσίας ανακηρύσσοντας την ανεξαρτησία της χώρας τους. Παρά τον ενθουσιασμό που προκάλεσε η εξέγερση, έμεινε αβοήθητη από τους συμμάχους του επαναστατικού παρελθόντος, Γάλλους και Ιταλούς. Επιπλέον, το αγροτικό ζήτημα δίχασε τη χώρα σε «Ερυθρούς» δημοκράτες και «Λευκούς» ευγενείς και κλήρο και η εσωτερική διχόνοια έδωσε την ευκαιρία στο ρώσικο στρατό να καταπνίξει την επανάσταση. Η πολωνική μειονότητα της Πρωσίας , στην οποία παραχωρήθηκε αυτονομία το 1848, έδωσε αφορμή για εξέγερση του γερμανικού πληθυσμού και ο Πρωσικός στρατός σύντριψε τη νέα κυβέρνηση. (Ράπτης 2000: σελ. 60, Tilly 1998: σελ. 384-8, Κολιόπουλος 1993: σελ. 134, 116-7, Burns 1983 τ.Β : σελ. 93,96, 132,138, Berstein-Milza 1997 τ.B: σελ. 44-5, Hobsbawm 1992: σελ.121, 176, 185, 194, Borejsza 2003: σελ. 209,212,214,227).

Οι Ιρλανδικές επαναστάσεις
Στην άλλη άκρη της Ευρώπης, την Ιρλανδία, αναπτύχθηκε ένα μοναδικό εθνικιστικό κίνημα με ισχυρή θρησκευτική θέση που φθάνει μέχρι τις μέρες μας. Από την εποχή της Γαλλικής επανάστασης, η ομάδα αντίστασης «Ηνωμένοι Ιρλανδοί» ήλπιζαν μάταια σε μια γαλλική βοήθεια προκειμένου να αποκτήσουν κοινοβουλευτική μεταρρύθμιση. Η αγροτική τάξη της χώρας ξεσηκώθηκε το 1828, εξαιτίας της μακρόχρονης καταπίεσης των Ιρλανδών καθολικών από τους Άγγλους προτεστάντες. Ο αγώνας των ριζοσπαστών δεν είχε στόχο τόσο την εθνική ανεξαρτησία, όσο μια σχετική αυτονομία της Ιρλανδίας μετά από διαπραγμάτευση με την αγγλική άρχουσα τάξη. Ο ανταρτοπόλεμος κατά των γαιοκτημόνων και η απελευθέρωση των καθολικών δεν κατάφεραν να οδηγήσουν στην μαζική επανάσταση. Μια αποτυχημένη εξέγερση ακτιβιστών το 1848 άφησε ένα δίκτυο ορκισμένων επαναστατών που συνέχισε την οργάνωση των αγώνων. Ο αντίπαλος της Ιρλανδίας ήταν ισχυρός και αποφασισμένος, γι’ αυτό η μακρόχρονη εθνικιστική επανάσταση συνεχίζεται. (Κολιόπουλος 1993: σελ. 130, 139, Burns 1983 τ.Β : σελ. 134-5 , Tilly 1998: σελ. 258-261, 264, Hobsbawm 1992: σελ.122, 192, 200-1).

Οι μεταρρυθμίσεις από το 1789 έως το 1848

Οι μεταρρυθμίσεις στην Αγγλία
Ενώ οι πολύπαθοι Ιρλανδοί αγωνίζονταν για αυτονομία, οι μισητοί δυνάστες τους είχαν έλθει σε ένα συμβιβασμό με την εξουσία, που δεν είχε προηγούμενο στην Ευρώπη και αποτέλεσε πρότυπο διακυβέρνησης για πολλά μετέπειτα καθεστώτα. Το μεγάλο κέντρο του παγκόσμιου καπιταλισμού με τεράστια στρατιωτική και επεκτατική δύναμη, επέλεξε τη μέση οδό κατά την οποία το κεφάλαιο (γαιοκτήμονες, τραπεζίτες, χρηματιστές, μεγαλέμποροι) συγκρούσθηκε με την εξουσία (μονάρχης, πρωθυπουργός, κοινοβούλιο) αλλά τελικά ένωσαν τις δυνάμεις τους για το κοινό συμφέρον. Μετά το 1688 πουθενά δεν θα συναντήσουμε πλήρεις επαναστατικές καταστάσεις με εμφανώς διασπασμένη την ανώτατη αρχή του κράτους. Οι μαζικές κινητοποιήσεις ανάμεσα στο 1823 και 1848 εμπνέονταν από τη θεωρία περί επαναστάσεων, αλλά χωρίς σοβαρές απόπειρες κατάληψης της κρατικής εξουσίας δια της βίας. Οι δυσαρέσκειες ενισχύονταν από την ανεργία, τις κακές σοδειές, τα χαμηλά ημερομίσθια, τη βιομηχανική ύφεση. Οι ριζοσπαστικές αντιδράσεις των εργατών στις δημοσιονομικές και στρατιωτικές απαιτήσεις, αναχαιτίσθηκαν και οι υποκινούμενες από τους αστούς εξεγέρσεις αντιμετωπίσθηκαν με αξιόλογες παραχωρήσεις.

Το 1820 οι κοινοβουλευτικές παραχωρήσεις διευκόλυναν λαϊκές κινητοποιήσεις για τα δικαιώματα των θρησκευτικών μειονοτήτων, της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, της νομιμοποίησης των σωματείων αλληλοβοήθειας των εργατών και της οργάνωσης της εργασίας. Το 1830 ξέσπασαν διαμάχες μεταξύ των μελών του κοινοβουλίου, της τάξης των Τόρηδων που εκπροσωπούσαν τους μεγάλους γαιοκτήμονες και τους Ουίγους τους οποίους προσεταιρίστηκαν αστοί ριζοσπάστες, ώστε να καταθέσουν νομοσχέδιο για τη μεταρρύθμιση του εκλογικού νόμου. Εμφανίσθηκε τότε μια τάση δυσαρέσκειας αποτελούμενη από ένα προλεταριακό (μαζικό κίνημα φτωχών εργαζόμενων για το Χάρτη του Λαού) και ένα σοσιαλιστικό κίνημα (μαχητικά στελέχη της εργατικής τάξης). Το πρόγραμμα γύρω από το οποίο συσπειρώθηκαν οι βρετανοί εργάτες ήταν ένα σύστημα απλής κοινοβουλευτικής μεταρρύθμισης, όπως αυτή που εξέφραζαν τα «έξι σημεία» του Χάρτη του Λαού . Η κυβέρνηση αντιλαμβανόμενη τον κίνδυνο συμμαχίας εργατικής και αστικής τάξης έδωσε δικαίωμα ψήφου στην αστική τάξη και σε λίγα μέλη της εργατικής με ένα νέο μεταρρυθμιστικό νόμο. Βέβαια δεν εξαλείφθηκε η ισχύς των αριστοκρατών γαιοκτημόνων, αλλά πάντως ελαττώθηκε.

Η απογοήτευση των εργατών μετά το μεταρρυθμιστικό νόμο του 1832 ώθησε το κίνημα σε αναζήτηση ηγεσίας αλλά η αποτυχία τους να αναπτύξουν αποτελεσματική πολιτική και ηγεσία κατέστρεψαν το κίνημα στα 1834-36. Ωστόσο, αυτός ο νόμος επέτρεψε στην αστική τάξη να συμμετέχει στα νομοθετικά σώματα της χώρας και να ασκεί πίεση προς την εφαρμογή προγραμμάτων φιλελεύθερων αντιλήψεων. Η τροποποίηση του νόμου για τους άπορους και η κατάργηση του νόμου για τα σιτηρά , η καθιέρωση της δεκάωρης εργασίας, ήταν ορισμένες από τις μεταρρυθμίσεις προς όφελος των αστών και σε βάρος των κατώτερων τάξεων. Ο ριζοσπαστικός συνδικαλισμός υπέστη ήττα και το 1848 λόγω της πολιτικής ανικανότητας των ηγετών του και της αδυναμίας για συντονισμένη δράση. (Ράπτης 1999 τ.Α: σελ.193, Ράπτης 2000 τ.Β: σελ.57, Tilly 1998: σελ.253-254, Burns 1983 τ.Β: σελ. 88-92, 96-104, Hobsbawm 1992: σελ.14, 168,175,178-9, Κολιόπουλος 1993: σελ.114-5, 128-131, 143-8, 170).

Η εξέγερση στις Κάτω Χώρες
Το Ηνωμένο Βασίλειο των Κάτω Χωρών ήταν δημιούργημα του Συνεδρίου της Βιέννης. Οι Βέλγοι ήταν στο περιθώριο της οικονομικής ζωής και καταπιέζονταν από τον Καλβινιστή ηγέτη, που εξυπηρετούσε πρωτίστως τα συμφέροντα των Ολλανδών εμπόρων σε βάρος των Βέλγων βιομηχάνων. Το 1830 φιλελεύθερα και εθνικιστικά στοιχεία εξεγέρθηκαν και επεδίωξαν την αυτονομία του Βελγίου, την οποία απέκτησαν με τη συμπαράσταση της Αγγλίας και της Γαλλίας το 1831. Εγκαθιδρύθηκε συνταγματική μοναρχία σύμφωνα με τους πολιτικούς και οικονομικούς σκοπούς της αστικής τάξης. Το δικαίωμα ψήφου με βάση περιουσιακά στοιχεία διευρύνθηκε και στο Βέλγιο και στην Ολλανδία. Το 1847 με ένα κομματικό σύστημα των φιλελευθέρων–κληρικών κυριάρχησαν οι φιλελεύθεροι αστοί, οι οποίοι επέτρεψαν τη συμμετοχή των εργατών και των μικροαστών στην εθνική πολιτική. Με τον ίδιο τρόπο κέρδισαν έδαφος και στην Ολλανδία τα κινήματα μεταρρύθμισης των αστών , όπου και ψηφίσθηκαν φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις το 1848. (Burns 1983 τ.Β: σελ.95-6, Ράπτης 2000: σελ.60, Κολιόπουλος 1993:σελ.134-5, Tilly 1998: σελ.143-150, 194, Hobsbawm 1992: σελ. 195, Borejsza 2003: σελ.211)

Οι αναστατώσεις στα Γερμανικά κράτη
Η φιλοσοφία του Διαφωτισμού και οι ιδέες της Γαλλικής Επανάστασης πουθενά δεν είχαν μεγαλύτερη απήχηση απ΄ ό,τι στην κατακερματισμένη και πολιτικά ανίσχυρη Γερμανία. Ο φιλελευθερισμός και ο εθνικισμός οδήγησαν τα Γερμανικά κράτη σε ένα παγγερμανικό συνέδριο το 1848 στη Φραγκφούρτη προκειμένου να αποφασίσουν για την ένωσή τους σε μια ενοποιημένη Γερμανία, μαζί με τα εδάφη που κατοικούντο από γερμανόφωνους λαούς. Οι δύο ιδεολογίες όμως αποδείχθηκαν ασυμβίβαστες, γιατί τέθηκε από τη μια μεριά το πρόβλημα των εθνοτήτων που θα περιλάμβανε η νέα Γερμανία και από την άλλη η καταστολή των επαναστάσεων των μειονοτήτων της Αυστρίας. Ορισμένα κράτη δεν ήθελαν να αποτελέσουν τμήμα της Γερμανίας, άλλα επιθυμούσαν τη συμμετοχή της Αυστρίας στην οποία θα πρόσφεραν το στέμμα, ενώ άλλα ήθελαν το πρωσικό στέμμα και την αποχή της Αυστρίας. Τέλος τέθηκε το θέμα των γερμανόφωνων κατοίκων της Δανίας, της Ελβετίας, του Λουξεμβούργου κλπ. Αυτός ο επεκτατικός χαρακτήρας του συνεδρίου ήταν αδύνατο να ικανοποιηθεί, με αποτέλεσμα τη διάλυσή του χωρίς να πάρει αποφάσεις. (Hobsbawm 1992: σελ.176, Burns 1983 τ.Β: σελ. 138-140, Berstein-Milza 1997 τ.B: σελ. 63-6, 72-4, Κολιόπουλος 1993: σελ. 70-1,159-160, 165-6, Ράπτης 2000: σελ. 63-4).

Οι μεταβολές στην Πρωσία
Το 1797 ο νέος μονάρχης της Πρωσίας βρισκόταν στο στάδιο ενός μετριοπαθούς μεταρρυθμιστικού προγράμματος. Το ανακτοβούλιο είχε περιορισμένο ρόλο στις εθνικές υποθέσεις, αντίθετα με το υπουργικό συμβούλιο. Φροντίζοντας για τον εκσυγχρονισμό της χώρας απελευθερώθηκαν οι δουλοπάροικοι των βασιλικών κτημάτων. Μετά την ήττα της χώρας το 1807 από τους Γάλλους, προέκυψε η ανάγκη για νέες μεταρρυθμίσεις. Ο στρατός αναβαθμίσθηκε, επετράπη η συμμετοχή των αστών στην πολιτική και οικονομική ζωή (τοπική αυτοδιοίκηση, κατοχή γης, στρατιωτικά αξιώματα) και καταργήθηκε η κληρονομική δουλοπαροικία. Η εθνική συγκρότηση ενισχύθηκε από το ρόλο της εκπαίδευσης, ενώ το 1834 επετεύχθη τελωνειακή ένωση με τα άλλα γερμανικά κράτη πλην της Αυστρίας. Το 1848 φιλελεύθεροι και ριζοσπάστες άσκησαν πίεση για τον έλεγχο νομοθετικών και οικονομικών ζητημάτων στη Συνέλευση Διετών. Η εκλεγμένη με καθολική ανδρική ψηφοφορία Πρωσική Συνέλευση ασχολήθηκε με τη σύνταξη ενός φιλελεύθερου καταστατικού χάρτη. Όμως, οι θεωρητικές συζητήσεις, η διαφωνία για τη μορφή του πολιτεύματος και η ισχυρή κυβέρνηση απογοήτευσαν τους αστούς που στήριζαν την συνέλευση. Οι εργασίες διακόπηκαν από το μονάρχη που παραχώρησε τελικά ένα σύνταγμα, το οποίο κατοχύρωνε το κοινωνικό καθεστώς και εξασφάλιζε τα δικαιώματα της αριστοκρατίας. (Burns 1983 τ.Β : σελ.128-138, Κολιόπουλος 1993:σελ. 56-7, 72-5, 159-161, Hobsbawm 1992: σελ. 176)


Συμπεράσματα
Όπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Κολοκοτρώνης, «Η Γαλλική επανάσταση και ο Ναπολέων έκαμε, κατά την γνώμην μου να ανοίξει τα μάτια του κόσμου. Πρωτύτερα τα έθνη δεν εγνωρίζοντο, τους βασιλείς τους ενόμιζαν ως θεούς της γης, και ότι και αν έκαμναν το έλεγαν καλά καμωμένο. Δια αυτό και είναι δυσκολότερο να διοικήσεις τώρα λαόν» (Hobsbawm 1992: σελ 137). Το 1789 η Γαλλική Επανάσταση ανέτρεψε κοινωνικές και πολιτικές δομές αιώνων, κατάργησε προνόμια και συνέβαλε καθοριστικά στον μετασχηματισμό της γαλλικής και των περισσότερων ευρωπαϊκών κοινωνιών και πολιτικών συστημάτων. Η δυναμική της ήταν μεγάλη και οι λαοί της Ευρώπης δεν μπορούσαν πλέον να ανεχτούν την καταδυνάστευση από τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα και τα αυταρχικά συστήματα εξουσίας, όσο και από τους ξένους ως προς την εθνότητα επικυρίαρχούς τους.

Μετά την ήττα του Ναπολέοντα η καθεστηκυία τάξη της Ευρώπης συσπειρώθηκε, προκειμένου να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις ανερχόμενες δυνάμεις της αλλαγής. Τα επαναστατικά κινήματα του ’20 του ΄30 και του ΄48 είχαν και ταξικό και εθνικό χαρακτήρα. Οι αστοί ζητούσαν πολιτικές μεταρρυθμίσεις και παροχή συντάγματος, τα κατώτερα στρώματα αξίωναν μέτρα κοινωνικών παροχών και οι εθνότητες υπό ξένη διακυβέρνηση εθνική ανεξαρτησία. Όμως τα επαναστατικά κινήματα δεν ήταν ενιαία, με κοινούς στόχους και ικανές ηγεσίες και μοιραία οδηγήθηκαν σε αποτυχία, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων. Από τις επαναστάσεις και τις μεταρρυθμίσεις κερδισμένοι βγήκαν οι αστοί, οι οποίοι κατοχύρωσαν τα συμφέροντά τους σε βάρος των κατώτερων λαϊκών στρωμάτων, που ήταν πλέον οι κύριοι αντίπαλοί τους. Σύμφωνα με τον ιστορικό Eric Hobsbawm «…οι πρώην σύμμαχοι κατά του βασιλιά, της αριστοκρατίας και των προνομίων, θα στρέφονταν ο ένας κατά του άλλου και η βασική σύγκρουση θα ήταν ανάμεσα σε αστούς και εργάτες». (Hobsbawm 1992: σελ 187, Ράπτης 2000: σελ. 41, 66, )

O επαναστατικός πυρετός, οι κοινωνικές αντιπαραθέσεις και οι πρωτοφανείς ιδεολογίες που συγκλόνισαν την Ευρώπη κατά τη διάρκεια του αστικού και επαναστατικού 19ου αιώνα προμήνυαν την παγκόσμια έκρηξη που θα ξεσπούσε τον τραγικό 20ο αιώνα.